Ελλάδα και Ρωσία. Είναι δυο λαοί που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με πολύ βαθιές θρησκευτικές και πολιτιστικές ιστορικές σχέσεις.

Αν πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, οι δυο λαοί της Ρωσίας και της Ελλάδας συνδέονται άρρηκτα με παραδοσιακές σχέσεις φιλίας μέσω της πνευματικής και  θρησκευτικής τους ενότητας, η οποία σε μεγάλο βαθμό  αποτελεί  απόρροια του  πολύτιμου κοινού τους παρελθόντος.

Η απαρχή  βεβαίως  των  ελληνορωσικών  σχέσεων  ανάγεται  αρκετούς  αιώνες  πριν, στα  χρόνια  της  Βυζαντινής  Αυτοκρατορίας. Η πνευματική συγγένεια  των Ρώσων με  το Βυζάντιο  ξεκινά  με  τον  εκχριστιανισμό της  πριγκίπισσας Όλγας, και  έπειτα του εγγονού  της, Βλαδίμηρου. Αξίζει σε  αυτό το σημείο να αναφερθεί πως το θρησκευτικό  συναίσθημα, στη διάσταση του Χριστιανικού ομόδοξου, αποτελούσε ανέκαθεν σταθερό κρίκο στις  σχέσεις των χωρών Ελλάδας-Ρωσίας. Μάλιστα, αυτή η θρησκευτική διάσταση δημιουργούσε  κάποτε  την αίσθηση μίας «Ορθόδοξης Κοινοπολιτείας». Στη διάδοση της χριστιανικής πίστης  σημαντικός ήταν ο ρόλος των ιεραπόστολων Κύριλλου και Μεθόδιου, στους οποίους αποδίδεται και η προέλευση του Κυριλλικού αλφαβήτου που χρησιμοποιείται για τη ρωσική γλώσσα και σχεδόν όλες τις υπόλοιπες σλαβικές.

Με τον εκχριστιανισμό των Ρώσων λοιπόν, εισήχθη στη «γη των Ρως» μία νέα  ιδεολογία. Μακροπρόθεσμα η κίνηση  αυτή  συνέβαλε  στην  πολιτισμική  ομογενοποίηση, θέτοντας την έναρξη μίας ηθικοπνευματικής στροφής  του  λαού  και του κράτους. Η δημιουργία  ισχυρών δεσμών με τη στρατιωτική και οικονομική υπερδύναμη της  εποχής  υποστηρίχτηκε  και  από τον  γάμο  ανάμεσα στον Βλαδίμηρο  τον  Μέγα και την αδερφή του αυτοκράτορα  Βασιλείου του δευτέρου, Άννα. Αργότερα, η Σοφία Παλαιολογίνα, ανιψιά του  τελευταίου αυτοκράτορα του  Βυζαντίου και δεύτερη σύζυγος του Ιβάν του τρίτου, εισήγαγε στη ρωσική αυλή  το βυζαντινό τυπικό στην παιδεία, τη διοίκηση και τη νομοθεσία, ενώ με δική της  πρωτοβουλία χτίστηκαν  τα τείχη  του Κρεμλίνου, όπως  διασώζονται  και  σήμερα.

filikh-etairia
Η ιστορική σύνδεση  των δύο χωρών ωστόσο, συνεχίζεται και σε ένα κεφάλαιο υψίστης  σημασίας  για την Ελλάδα, που δεν είναι άλλο από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας ενάντια  στον Οθωμανικό ζυγό. Η γέννηση του Ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος ήταν  άμεσα συνδεδεμένη με την πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα με τους ρωσοτουρκικούς πολέμους.

Μετά τον δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο ξεκινούν και οι άμεσες οικονομικές σχέσεις της Ρωσίας με την Ελλάδα, οι οποίες έδωσαν μία ισχυρή ώθηση στη Ρωσία ώστε να παρέχει σταθερή βοήθεια στους Έλληνες κατά τη  διάρκεια της ελληνικής  επανάστασης. Η δε Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Οδησσό, και αποδεδειγμένα  αντλούσε ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους από ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας. Επικεφαλής της  Εταιρείας  κατά το κρισιμότερο στάδιό της ετέθη ο Έλληνας πρίγκιπας, λόγιος και  στρατηγός  του ρωσικού στρατού, Αλέξανδρος Υψηλάντης. Μία ακόμη εξέχουσα προσωπικότητα με πρωταγωνιστικό ρόλο στη Φιλική Εταιρεία ήταν και ο Ιωάννης  Καποδίστριας.

Ιωάννης Καποδίστριας

Ο Καποδίστριας διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ενώ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης προσέφερε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από τη Ρωσία.

Σημαντικότατη συμβολή στον τόπο ήταν και εκείνη του Ρώσου ναυάρχου Θεόδωρου Ουσακώφ, ο οποίος θεωρείται ο θεμελιωτής του πρώτου ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, την Επτάνησο Πολιτεία. Και φυσικά, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε τον μεγάλο φιλέλληνα τον «Ήλιο της ρωσικής ποίησης» όπως τον αποκαλούν στη χώρα του, Αλέξανδρο Πούσκιν. Ο Πούσκιν, συνεργάτης και φίλος του Υψηλάντη δε δίστασε να γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας και να γράψει πολλά ποιήματα αφιερωμένα στην επαναστατημένη Ελλάδα.
Αντίστοιχα όμως, υπήρξαν και Έλληνες που προσέφεραν σπουδαίο έργο  στη  Ρωσία, με  μερικά  λαμπερά  παραδείγματα όπως αυτό των αδερφών Λειχούδη, των ιδρυτών δηλαδή της ρωσικής ανώτατης εκπαίδευσης, οι  οποίοι και μεταλαμπάδευσαν στους Ρώσους το  ιδεώδες της ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Ο εθνικός ευεργέτης Ιωάννης Βαρβάκης από την πλευρά του, διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για την ανέγερση κοινωφελών  έργων στη Ρωσία, ενώ το 1774 η αυτοκράτειρα Αικατερίνη ιδρύει με τη βοήθεια του Ευγένιου Βούλγαρη  το περίφημο  Ελληνικό  Γυμνάσιο.

Στα τέλη του 18ου – αρχές του 19ου αιώνα η Ρωσία έχοντας γίνει ισχυρό και πολιτισμένο κράτος, όχι μόνο εκμεταλλεύτηκε την πλούσια κληρονομιά της Ελλάδας, αλλά πρόσφερε και η ίδια αρκετά στην ανάπτυξη των νεοελληνικών γραμμάτων. Οι λογοτεχνικοί δεσμοί ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρωσία τον 20ο αιώνα αποτελούν μια πολύ αξιόλογη και ελκυστική για τη φιλολογική έρευνα περιοχή που σε μεγάλο βαθμό παραμένει άβατη. Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την έλευση στην Ελλάδα Ελλήνων από τη Σοβιετική Ένωση, ιδίως την τελευταία δεκαετία του 20ου αι. οι δύο χώρες φρόντισαν να συσφίξουν τις σχέσεις τους βάσει των αμοιβαίων συμφερόντων τους. Γνωστοί Έλληνες συγγραφείς όπως ο Καζαντζάκης και ο Βάρναλης επηρεάστηκαν στα έργα τους από τη ρωσική λογοτεχνία. Η παρουσία της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Σοβιετική Ένωση είναι σχετικά ένα  πρόσφατο φαινόμενο. Η συστηματική προσπάθεια για τη διάδοσή της άρχισε τη δεκαετία του 1950.

Φυσικά όλα τα προαναφερόμενα είναι μόνο ένα συνοπτικό κομμάτι των μακραίωνων σχέσεων που ενώνουν τον ελληνισμό με τη Ρωσία. Στις μέρες μας, οι δεσμοί του παρελθόντος εξακολουθούν να αποτελούν ένα θετικό υπόβαθρο για την αμοιβαία  σχέση εκτίμησης και θαυμασμού της  μίας χώρας προς την άλλη. Ένας  από τους κύριους  τομείς  έκφρασης της βαθιάς αυτής συμπάθειας ,είναι  βέβαια ο πολιτισμός. Στη Μόσχα, φορέας διάδοσης του ελληνικής παράδοσης είναι το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού, με σπουδαίες δράσεις στο ενεργητικό του όσον αφορά την ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου στη Ρωσία. Το Ρωσικό Πολιτιστικό και Επιστημονικό Κέντρο, επιμελείται με μεγάλη επιτυχία την προβολή του Ρωσικού πολιτισμού στην Ελλάδα, μέσω της διοργάνωσης ποικίλων εκδηλώσεων και προγραμμάτων. Μάλιστα δίνει και δυνατότητα εκμάθησης της ρωσικής γλώσσας, ενώ παρέχεται και το πρόγραμμα υποτροφιών για σπουδαστές, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα  της  Ρωσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, θα ήταν παραπάνω από εύλογο να προωθηθεί φέτος ακόμη περισσότερο η κοινή κληρονομιά που ενώνει τις δύο χώρες μέσα  από  αφιερώματα και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συγκεκριμένα, οι επικείμενες δράσεις με αφορμή το Έτος Ρωσίας για την Ελλάδα, και Ελλάδας για τη Ρωσία, θα ήταν και μία εξαιρετική αφορμή για συμμετοχή της νέας γενιάς, μέσω  πολιτιστικών ανταλλαγών  και γόνιμου  διαλόγου.

Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι δύο χώρες θα συνεχίσουν την επιτυχημένη κοινή τους πορεία, τιμώντας όλα όσα εκείνα τις ενώνουν επί αιώνες καθιστώντας τις  αγαπημένες συμμάχους στον παγκόσμιο χάρτη.