Η ιστορία του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού

Η πρώτη απόφαση για την ίδρυση Βυζαντινού Μουσείου στη Θεσσαλονίκη περιέχεται σε διάταγμα που εκδόθηκε το 1913, ένα χρόνο, δηλαδή, μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους. Ωστόσο, μόλις το 1977 προκηρύχθηκε ο πανελλήνιος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το κτήριο που θα στέγαζε το μουσείο. Τότε βραβεύθηκε η μελέτη του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου, στον οποίο και ανατέθηκε η σύνταξη των οριστικών μελετών.

Το οικόπεδο για την ανέγερση του μουσείου, που αποτελούσε τμήμα του πρώην στρατοπέδου Τσιρογιάννη, παραχωρήθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο Υπουργείο Πολιτισμού, το 1984. Το έργο της ανέγερσης του μουσείου εντάχθηκε το 1988 στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το κτήριο θεμελιώθηκε το 1989. Η οικοδόμηση του ολοκληρώθηκε το 1993 και την ίδια χρονιά εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο η τελική ονομασία και η μουσειολογική μελέτη του νέου μουσείου, το οποίο εγκαινιάσθηκε το Σεπτέμβριο του 1994.

Τον πυρήνα των συλλογών του αποτέλεσαν οι αρχαιότητες που είχαν μεταφερθεί το 1916 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας. Το μεγαλύτερο μέρος τους επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και μία επιλογή από αυτές παρουσιάσθηκε στην πρώτη περιοδική έκθεση με τίτλο ”Βυζαντινοί θησαυροί της Θεσσαλονίκης – Το ταξίδι της επιστροφής”, που οργανώθηκε παράλληλα με τα εγκαίνια του μουσείου, το 1994. Τότε το μουσείο υπαγόταν στην 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ενώ το 1997 συγκροτήθηκε ως αυτοτελής υπηρεσιακή μονάδα του Υπουργείου Πολιτισμού, με δική του διεύθυνση.

Από το 1997 άρχισαν να ανοίγουν σταδιακά στο κοινό και οι αίθουσες με τις μόνιμες εκθέσεις του μουσείου. Τότε εγκαινιάσθηκαν οι δύο πρώτες εκθέσεις, με τίτλο ”Από τα Ηλύσια Πεδία στο Χριστιανικό Παράδεισο” και ”Ο παλαιοχριστιανικός ναός”. Το 1998 εγκαινιάσθηκε η έκθεση ”Παλαιοχριστιανική πόλη και κατοικία”, το 2000 οι εκθέσεις ”Από την Εικονομαχία στη λάμψη των Μακεδόνων και των Κομνηνών”, ”Οι δυναστείες των βυζαντινών αυτοκρατόρων” και ”Το βυζαντινό κάστρο”, το 2001 άνοιξαν στο κοινό οι εκθέσεις των δύο ιδιωτικών συλλογών, της Ντόρης Παπαστράτου και του Δημήτριου Οικονομόπουλου, ενώ το 2002 εγκαινιάσθηκε η έκθεση ”Το λυκόφως του Βυζαντίου”. Οι δύο τελευταίες εκθέσεις ”Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο” και ”Ανακαλύπτοντας το παρελθόν” εγκαινιάσθηκαν το 2004.

Οι εκθέσεις ”Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο” και ”Ανακαλύπτοντας το παρελθόν”, συγχρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Πολιτισμός, 2000-2006) και από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Πολιτισμού)

Περιγραφή

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, από τα πιο σύγχρονα μουσεία στην Ελλάδα, προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα του Βυζαντινού πολιτισμού μέσα από τις πρωτότυπες εκθέσεις και την πολυσχιδή δραστηριότητα του. Σκοπός του είναι η συγκέντρωση, προστασία, μελέτη και προβολή έργων τέχνης και αντικειμένων, που καλύπτουν χρονολογικά την παλαιοχριστιανική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Τα έργα που φυλάσσονται και προβάλλονται στους χώρους του προέρχονται από το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας και ιδιαίτερα από τη Θεσσαλονίκη, το πιο σημαντικό κέντρο στο ευρωπαϊκό τμήμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά την Κωνσταντινούπολη.

Οι συλλογές του μουσείου περιλαμβάνουν γλυπτά, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, εικόνες νομίσματα, επιγραφές, κεραμική, χειρόγραφα, αντικείμενα μικροτεχνίας και υαλουργίας. Το υλικό αυτό προέρχεται από ανασκαφές στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας, από αγορές, δωρεές και παραδόσεις αρχαιοτήτων, καθώς και από την επιστροφή των αρχαιοτήτων της Μακεδονίας, που είχαν μεταφερθεί το 1916, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών, όπου φυλάσσονταν μέχρι τη δεκαετία του 1990. Στο μουσείο έχουν δωρηθεί και δύο μεγάλες ιδιωτικές συλλογές, της Ντόρης Παπαστράτου, που αποτελείται από ορθόδοξα θρησκευτικά χαρακτικά, και του Δημητρίου Οικονομόπουλου, που περιλαμβάνει κυρίως εικόνες αλλά και κεραμική, νομίσματα και έργα μικροτεχνίας. Σήμερα, οι συλλογές του μουσείου εξακολουθούν συνεχώς να εμπλουτίζονται και με αγορές αντικειμένων, που πραγματοποιούνται από το Υπουργείο Πολιτισμού ή από δωρεές ιδιωτών και ιδρυμάτων. Το μουσείο στεγάζεται σε ένα από τα σημαντικότερα κτήρια της σύγχρονης δημόσιας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, έργο του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου, ενώ σε αυτό υπάγεται και το μνημείο- λογότυπο της Θεσσαλονίκης, ο Λευκός Πύργος. Η μόνιμη έκθεση του αναπτύσσεται σε ένδεκα αίθουσες, που αντιστοιχούν σε ισάριθμες αυτοτελείς εκθεσιακές ενότητες. Όλες καλύπτουν διαφορετικές πτυχές και περιόδους του βυζαντινού πολιτισμού και έχουν οργανωθεί σύμφωνα με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις, έτσι ώστε κάθε αντικείμενο να μην αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητο έργο τέχνης, αλλά ενταγμένο σε ένα σύνολο αντικειμένων να εικονογραφεί όψεις της κοινωνίας που το δημιούργησε. Οι 3 πρώτες αίθουσες είναι αφιερωμένες στην παλαιοχριστιανική εποχή (4ος-7ος αι.). Οι 3 επόμενες στην μεσοβυζαντινή (8ος-12ος), η έβδομη στην υστεροβυζαντινή (13ος-1453), η 8η και η 9η στις συλλογές Παπαστράτου και Οικονομόπουλου αντίστοιχα, η 10η στη μεταβυζαντινή εποχή (1453-19ος αι.) και η 11η στη διαδικασία από την ανακάλυψη του αρχαίου αντικειμένου μέχρι την έκθεση του στο μουσείο.

Το μουσείο διαθέτει εξειδικευμένα και πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια συντήρησης ξύλινων εικόνων, κεραμικής, γυαλιού, οστού, μετάλλου, χαρτιού, τοιχογραφίας, ψηφιδωτού, λίθου και μαρμάρου. Οι αποθήκες του είναι ευρύχωρες και λειτουργικές, διαμορφωμένες σύμφωνα με τις σύγχρονες διεθνείς προδιαγραφές, ενώ υπάρχει και ειδικός χώρος υποδοχής των ανασκαφικών ευρημάτων. Οι αποθηκευτικοί και εργαστηριακοί χώροι στεγάζονται στο υπόγειο και στο πρώτο επίπεδο του κτηρίου και καταλαμβάνουν έκταση περίπου 5.000 τ.μ., σχεδόν τη διπλάσια από αυτή της έκθεσης. Το μουσείο διαθέτει, ακόμη αμφιθέατρο, χώρους περιοδικών εκθέσεων και άλλων δραστηριοτήτων και πωλητήριο.

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού είναι Ειδική Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και λειτουργεί ως επιστημονικός οργανισμός, ανοικτός στο κοινό, με ευρύτερο πολιτιστικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Οι δραστηριότητες του περιλαμβάνουν τη διοργάνωση περιοδικών εκθέσεων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τη συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις σε συνεργασία με άλλους οργανισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τη διοργάνωση διαλέξεων, επιστημονικών ημερίδων, εκθέσεων σύγχρονης τέχνης και ποικίλων άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων. Το μουσείο ενθαρρύνει την ψυχαγωγική και παιδευτική επαφή του κοινού με τις εκθέσεις του μέσω των εκπαιδευτικών και ενημερωτικών προγραμμάτων και εκδίδει ετησίως περιοδικό, στο οποίο παρουσιάζονται η δραστηριότητα του, καθώς και σύντομα, αλλά περιεκτικά άρθρα, που αφορούν έργα από τις συλλογές του.