Ο Συγγραφέας Λουκάς Κονανδρέας μίλησε στο greekaffair.gr και στον Κυριάκο Τσικορδάνο για το πρώτο του συγγραφικό παιδί του με τίτλο “Καλύτερα Σκοτωμένη παρά Χωρισμένη”.

Ο Λουκάς Αθανασίου Κονανδρέας είναι γιατρός και γεννήθηκε στο Κουπάκι Φωκίδας. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά τη στρατιωτική του θητεία και το «αγροτικό ιατρείο»μετανάστεψε στον Καναδά και στις ΗΠΑ για μετεκπαίδευση στην Ιατρική (Τορόντο, Σικάγο και Καλιφόρνια).

Άσκησε επείγουσα ιατρική σε διάφορα νοσοκομεία της Καλιφόρνιας και στη συνέχεια μετακόμισε στο Κονέκτικατ, όπου οργάνωσε και διευθύνει μέχρι σήμερα ένα ιατρικό κέντρο επειγόντων περιστατικών. Είναι παντρεμένος με τη Γεωργία, η οποία είναι διδάκτωρ Ψυχολογίας και έχουν δυο γιους που βρίσκονται στο στάδιο των πανεπιστημιακών τους σπουδών.

kalitera-skotomenei-para-xorismenei

Είστε ένας καταξιωμένος Ιατρός που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό, μεσοαστικό και βαθιά συντηρητικό, το Κουπάκι Φωκίδας. Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας από τα παιδικά σας χρόνια; Είναι όμορφες ή άσχημες;

Όμορφες και πολλές. Αισθανόμουν σιγουριά με τους καλούς γονείς που είχα. Και είχαμε καλόν ιερέα και καλούς δάσκαλους. Ήξερα τους πάντες. Είχα την ευχέρεια να μπαίνω στα περισσότερα σπίτια χωρίς φόβο και σχεδόν όλες αυτές οι επισκέψεις ήταν ευχάριστες καθώς με καλοδεχόντουσαν με μια καλή λέξη και ένα κέρασμα. Ήμουν ελεύθερος να τρέχω, να παίζω με τους φίλους. Να βλέπω και να περιποιούμαι κατοικίδια ζώα. Να συμμετέχω στις γεωργικές δουλειές και να βλέπω κάθε χρόνο πώς η άνοιξη φέρνει τη ζωή με τα λουλούδια της, και μετά πώς η ζωή καρποφορεί και ωριμάζει το καλοκαίρι και το φθινόπωρο και φαίνεται σαν να πεθαίνει το χειμώνα. Υπήρχε το μαγαζί του χωριού που βοηθούσα τον πατέρα μου και που άκουγα όλες τις ιστορίες από τους μεγάλους. Ήταν σαν να είχα 15 παππούδες κάθε βράδυ. Και είχα και τον καλύτερο δυνατό νυχτερινό ύπνο. Έπειτα, υπήρχαν οι γιορτές. Τα πανηγύρια. Οι διακοπές. Οι επισκέψεις στο διπλανό χωριό ή στην κοντινή κωμόπολή ή και στην Αθήνα από καιρό σε καιρό. Το περίεργο είναι ότι δεν ήξερα πόσες και πόσο καλές ήταν οι αναμνήσεις εκείνες μέχρι κάμποσα χρόνια μετά όταν μεγάλωσα και είδα παιδιά σε άλλες κοινωνίες και έκανα και παιδιά δικά μου. Ακόμη πιο περίεργο βρισκω αυτό που έχω ακούσει πολλές φορές από ανθρώπους που έχουν διαβάσει το βιβλίο μου εδώ στις ΗΠΑ και που από τις περιγραφές που κάνω έμαθαν πως ζουσα στο Κουπάκι τότε. Γόνοι πλούσιων οικογενειών, ενήλικες τώρα, που είχαν στα παιδικά τους χρόνια παραπάνω από όσα η κοινή ανθρώπινη φαντασία κάνει ένα παιδί ευτυχισμένο. Μου το έχουν πει πολλοί: «Μακάρι να είχα και εγώ σαν παιδί ό,τι είχες εσύ τότε. Ήσουν τυχερός!».

Από μικρός σας άρεσε  η ιδέα της ιατρικής ή παρουσιάστηκε αργότερα η επιθυμία να ασχοληθείτε με την Ιατρική;

Μου άρεσε από μικρός. Ο λόγος ήταν ότι υπήρχαν στην περιοχή που ζούσα μερικοί Ιατροί που ήταν πάντα χρήσιμοι σε όλους και που όλοι τους εκτιμούσαν.

Σε ποια ηλικία αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την συγγραφική δραστηριότητα;

Αργά και συγκεκριμένα πριν 14 χρόνια.

Όταν αποφασίσατε να γράψετε αυτό το ερωτικό δράμα, συζητήσατε την ιδέα σας με κάποιον; Ποιές ήταν οι αντιδράσεις;

Πολλά χρόνια πριν καν αρχίσω να το κουβεντιάζω, ήταν η γυναίκα μου που επέμενε να ξεκινήσω να γράφω το βιβλίο. Αλλά δίσταζα επειδή και χρόνο δεν είχα αρκετό αλλά και επειδή ένοιωθα ότι δεν είχα συγγραφικές ικανότητες. Αργότερα, έκανα και συζητήσεις με άλλους στην οικογένειά μου με αντιδράσεις ποικίλες, θετικές και αρνητικές. Ενοχλούσε μερικούς η πιθανότητα αναζωπύρωσης παθών στο χωριό καταγωγής, όπως και ο φόβος ότι μερικά «άπλυτα» δικά μας θα μπορούσαν αν βγουν στη φόρα.

konandreas

Στο βιβλίο «Καλύτερα Σκοτωμένη Παρά Χωρισμένη» ποιες ήταν οι πηγές σας ώστε να μπορείτε να περιγράψετε με τόση λεπτομέρεια τα γεγονότα;

Αρχικά, είχα πολύ ζωηρή μνήμη των γεγονότων της βραδιάς εκείνης αλλά και των μετέπειτα εξελίξεων στην υπόθεση. Επίσης, είχα την τύχη ο πατέρας μου να μιλά για την ιστορία σε κάθε ευκαιρία και μάλιστα να αναφέρεται σε λεπτομέρειες εξαιρετικά μικρές . Είχε ζήσει τόσο έντονα την υπόθεση που ό,τι και αν έκανε , ακόμη και στην μέση του φαγητού, μπορούσε να σταματήσει, να σηκωθεί όρθιος και να διηγηθεί λεπτομέρειες. Όταν τα ακούς από τον πρωταγωνιστή τόσες φορές  και μνήμη καλή να μην έχεις καταγράφεται.
Έπειτα, ήταν η μετέπειτα απίστευτη περιέργεια του κόσμου που ήξερε ότι ο πατέρας μου κίνησε την υπόθεση και ήθελε να μάθει από μένα λεπτομέρειες της ιστορίας.  Αυτό με υποχρέωνε να τους την διηγούμαι ο ίδιος. Επιπλέον οι ερωτήσεις που μου έκαναν δημιουργούσαν πολλές φορές την ανάγκη να μάθω από άλλους – αυτούς που ήξεραν- και να τους πω. Η έρευνα εκείνη φάνηκε πολύ χρήσιμη αργότερα κατά την διάρκεια της συγγραφής.
Οι συχνές επισκέψεις μου στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ, ακόμη, συνοδεύονταν με επισκέψεις και συνομιλίες κυρίως μ’ αυτούς που γνώριζα πριν φύγω. Μεγάλοι στην ηλικία άνθρωποι.  Και τι θέλαν να κουβεντιάσουν; Τα παλαιά. Τα δικά μας. Μέσα ήταν σχεδόν με όλους τα χρόνια εκείνα και η ιστορία της Παναγιώτας.
Με λίγα λογία αν και δεν είχα σκοπό να γράψω βιβλίο από παλαιά ήταν σαν να δουλεύαν οι συγκυρίες μόνες τους και να γραφόταν από τότε η ιστορία στο νου. Αλλά ούτε αυτά ήταν αρκετά. Έτσι χρειάστηκε να ψάξω . Οι εφημερίδες που κατέγραψαν την δολοφονία ήταν εύκολο να ευρεθούν και να φωτογραφηθούν αλλά με τσουχτερό κόστος.  Για τα  πρακτικά από τις δίκες ένας θεός ξέρει πως με ώθησε να τα κυνηγήσω, όταν όλοι μου έλεγαν «στα 25 χρόνια καταστρέφονται όχι στα 50 που είναι τώρα». Ήμουν  τυχερός να τα βρω επειδή φυλάσσονταν από το κράτος για εκπαιδευτικούς λόγους για  δικαστικούς  και  αστυνομικούς.

Αλλά παρ όλες τις παραπάνω πήγες υπήρχαν αρκετά σκοτεινά σημεία, κυρίως σχετιζόμενα με τις προθέσεις των πρωταγωνιστών, για τα οποία  χρειάστηκαν πάνω από 160 συνεντεύξεις. Αυτό ήταν και το πιο κουραστικό. Το πιο δύσκολο. 

Το βιβλίο σας περιέχει και αληθινά στοιχεία ή έχετε αναμείξει στο τσουκάλι της συγγραφής και μυθοπλαστικά στοιχεία;

Περιέχει μόνο αληθινά στοιχεία και καθόλου μυθοπλαστικά. Η απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση που αφορά τα στοιχεία που είχα είναι και η απόδειξη.

Όταν ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο, είχατε ήδη δημιουργήσει εκ των προτέρων το περίγραμμα του μέσα στο μυαλό σας;  

Αυτό ήταν δύσκολο στα αρχικά στάδια, αν και είχα προσπαθήσει να το κάνω. Είχα ιδέα σε γενικές γραμμές τι θα περιείχε το βιβλίο αλλά ακριβές και σταθερό περίγραμμα δεν υπήρχε.

Γιατί επιλέξατε για τίτλο του Βιβλίο σας «Καλύτερα Σκοτωμένη Παρά Χωρισμένη»;

Υπήρχαν τρεις πιθανοί τίτλοι. «Παναγιώτα» (το όνομα του θύματος ). «Τιμίως και ευσυνειδήτως» (Ήταν η φράση που οι ένορκοι έλεγαν πρώτη όταν παίρναν μια απόφαση. Αυτό θα εστίαζε την προσοχή στον επηρεασμό των ενόρκων της Αθήνας και τον μοναδικό ένορκο που μειοψήφησε, τον Δημοσθένη Δαπόντε). «Καλύτερα Σκοτωμένη Παρά Χωρισμένη» που ήταν τα λόγια της Παναγιώτας και η ουσία τους ήταν που την οδήγησε στο τέλος της. Επικράτησε η τελευταία εκδοχή και είμαι ευτυχής γι’ αυτό. Αρέσει σε όλους και αυτές οι τέσσερις λέξεις αποτελούν ουσιαστικά τη σύνοψη της όλης ιστορίας.

Υπήρξαν στοιχεία του χαρακτήρα σας που δυσκόλεψαν στη συγγραφή του βιβλίου;

Υπήρξαν. Ήταν  το στοιχείο του σεβασμού της αλήθειας. Θα περιγραφόταν μια αληθινή ιστορία. Δεν ήθελα να επιτρέψω κριτικές σχετικά με την καταγραφή της αλήθειας.  Ήταν το στοιχείο της περηφάνειας.  Και το βιβλίο ήταν οικογενειακή ιστορία. Αυτό με έκανε να αισθάνομαι την υποχρέωση να γίνει καλή συγγραφή για να το αντέξει τουλάχιστον, αν όχι να το ευχαριστηθεί, ο  αναγνώστης.

Τέλος ήταν και το στοιχείο της υπευθυνότητας προς την οικογένειά μου άλλα και στην  δουλειά μου σαν Γιατρός. Διερωτόμουν:  Θα μπορούσε η συγγραφή να με παρασύρει και να αμελήσω τις υποχρεώσεις προς την οικογένειά μου, αλλά και την δουλειά μου που έχει άμεση σχέση με την υγεία των ασθενών μου; Παραλήψεις τέτοιου είδους θα είχαν  και άμεσες συνέπειες και θα δημιουργούσαν και μελλοντικές τύψεις.

Κατά το διάστημα που γράφατε το βιβλίο, υπήρχε κάτι που σας έδινε κουράγιο, δύναμη και έμπνευση ώστε να συνεχίσετε τη δύσκολη μάχη της συγγραφής;

Η συγγραφή του κράτησε δώδεκα χρόνια και σ’ όλη τη διάρκειά της, δεν σας κρύβω ότι έπεφτα συχνά και πάλι σε αμφιβολίες και δισταγμούς για το αν κάνω καλά που καταπιάνομαι μ’ αυτή την ιστορία. Ωστόσο, σκεφτόμουν ότι με το βιβλίο θα αποδοθεί τιμή σε ανθρώπους που το άξιζαν: Στην Παναγιώτα, το Θανάση, το Δημοσθένη Δαπόντες και σε άλλους. Έπειτα, ήταν και η προσωπική ικανοποίηση. Αισθανόμουν καλά να ξαναγυρνάω το νου στα παιδικά εκείνα χρόνια. Και συνδύαζα το γεγονός αυτό με μια ανάλυση των θεμάτων της ιστορίας. Επίσης έκανα και μια ανάλυση των χαρακτήρων της ιστορίας που σχεδόν όλους ήξερα καλά. 

Οι ενέργειες των ανθρώπων εκείνων με δίδαξαν πολλά. Ζουσα μέσα από την ιστορία την ζωή τους και μάθαινα. Υπήρξαν πολλές στιγμές που είπα: «Αυτόν ή αυτήν που θυμάμαι σαν τόσο απλό άτομο μπόρεσε στ’ αλήθεια να σκεφτεί έτσι; Πώς μπόρεσε να αντέξει την πίεση σε στιγμές που η οικογένειά του και η ζωή του μερικές φορές κρεμόταν στην συγκεκριμένη ενέργεια/στιγμή; Σε κάτι τέτοιες στιγμές το «αισθανόμουν καλά», γινόταν μέθη.

Τέλος, αυτό που μου έδινε δύναμη ήταν η ηθική στήριξη της γυναίκας. Ανυπολόγιστη αξία! Επειδή η ίδια είναι και ψυχολόγος, ήταν ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για να με ενθαρρύνει.

Συνήθως πόσες ώρες την ημέρα γράφετε;

Κάπου 3-4 την ημέρα. Η δουλειά μου δεν μου επιτρέπει περισσότερες.

Υπάρχουν βιβλία που έχετε διαβάσει και που πιστεύετε ότι επηρέασαν και διαμόρφωσαν με κάποιο τρόπο την προσωπικότητά σας;

Έχω διαβάσει φυσικά τα του σχολείου (Οδύσσεια και Ιλιάδα). Επίσης βιβλία του  Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Καζαντζάκη, Μυριβήλη, Παπαδιαμάντη, Καβάφη, Μακρυγιάννη, Βίκτωρ Ουγκώ , Μαρκ Τουεΐν, Tρούμαν Καπότε, Τολστόι, Σαίξπηρ, κτλ. Από όλα έμαθα και σίγουρα επηρέασαν και διαμόρφωσαν την προσωπικότητα μου αλλά αδυνατώ να καθορίσω ποιο ήταν αυτό που με επηρέασε περισσότερο.

15281046_10211380703172018_42280842_n

Το βιβλίο που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά στην Αμερική, έχει λάβει αρκετές διακρίσεις, πώς αισθάνεστε για αυτό;

Μου αρέσει που μνημονεύτηκαν η Παναγιώτα, ο Θανάσης ο πατέρας μου, ο Δημοσθένης Δαπόντες, ο οποίος ήταν ο μοναδικός ένορκος που τιμίως και ευσυνειδήτως αρνήθηκε και δεν ακολούθησε τους άλλους ενόρκους. Αισθάνομαι  περηφάνια, αλλά όχι εγωισμό. Και η περηφάνεια επεκτείνεται στην οικογένεια μου και στην πατρίδα μου. Μου αρέσει ότι το βιβλίο μου, που αναφέρεται σε μια παλαιά ελληνική ιστορία, διαβάζεται, εκτιμάται και ευχαριστεί όχι μόνο τον Ελληνισμό της Αμερικής άλλα και τους υπόλοιπους. Καλό είναι για όλους μας πιστεύω όταν ακούω Αμερικανούς που έχουν διαβάσει την ιστορία να λένε: «Πώς μπόρεσαν οι απλοί εκείνοι άνθρωποι που ζούσαν τότε σε ένα μικρό χωριό στα βουνά και που πολλοί ήταν και αγράμματοι- όπως λες-  να επιζήσουν, να σκεφτούν, να ελιχθούν, όπως έκαναν ….Θα πρέπει να ήταν έξυπνοι άνθρωποι». Και κάποιος άλλος δίπλα απαντά: «Αυτοί ήταν έξυπνοι πριν 2500 χρόνια και μιλάμε για πριν 50-60;». Μπορεί αυτό να μην σε κάνει να αισθάνεσαι περήφανος σαν Έλληνας;

Υπάρχουν πράγματα για τα οποία έχετε μετανιώσει στη ζωή σας; Αν μπορούσατε να γυρίσετε το χρόνο πίσω θα αλλάζατε κάτι;

Αν και μερικές φορές μου έρχεται αυτό στο  νου-και το θεωρώ φυσικό- ή συζητώ αυτό το ενδεχόμενο με άλλους, ούτε έχω μετανιώσει, ούτε θα άλλαζα κάτι. Ίσως σε αυτό να με βοηθά ο έμφυτος ρεαλισμός, να είμαι ευτυχής με ό,τι κάνω και να αποδέχομαι τα αποτελέσματα των ενεργειών μου χωρίς να διαμαρτύρομαι. Επίσης πιθανώς να  βοηθά και το γεγονός ότι δεν με έχουν βρει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, σπουδαία προβλήματα/βάσανα, για να επηρεάσουν την αισιόδοξη ψυχολογία μου.

Πόσο εφικτό είναι να διευθύνει κάποιος μια κλινική και συγχρόνως να μπαίνει στο πεδίο της συγγραφής;

Είναι δύσκολο και είναι και ο λόγος που η συγγραφή κράτησε 12 χρόνια.

Με πιο τρόπο συμπαραστάθηκαν η σύντροφος και η οικογένεια σας κατά τη συγγραφή του βιβλίου σας;

Η Τζόρτζια, η σύζυγός μου, που έφυγε σαν μετανάστης και αυτή στα 8 από τα Βορδόνια της Λακωνίας και που έγινε Doctor Ψυχολογίας με ώθησε να γράψω την ιστορία αφού έξυπνα αρνήθηκε να την γράψει η ίδια με το αιτιολογικό ότι η μνήμη ήταν δίκη μου, όχι δίκη της και ότι εγώ θα «γράφω με την καρδιά» και διαφορετικά από εκείνη ή οποιοδήποτε συγγραφέα που δεν θα έχει τον συναισθηματικό παράγοντα.

Με βοήθησε πολύ στις δυσκολίες της συγγραφής, ειδικά στην αρχή. Διάβαζε καθημερινά τις 5-6 σελίδες που είχα γράψει και επικροτούσε ή διαφωνούσε με κομμάτια της συγγραφής. Η ίδια δεν πίστευε, όπως και εγώ, ότι το βιβλίο είχε δυνατότητες βραβείων και τέτοιων κριτικών αλλά το ότι θα υπήρχε μια ιστορία οικογενειακή, αληθινή, που θα αναφερόταν στην Παναγιώτα και τον πατέρα μου Θανάση. Για τους απογόνους μας αυτό θα ήταν αρκετό.

Ήταν, επίσης, πολύ σπουδαίο ότι η Τζόρτζια υπήρξε ασυμβίβαστη και στο πλάι μου στο να ειπωθεί η ιστορία απόλυτα ειλικρινά όταν σε κάποιο σημείο δεχόμουν πίεση από μέλη της δικής μου οικογένειας να μείνουν μερικά πράγματα, που τα θεωρούσαν ευαίσθητα, εκτός βιβλίου .

Διαφωνήσαμε πολλές φορές στο τέλος όταν από τις γραμμένες  700 σελίδες  έπρεπε πολλά να φύγουν. Άλλα δεν θεωρούσε σπουδαία εκείνη και άλλα εγώ. Τότε ήταν που χρειάστηκε ειδικός κριτικός/ συγγραφέας που με συμβούλευσε.

Ποιο είναι το μότο σας στη ζωή;

Ορθολογισμός, σχέδιο, σκληρή δουλειά, επιτυχία.

Μετά από την ολοκλήρωση του πρώτου σας συγγραφικού παιδιού υπάρχει κάποιο άλλο εκκολαπτόμενο σύγγραμμα σας στα σκαριά;

Δεν προτίθεμαι να σταματήσω να γράφω. Έχω 2-3 ιστορίες που θέλω να διηγηθώ. Είναι ιστορίες ζωής. Ιστορίες που έζησα ο ίδιος στην Ελλάδα ή στα 43 χρόνια που ζω στις ΗΠΑ. Έχω μάλιστα ήδη ετοιμάσει ένα σκελετό μίας από αυτές, αλλά προτιμώ να καταλαγιάσουν κάπως οι υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν με αυτό το βιβλίο και που έχουν να κάνουν κυρίως με θέματα προβολής του, για να μπορέσω να ασχοληθώ περισσότερο με το νέο βιβλίο.

Σας ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη 

Εγώ σας ευχαριστώ…

Συνέντευξη: Κυριάκος Κ. Τσικορδάνος