Ρεμπέτικο τραγούδι: Μια μελωδία με λαικούς χρωματισμούς

Η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού ξετυλίγεται μέσα από μελωδίες με λαϊκούς χρωματισμούς.

Η παράδοση του ρεμπέτικου τραγουδιού, αναλοίωτη στο χρόνο, συνεχίζει μέχρι και σήμερα να συγκινεί πλήθος ανθρώπων που πρόλαβαν να ζήσουν στην εποχή της κορύφωσής του ως είδος, ενώ ταυτόχρονα αποκτά έναν αυξανόμενο αριθμό νέων οπαδών που ελκύονται απο την ιστορία και τη μελωδικότητά του.  Το παράξενο είναι πως η πλειοψηφία αυτών αποτελείται απο νέα παιδιά, που δεν είχαν καμία άμεση επαφή μαζί του.  Παρόλαυτά η τεχνολογική προόδος που καθιέρωσε την ηχογράφηση και τη παραγωγή δίσκων, συνέβαλε δραστικά στη διάσωση της αυθεντικότητας του ρεμπέτικου τραγουδιού, ενώ παράλληλα το μεράκι διάφορων ερασιτεχνικών σχημάτων κράτησε αυτό το είδος μουσικής ζωντανό.

rembetiko-tragoudi4

Φωτογραφία ρεμπετών στο Καραισκάκη, Πειραιάς (1933)

Η ονομασία “ρεμπέτικο” προέρχεται από τη Σερβική λέξη “ρεμπέτ”. Ρεμπέτ είναι ο ατίθασος, ο ανυπότακτος στην κοινωνική αναγκαιότητα της ανθρώπινης συμβίωσης.
Στη δική μας γλώσσα εμφανίζεται ο όρος “ρέμπελος”, λέξη ιταλική που προσδιορίζει αυτόν που ανήκει σε ένοπλο αντάρτικο σώμα. “Ρεμπελιά”, στην ελληνική παράδοση, σημαίνει “επανάσταση”. Ο όρος λοιπόν καθιερώνεται στη δεκαετία του ’60, για να συμπεριλάβει όλην την προγενέστερη λαϊκή μουσική, αλλά και άλλα είδη όπως τα σμυρναίικα, τα πολίτικα, τα μουρμούρικα και άλλα αδέσποτα τραγούδια, που δεν έχουν στενή μουσικολογική σχέση μεταξύ τους.

Αν μπορούσαμε να δώσουμε ένα ορισμό, πολύ πιθανό να ισχυριζόμασταν πως ρεμπέτικο ονομάζεται το ελληνικό αστικό λαικό τραγούδι που εμφανίστηκε περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα και απέκτησε τη γνώριμη σύγχρονη μορφή του κατα τη τρίτη δεκαετία του 20ου.  Πρώτα διαδόθηκε και εξελίχθηκε μεταξύ των ελληνικών λιμανιών μεγάλων πόλεων, όπως ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη όπου ζούσε η εργατική τάξη, ενώ αργότερα εξαπλώθηκε περαιτέρω σε διάφορα αστικά κέντρα.  Κάποιοι υποστηρίζουν πως οι απαρχές του ρεμπέτικου συνδέονται άρρηκτα με τα τραγούδια των φυλακών, στηριζόμενοι σε αναφορές που έχουν γίνει απο τον Παπαδιαμάντη, το Καρκαβίτσα και πολλούς άλλους.

Η διαδικασία εξέλιξης και εξάπλωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού ξεκινά κάπου στα παράλια της Μικράς Ασίας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Αρχικά αποτελεί άμεσο εκφραστή της τοπικής μουσικής παράδοσης, όπως η δημοτική μουσική εκφράζει τα διάφορα μέρη της Ελλάδας. Τη περίοδο αυτή, η ζωή στην Ελλάδα καθοριζόταν απο παράγοντες όπως η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, ο διπλασιασμός του ελληνικού εδάφους το 1912 και η Μικρασιατική καταστροφή το 1922.  Τότε, τα τραγούδια των προσφύγων σε συνδιασμό με τα δημοτικά και τα νησιώτικα, αποτέλεσαν υπόβαθρο για τη δημιουργία των ρεμπέτικων τραγουδιών.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και πριν από αυτήν, μεγάλος αριθμός Ελλήνων μετανάστευσε στις Η.Π.Α., μεταφέροντας εκεί την ελληνική μουσική παράδοση, αλλά και το ρεμπέτικο. Ήδη από τις αρχές του 20ου  αιώνα ηχογραφούνται από αμερικάνικες εταιρείες σμυρναίικα και δημοτικά τραγούδια.

Το 1919 ιδρύονται οι πρώτες ελληνικές δισκογραφικές εταιρείες και από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 υπάρχουν ηχογραφήσεις τραγουδιών τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ρεμπέτικα, πριν ακόμα αρχίσουν οι ηχογραφήσεις στην Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα η συνεργασία ελλήνων με ξένους μουσικούς δίνει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

Τα πρώτα ρεμπέτικα τραγούδια επικεντρώνουν τη θεματολογία τους σε παραβατικές πράξεις και ερωτικές σχέσεις, ενώ το κοινωνικό στοιχείο εμφανίζεται περιορισμένο.  Mέχρι το 1938 περίπου, κυριαρχεί το πειραιώτικο στυλ με κυριότερο εκφραστή τον Μάρκο Βαμβακάρη.  Το 1937 εμφανίζεται ο Βασίλης Τσιτσάνης περίπου μαζί χρονικά με τον Μανώλη Χιώτη.  Την ίδια εποχή επιβάλλεται απο το καθεστώς του Μεταξά γενικευμένη λογοκρισία, γεγονός που μεταβάλλει δραστικά το περιεχόμενο των τραγουδιών, αφού οι αναφορές σε χασίσι, σε τεκέδες και ναργιλέδες πλεον απαγορεύονται.  Μέχρι το ’41 εμφανίζονται οι περισσότεροι από τους κλασικούς συνθέτες και τραγουδιστές του ρεμπέτικου τραγουδιού στη δισκογραφία, όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Μπαγιαντέρας, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Στελλάκης Περπινιάδης και πολλοί άλλοι.

rembetiko-tragoudi2

Ο Μάρκος Βαμβακάρης (1905-1972)

Τραγούδια γράφονται και κατα τη περίοδο της κατοχής δεν περνούν όμως στη δισκογραφία, αφού οι εταιρείες παραμένουν κλειστές μέχρι το 1946.  Τότε κύριοι εκπρόσωποι του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης μαζί με τη Μαρίκα Νίνου, ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιώργος Μητσάκης και ο Γιάννης Παπαιωάννου, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι παλιοί περιθωριοποιούνται. Με τη κήρυξη του πολέμου το 1940 γράφτηκαν αρκετά ρεμπέτικα τραγούδια για τον πόλεμο, όπως χαρακτηριστικά τέτοια ήταν “Ο Μάρκος φαντάρος” (Μ. Βαμβακάρη), “Τους Κενταύρους δεν φοβάμαι”, “Στης Πίνδου τα βουνά”, “Γλυκό νά ‘ναι το βόλι”, (και τα τρία του Μπαγιαντέρα), “Τον πόλεμο μας κήρυξες” (του Καρίπη), “Θα πάρω το τουφέκι μου” (του Κηρομύτη), κ.ά.  Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50 το ρεμπέτικο, στη γνήσιά του μορφή, πεθαίνει και δίνει τη θέση του σε μια νεώτερη μορφή του ρεμπέτικου το λεγόμενο αρχοντορεμπέτικο το οποίο και άνοιξε το δρόμο της ευρύτερης πλέον αποδοχής του μουσικού είδους και του μεταγενέστερου λαϊκού τραγουδιού. Γνωστοί καλλιτέχνες του είδους είναι οι: Ζακ ΙακωβίδηςΚώστας Καπνίσης, Tάκης Mωράκης, Γιώργος Μουζάκης και άλλοι.  Στη δεκαετία του ’50 επίσης, κάνουν την εμφάνισή τους δυο απο τους πιο σημαντικούς νέους τραγουδιστές, ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

rembetiko-tragoudi1

Ο Βασίλης Τσιτσάνης (1915-1984)

Στη δεκαετία του 1960 η φλόγα του ρεμπέτικου τραγουδιού αναζωπυρώνεται.  Οι φιλότιμες προσπάθειες των φοιτητών, τα άρθρα που γράφονται και η ηχογράφηση του Επιταφίου του Θεοδωράκη έχουν ως αποτέλεσμα να στρέψουν το ενδιαφέρον των δισκογραφικών εταιρειών εκ νέου στα ρεμπέτικα.  Άρχισαν να διοργανόνωνται ρεμπέτικες μουσικές βραδιές, όπου ο κόσμος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τους παλιούς ρεμπέτες, ενώ ηχογραφήθηκαν αρκετά απο τα παλιά ρεμπέτικα, κυρίως με τις φωνές των Μπιθικώτση και Μπέλλου. Ταυτόχρονα ιδρύονται κέντρα για την μελέτη του ρεμπέτικου τραγουδιού και οι πανεπιστημιακοί λαογράφοι αρχίζουν να το μνημονεύουν.

Τα βασικά όργανα του ρεμπέτικου τραγουδιού της κλασικής περιόδου είναι το μπουζούκι και η κιθάρα. Το μπουζούκι είναι το σολιστικό όργανο και παίζει την μελωδία, ενώ η κιθάρα αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος.  Συχνά υπάρχουν δύο μπουζούκια που παίζουν διφωνίες (πρίμο-σεγόντο) ή και ψηλά-χαμηλά. Καμιά φορά συμμετέχει και ο μπαγλαμάς σαν σολιστικό συμπλήρωμα του μπουζουκιού, αν και τις περισσότερες φορές παίζει ρυθμό. Ενίοτε χρησιμοποιούνται το ακορντεόν, το βιολί, το πιάνο, το κοντραμπάσο, και ως κρουστά τα κουτάλια, τα ζίλια. Στις παλαιότερες ηχογραφήσεις, πιο κοντά στη δημοτική ή στην ανατολική παράδοση, ακούγονται σαντουροβιόλια (σαντούρι και βιολί), κανονάκι και ούτι. Ορισμένες φορές ακούγεται κάτι σαν ήχος γυαλιού. Πρόκειται για τον ήχο που παράγεται από το χτύπημα ενός κομπολογιού σε ένα ποτήρι, γνωστό και ως ποτηροκομπολόγι. Στις παρέες και στις ταβέρνες συνήθιζαν να συνοδεύουν τους μουσικούς με αυτόν τον τρόπο, συνήθεια που πέρασε και σε κάποιες ηχογραφήσεις.

rembetiko-tragoudi3

Μερικά απο τα μουσικά όργανα που συνοδεύουν το ρεμπέτικο τραγούδι.

Οι δημιουργοί του ρεμπέτικου κατέχουν εμπειρικά τη μουσική γνώση και όχι θεωρητικά.  Το αποτέλεσμα είναι συλλογικό και πολλές φορές συλλογική είναι και η προσπάθεια για τη παραγωγή της μελωδίας και των στίχων. Στόχος είναι η αρμονική σύνδεση στίχων και μουσικής, να εκφράζει δηλαδή η μουσική νοηματικά και συναισθηματικά τον στίχο.

Το γεγονός πως το ρεμπέτικο τραγούδι δεν άφησε κανένα κοινωνικό φαινόμενο που να μην το καταγράψει, ότι άντλησε πηγές από τη ζωή της εργατικής τάξης αλλά και οτι εξέφρασε λαϊκούς πόθους, δείχνει ότι αποτελούσε γνήσια λαϊκή δημιουργία. Η θεματολογία του ασχολείται με τη ζωή των λαϊκών μαζών, με τη καταγραφή της φτώχειας, του έρωτα, την άρνηση της κοινωνικής αδικίας, την πάλη της εργατικής τάξης και της απελευθέρωσης του λαού απο τη γερμανική κατοχή, όπως μαρτυρούν τα ρεμπέτικα της κατοχής.  Άλλα θέματα που συναντώνται συχνά είναι η φυλακή, τα συγγενικά πρόσωπα (π.χ. η μητέρα), ο θάνατος, η ξενιτιά, σατιρικά, για τον στρατό και τον πόλεμο, για «μικρά» θέματα της καθημερινής ζωής, για εξωτικούς τόπους, την ασθένεια, για τις μικρές λύπες και καημούς των ανθρώπων. Προσεγγίζοντας λοιπόν τη συνεισφορά του ρεμπέτικου στη συνέχεια της λαϊκής μουσικής μας παράδοσης, μπορούμε δίκαια να το κατατάξουμε στην ιστορία της λαϊκής μουσικής δημιουργίας.

Μερικοί υποστηρίζουν πως το ρεμπέτικο πέθανε. Κάποιοι όμως εύστοχα αναρωτιούνται, πώς μπορεί να θεωρηθεί νεκρό ένα είδος τραγουδιού το οποίο τραγουδιέται ακόμα;

Επιμέλεια: Μαρία Παραρά για το greekaffair.gr