Οι γυναίκες που εργάζονται τη νύχτα, τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν καρκίνο του μαστού, επιβεβαίωσε μια μελέτη.

Σε κάθε νυχτερινή εργασία,  ενισχύεται ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού, σε αντίθεση με τις εργασίες στις υπόλοιπες βάρδιες ανέφεραν οι δόκτορες  Johnni Hansen και η Christina F. Lassen,  από τη Δανική Εταιρία Καρκίνου στη Κοπεγχάγη.

 Όμως ο κίνδυνος αυξήθηκε για τις γυναίκες που δούλευαν πολλά χρόνια σε νυχτερινές βάρδιες ή μεγαλύτερο αριθμό νυχτερινής βάρδιας, στην πραγματικότητα διπλασιάστηκε, σε σχέση με τις γυναίκες  που δούλευαν σε νυχτερινή βάρδια αλλά πιο σπάνια.

 Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα μεγάλος για τις γυναίκες που εργάζονταν νυχτερινή βάρδια μέχρι το πρωί, ανέφεραν στο  Occupational and Environmental Medicine.

 Η νυχτερινή εργασία φαίνεται να είναι σε άνοδο, παγκοσμίως, με ποσοστό 10%-20% του εργατικού δυναμικού να απασχολείται σε εργασίες, που το ωράριο τους ξεκινά από τις 5 το απόγευμα και τελειώνει λίγο πριν τις 9 το πρωί.

 Μελετητές έγραψαν ότι, η νυχτερινή εργασία, μπορεί να διαταράξει τους καρδιακούς ρυθμούς,  καταστέλλει την παραγωγή μελανίνης και δημιουργεί αϋπνίες, που όλα αυτά επηρεάζουν εκατοντάδες μεταβολικές και φυσιολογικές διεργασίες, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής των ορμονών, του κυτταρικού κύκλου και της απόπτωσης, η οποία με τη σειρά της μπορεί να αυξήσει την κίνηση, την εξέλιξη και την ανάπτυξη των ανθρώπινων όγκων, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού.

 Πρόβλημα υπάρχει όταν η νυχτερινή εργασία διαρκεί για τουλάχιστον 1 έτος, χωρίς τις υπερωρίες. Οι γυναίκες που θα εργαστούν μία ή δύο φορές την εβδομάδα σε νυχτερινή βάρδια, δεν θα αντιμετωπίσουν σημαντικές επιπτώσεις.

 Οι δύο δόκτορες σημείωσαν, πως σύμφωνα με παρατηρήσεις που πραγματοποίησαν,μια ή δύο νυχτερινές βάρδιες δεν αλλάζουν το χρονοδιάγραμμα της παραγωγής μελανίνης και ως εκ τούτου δεν δύναται να προκαλέσει καρδιακή αναστάτωση.

 Αλλά η νυχτερινή εργασία τουλάχιστον τρείς φορές την εβδομάδα αυξάνει το κίνδυνο.

 Οι πιθανότητες για καρκίνο ήταν 2 φορές υψηλότερες για 6 ως 15 χρόνια νυχτερινής βάρδιας και 2,5 φορές υψηλότερες για 15 ή περισσότερα χρόνια, με εργασία τουλάχιστον τρείς φορές την εβδομάδα.

 Επίσης παρατηρήθηκε η ανεπάρκεια βιταμίνης  D, που λείπει από τη έκθεση στον ήλιο λόγω της νυχτερινής εργασίας.

 Παρόλα αυτά περαιτέρω διερεύνηση και μεγαλύτερες μελέτες πρέπει να πραγματοποιηθούν, υποστήριξαν οι ερευνητές, διότι η συγκεκριμένη έρευνα πιθανώς να ήταν προκατειλημμένη.