΄΄Όταν η σιωπή… μιλάει στα όνειρα΄΄Απόσπασμα από το βιβλίο της Νίκη Μπλούτη.

 

‘’Ζωή.’’

Η μικρόσωμη Ζωή, με τα κατάμαυρα τεράστια μάτια, τον τράβηξε σαν μαγνήτης κοντά της ένα μεσημέρι στην αυλή του ιδρύματος. Καθόταν μονάχη σ’ ένα παγκάκι και κάτι κρατούσε στις παλάμες της, που του μιλούσε για ώρα. Ο Γιώργος την παρατηρούσε αφηρημένος από μακριά. Αναρωτιόταν τι να είναι αυτό που κρατούσε. Σε ποιόν ψιθύριζε, τίποτα δεν μπορούσε να διακρίνει. Κάποια στιγμή αντάμωσαν οι ματιές τους κι η κοπέλα δε χαμήλωσε το βλέμμα της, συνέχισε να τον καρφώνει με απάθεια, χωρίς ίχνος συστολής. Σαν υπνωτισμένος εκείνος σηκώθηκε και πήγε δίπλα της. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί σαν να γνωρίζονταν από καιρό.

    Πριν προλάβει να τη ρωτήσει σε ποιόν μιλάει, μιας και δεν κατάφερε να δει τι έκρυβε στις χούφτες της, τις άνοιξε από μόνη της και του έδειξε μια μικρή ‘’πασχαλίτσα’’ κόκκινη –έτσι θυμάται την έλεγε η μάνα του όταν ήταν παιδιά. ‘’Σε τούτη μιλάω, της λέω διάφορα, να τρέξει να τα πει στα μωρά μου. Αν κάνεις, λένε, μια ευχή θα φροντίσει αυτή να την εκπληρώσει… Όπως με τ’ αστέρια που πέφτουν.’’ Κι ύστερα τέντωσε τις παλάμες της, φύσηξε απαλά κι η πασχαλίτσα πέταξε μακριά. Του χαμογέλασε θλιμμένα και τον εξέτασε για λίγο γυροφέρνοντας τα μάτια της πάνω του. ‘’Είσαι όμορφος… του είπε. Τι κάνεις εσύ εδώ;’’ ‘’Δεν έχει θέση για τους όμορφους στην κόλαση νομίζεις;’’ Τη ρώτησε γελώντας ανόρεχτα. ‘’Κι εσύ έχεις πολύ ωραία μάτια…’’ συμπλήρωσε συνεσταλμένα, σαν να ήταν υποχρεωμένος ν’ ανταποδώσει τη φιλοφρόνηση.

   Από εκείνη τη μέρα, έγιναν αχώριστοι. Και στα καλά και στ’ άσχημα. Όταν έλειπε κάποιος απ’ το παγκάκι που μοιράζονταν τις ατέλειωτες ώρες τους, ήξερε ο άλλος που θα τον γυρέψει.  Σε ποιο καβούκι θα είχε κλειστεί ανήμπορος να παλεύει με τις αδυναμίες του. Ο Γιώργος απ’ τη μέρα που τη συνάντησε πήρε τα πάνω του. Διαισθάνθηκε την αδυναμία της. Εκείνη ήταν σε χειρότερο στάδιο απ’ τον ίδιο. Αν υπήρχε χειρότερο. Έβαλε σκοπό να συνεφέρει αυτή την παράξενη κοπέλα που βρέθηκε στον δρόμο του. Ερωτεύτηκε τα μάτια της και τις εξαρτήσεις της. Του θύμιζε τον εαυτό του. Δίπλα της ένιωθε δυνατός κι ανέλαβε να την  αναστήσει. Της το υποσχέθηκε όταν άκουσε την ιστορία της. Τελικά, υπάρχουν και χειρότερα, συλλογίστηκε τότε κι αναθάρρησε.

  Στα είκοσι, έκανε το πρώτο της παιδί, δυο χρόνια αργότερα το δεύτερο. Μ’ έναν άντρα που ποτέ δεν της πέρασε στεφάνι. Φοιτητριούλα άβγαλτη, χάθηκε στο χάος της απέραντης πόλης και παρασύρθηκε απ’ τον πρώτο τυχόντα που ανέλαβε να τη μυήσει  στον έρωτα και τα μυστικά του. Δεν άργησε να την παρατήσει, κλεισμένη στη γκαρσονιέρα της με δυο παιδιά. Ούτε να δουλέψει μπορούσε ούτε στο πανεπιστήμιο να πάει. Οι γονείς της είχαν άλλα τρία παιδιά πίσω της. Στην αρχή δεν ήθελαν να την αφήσουν να σπουδάσει, για το οικονομικό κυρίως, αλλά εκείνη τους έπεισε. Τους είπε πως θα πιάσει δουλειά και δε θα τους φορτώνεται άλλο. Η μάνα της μια φορά πάτησε στο σπίτι της, την πρώτη χρονιά που το νοίκιασε. Ύστερα, μες στη φτώχεια της την ξέχασε. Έμπλεξε μετά στα πλοκάμια του έρωτα, τους ξέχασε κι αυτή. Ευτυχώς που τα δυο πρώτα χρόνια, είχε κάνει ένα γερό κομπόδεμα απ’ τη δουλειά της ως σερβιτόρα τα βράδια, σ’ ένα συνοικιακό μπαρ. Μ’ αυτά κατάφερε να συντηρήσει για λίγο τα πιτσιρίκια όταν εκείνος την  παράτησε. Αγόραζε τα γάλατα των παιδιών και τη βότκα τη δικιά της. Τα μικρά μεγάλωναν κι εκείνη μίκραινε. Έμεινε η μισή. Δεν έβαζε στο στόμα της τίποτα για μήνες. Μόνο κάπνιζε κι έπινε. Ώσπου… έπεφτε σε λήθαργο.

  Μια μέρα, ξύπνησε απ’ το κλάμα των παιδιών. Στέκονταν από πάνω της και την τραβούσαν απ’ τα χέρια κι απ’ τα πόδια προσπαθώντας να τη συνεφέρουν. Τρόμαξαν σαν δεν τα κατάφερναν. Ο μικρούλης είχε πέσει πάνω της και τη φιλούσε με μανία στο στόμα, σαν να ήθελε να της δώσει το φιλί της ζωής. Η μπόχα απ’ το οινόπνευμα δεν τον πτοούσε. Ξύπνησε απότομα, ταράχτηκε με την εικόνα που αντίκρισε. Έσφιξε τα παιδιά στην αγκαλιά της κι έκλαιγαν για ώρα πολλή οι τρεις τους στο κρεβάτι. Μόλις συνήρθε καλά, σηκώθηκε αποφασισμένη, μάζεψε όση δύναμη της απέμεινε κι έριξε σε μια μικρή βαλίτσα τα ρουχαλάκια των παιδιών. Μέτρησε τα χρήματά της, της έφταναν ίσα-ίσα για το εισιτήριο της επιστροφής. Πήγε τα παιδιά στους γονείς της, που τρόμαξαν να τη γνωρίσουν, τ’ άφησε  σε κείνους και τους υποσχέθηκε πως σε λίγους μήνες θα γύριζε να τα πάρει. Λυπήθηκε τους δικούς της που την κοίταζαν άναυδοι δακρυσμένοι, λυπήθηκε και τα μωρά της που δε σταμάτησαν να κλαίνε απ’ τον φόβο τους να μην τη χάσουν. Έφυγε χαράματα, όλοι ακόμα κοιμούνταν. ‘’Πρέπει να γυρίσω ξανά στη ζωή, γι’ αυτά τα δυο ανθρωπάκια…’’ του είπε στο τέλος, με μάτια στεγνά από θυμό και αγανάκτηση. ‘’Θα γυρίσεις Ζωή. Μαζί θα γυρίσουμε’’, τη βεβαίωσε ο Γιώργος και την έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του.

 Πολλές φορές ξενύχτησε στο προσκεφάλι της και της κρατούσε το χέρι για να την ησυχάζει απ’ τους εφιάλτες που την τυραννούσαν συνεχώς. Της έδινε τα χάπια της, τη βοηθούσε στο μπάνιο, τη πήγαινε βόλτα, την τάιζε στο στόμα σαν παιδί κι εκείνη το απολάμβανε. ‘’Ποιος καλός άγγελος σ’ έστειλε κοντά μου;’’ Τον ρωτούσε συχνά όταν ήταν στις καλές της. ‘’Ο ίδιος που έστειλε κι εσένα σε μένα,’’ της απαντούσε ο Γιώργος γελώντας κι αυτή τον έσφιγγε πάνω της για ν’ αντλήσει τη δύναμη που χρειαζόταν να ορθοποδήσει. Τη μέρα που έφυγε απ’ το ίδρυμα, η Ζωή έκλαιγε για ώρες στην αγκαλιά του. Το μπλουζάκι του μούσκεψε απ’ τα δάκρυά της. ‘’Ένας μήνας ακόμα Ζωούλα, πρέπει να κάνεις κουράγιο. Θα μιλάμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο. Κι όταν είσαι έτοιμη πια, θα σε περιμένω απ’ έξω. Δε με πιστεύεις; Θα πάμε μαζί στα παιδιά, αυτό να σκέφτεσαι και θα δεις πόσο γρήγορα θα περάσουν οι μέρες. Τώρα είσαι καλά, πρέπει όμως να ολοκληρώσεις τη θεραπεία σου‘’ της ψιθύριζε στ’ αυτί, ενώ αυτή συνέχιζε να κλαίει απαρηγόρητη που θ’ αποχωριζόταν  τον άγγελό της.

  Πρώτη φορά ένας άνθρωπος τον είχε τόση ανάγκη. Πρώτη φορά κάποιος κρεμόταν απ’ την παρουσία του. Κι αυτό τον έκανε να νιώσει υπεύθυνος, να θέλει ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του, να σταθεί βράχος στο πλάι του, όπως έκανε κι η Όλγα κάποτε σε κείνον. Δυο βδομάδες ακόμα μετράει η Ζωή κι ύστερα θα γυρίσει στα παιδιά της και σ’ αυτόν, στην αληθινή ζωή που τους προσμένει.