Γιατί είναι “Μονόδρομος η Δραχμή” εξηγεί ο Διονύσιος Π. Χιόνης Καθηγητής Οικονομικών Τμήμα Οικονομικών Επιστημών ΔΠΘ.

Δεν γνωρίζω  αν η επιλογή της Δραχμής θα προέλθει ως αποτέλεσμα μονομερούς εθνικής  επιλογής ή αν θα προέλθει από τα πολλαπλά αδιέξοδα της ΟΝΕ που θα οδηγήσουν στην διάλυσή της.  Απ’ όπου όμως και αν προέλθει  αποτελεί ένα  πολύ πιθανό ενδεχόμενο.

Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια μέχρι να αποδομηθεί από την ελληνική κοινωνία η παρουσία και η χρήση του ευρώ ως βασικού μέσου συναλλαγών, αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Οι εποχές που το ευρώ ήταν το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό φετίχ παρήλθαν και απ’ ότι φαίνεται παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Οι εποχές όπου αρκούσε η αναφορά στην Δραχμή για να αντιμετωπίσεις τον αποκλεισμό από τα ΜΜΕ και την δημόσια διοίκηση παρήλθαν και αυτές. Κακά τα ψέματα η επιλογή της δραχμής όπως και όλες οι οικονομικές επιλογές έχουν θετικά και αρνητικά τα οποία προσαρμόζονται ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται η οικονομία.

Με την Δραχμή θα είχαμε αποφύγει την εσωτερική υποτίμηση  η οποία ήταν και είναι επώδυνη και αναποτελεσματική. Η υποτίμηση του εγχωρίου νομίσματος θα τόνωνε τις εξαγωγές και θα απέκλειε τις εισαγωγές. Οι φόβοι για πρόκληση πληθωρισμού σε μια οικονομία που πλήττεται από αποπληθωρισμό τα τελευταία τέσσερα  χρόνια είναι υπερβολικές. Τουναντίον η αύξηση της εγχώρια νομισματικής κυκλοφορίας ακόμα και αν αυτή μπορούσε να προκαλέσει μονοψήφιο πληθωρισμό είναι αναγκαία τόσο για την πραγματική οικονομία όσο και για το τραπεζικό σύστημα. Ο προβληματισμός για την πρόκληση υπερβολικού πληθωρισμού από την επανακυκλοφορία της Δραχμής αποτρέπεται από τα εξής συνοπτικά επιχειρήματα. Την ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, την θεσμοθέτηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων και  την νομοθετική κατοχύρωση των νομισματικών στόχων.

Ο προβληματισμός για την Δραχμή προέρχεται και από το επιχείρημα ‘αφού δεν παράγουμε τίποτα πώς θα επιβιώσουμε; ’. Το παραπάνω επιχείρημα παραγνωρίζει το γεγονός ότι πλέον δεν παράγουμε διότι δεν είμαστε σε κανέναν τομέα (πλην τουρισμού) ανταγωνιστικοί. Και δεν είμαστε ανταγωνιστικοί διότι δεν προστατέψαμε ποτέ την εγχώρια παραγωγή. Και δεν μπορέσαμε να προστατέψουμε την εγχώρια παραγωγή διότι ανοίξαμε τις αγορές πολύ γρήγορα. Το μοναδικό  μέσο προστασίας,  αυτό της συναλλαγματικής προστασίας επιπόλαια το απωλέσαμε με την ένταξη στην ΟΝΕ. Nομίζω ότι σ’ αυτή την συζήτηση μπερδεύουμε το αίτιο με το αιτιατό.

Κάπως έτσι διαμορφώνονται και τα επιχειρήματα σχετικά με το χρέος. Είμαι απ αυτούς που πιστεύουν ότι η ‘σκληρή’ νομισματική πολιτική σε συνδυασμό με την  απερίσκεπτη κίνηση ανοίγματος των αγορών οδήγησαν στην διόγκωση της παραγωγής μη-εμπορεύσιμων αγαθών (δημόσια διοίκηση, υπηρεσίες) από την ελληνική οικονομία σε βάρος των εμπορευσίμων αγαθών και στην διόγκωση του εσωτερικού και εξωτερικού ελλείμματος και κατά συνέπεια του χρέους. Στην συνέχεια  η επιτακτική ανάγκη στήριξης των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών μας οδήγησε στην αργοπορημένη και αποτυχημένη αναδιάρθρωση του χρέους. Μην ξεχνάμε ότι η Χώρα χρεοκόπησε με αναλογία χρέους προς ΑΕΠ 120%, ο ίδιος στόχος δηλαδή που έχει τεθεί για το 2060. Αποδείχθηκε ότι το σκληρό ευρώ δεν μπόρεσε τελικά ούτε να αναχαιτίσει τις επιθέσεις κερδοσκοπίας ούτε  να υποστηρίξει τα ελληνικά ομόλογα. Τα λανθασμένα PSI, PSI+ υπερδιόγκωσαν το χρέος με αποτέλεσμα σήμερα να είναι μη διαχειρίσιμο. Από τα παραπάνω προέρχεται και η συνυπευθυνότητα της λανθασμένης διαχείρισης του χρέους. Δηλαδή τα τραγικά λάθη έγινα και από την Τρόικα και ΕΚΤ. Αρα η το κόστος της προτεινόμενης  διαγραφής του χρέους πρέπει να επιμεριστεί και στον ελληνικό λαό αλλά και στους ευρωπαίους φίλους. Επιπρόσθετα εφ’όσον τα ομόλογα που κυκλοφορούν και αναφέρονται στο ελληνικό χρέος είναι σε νόμισμα το οποίο δεν ελέγχεται από την Ελληνική Αρχή  πολλαπλασιάζει την αβεβαιότητα για την ελληνική οικονομία και την αστάθεια.

Τέλος, η ποσοτική χαλάρωση (αγορά ομολόγων κρατικού και ιδιωτικού χρέους, μετοχών)  θα μπορούσε να έλθει πολύ νωρίτερα στην ελληνική οικονομία αν η Κεντρική Τράπεζα ήλεγχε την νομισματική κυκλοφορία.

Τελικά. Από καθαρή οικονομική σκοπιά και μόνο, η επιλογή της Δραχμής σ αυτή την φάση της ελληνική οικονομίας έχει πολλαπλά οφέλη. Αν οι λόγοι από την συμμετοχή μας στην ΟΝΕ είναι  μόνο οικονομικοί και συνεχιστεί η ίδια αδιέξοδη πολιτική τότε νομίζω ότι η Δραχμή είναι μονόδρομος. Και προσοχή όχι Δραχμή σε πλήρη κυμαινόμενη συναλλαγματική  ισοτιμία με το ευρώ αλλά ας αναστήσουμε το ευρωπαικό νομισματικό φίδι που ίσχυσε από το 1979-1999.  Αν τώρα και  στο άμεσο μέλλον προκύπτουν σημαντικά πολιτικά οφέλη ή αλλάξει πολιτική η ΟΝΕ τότε τα ξαναλέμε.

Άρθρο του Διονύσιος Π. Χιόνης Καθηγητής Οικονομικών Τμήμα Οικονομικών Επιστημών ΔΠΘ.