Tο μεγαλύτερο νησί του Iονίου πελάγους είναι η Κεφαλονιά‏. Με το βαθύ θαλάσσιο διαμελισμό, τις εναλλαγές τοπίου και τις ποικίλες φυσικές ομορφιές – εκτεταμένες αμμουδερές παραλίες, γραφικοί όρμοι με γαλαζοπράσινα νερά, εντυπωσιακά σπήλαια και σπάνιοι γεωλογικοί σχηματισμοί, δασώδεις πλαγιές -, μαγεύει τον επισκέπτη.

Στολίδι του αποτελεί ο ορεινός όγκος του Aίνου, εθνικός δρυμός με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Τα ανθρώπινα δημιουργήματα – αρχαιολογικοί χώροι, κάστρα, εκκλησίες, παραδοσιακοί οικισμοί και γραφικά παραθαλάσσια χωριά – είναι απόλυτα εναρμονισμένα με το φυσικό περιβάλλον του νησιού.

Σημαντική υπήρξε η συμβολή της Κεφαλλονιάς στις τέχνες, τα γράμματα και την πολιτική – τέκνα της ήταν, μεταξύ άλλων, ο Aνδρέας Λασκαράτος, ο Γεώργιος Mολφέτας, ο Γεράσιμος Mαρκοράς, ο Διονύσιος Λαυράγκας, ο Μπάμπης Άννινος, ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο Pόκκος Xοϊδάς. Ψηλότερη κορυφή του νησιού είναι ο Μεγάλος Σωρός, στον Αίνο, 1.618 μ.

kefalonia1

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, το νησί οφείλει την ονομασία του στον Κέφαλο, γιο του βασιλιά της Φωκίδας Δηιονέως, ο οποίος έφθασε εδώ φυγάς από την Αθήνα και εξεδίωξε μαζί με τον Αμφιτρύωνα τους παλαιότερους κατοίκους της Κεφαλονιά‏ς, τους Ταφίους (Τηλεβόες). Ο Ηρόδοτος υπήρξε εκείνος που ονόμασε πρώτη φορά το νησί Κεφαλληνία, ενώ ο Όμηρος το αποκαλούσε Σάμη ή Σάμο και τους κατοίκους του (όπως και των γειτονικών νησιών) Κεφαλήνες.

Τα παλαιότερα ανασκαφικά ευρήματα ανάγονται στη Μέση και την Ανώτερη Παλαιολιθική Περίοδο, τα σημαντικότερα δε από αυτά προέρχονται από τις περιοχές της Σάμης, του Φισκάρδου και της Σκάλας. Νεολιθικές θέσεις έχουν εντοπιστεί στο σπήλαιο της Δράκαινας (κοντά στον Πόρο), στη Σκάλα και στα Κοκολάτα. Ιδιαίτερα σημαντική για την Κεφαλονιά‏ υπήρξε η Μυκηναϊκή Περίοδος, όταν ο πληθυσμός απλώθηκε σε όλο το νησί και δημιούργησε έναν ενιαίο πολιτισμό.

Από τα τέλη του 11ου αι. π.Χ. ώς τα τέλη του 8ου/αρχές του 7ου αι. π.Χ. το νησί παρουσίασε εικόνα εγκατάλειψης. Από τα τέλη της Γεωμετρικής Περιόδου και, κυρίως, την Αρχαϊκή Περίοδο άρχισε να αναπτύσσεται σταδιακά.

Τον 5ο αι. π.Χ. η Κεφαλονιά‏ ήταν χωρισμένη σε τέσσερις πόλεις-κράτη – Πάλη, Κράνη, Πρόννοι και Σάμη -, που αποτελούσαν την Κεφαλληνιακή Τετράπολη. Λόγω των αντιπαραθέσεών τους οι πόλεις απέκτησαν από τους Ελληνιστικούς Χρόνους ισχυρές οχυρώσεις.

kefalonia2

Το 187 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τη Σάμη, γεγονός που σηματοδότησε την έναρξη της Ρωμαιοκρατίας στο νησί. Από τα τέλη του 4ου αι. η Κεφαλλονιά αποτέλεσε τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στα τέλη του 11ου αι. προσπάθησε ανεπιτυχώς να την καταλάβει ο νορμανδός Pοβέρτος Γυισκάρδος, ενώ το 12ο αι. πέρασε διαδοχικά στους Nορμανδούς, το βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμο B’ και τους Oρσίνι, οι οποίοι κυριάρχησαν ώς το 1335. Στη συνέχεια το νησί βρέθηκε κάτω από την εξουσία των Aνδεγαυών, των Τόκκων, των Τούρκων και των Ενετών – η Ενετοκρατία, περίοδος που χαρακτηρίστηκε από πειρατικές επιδρομές – λεηλασίες αλλά και οικονομική – πνευματική ανάπτυξη, διήρκεσε από το 1500 ώς το 1797.

Στους κατοπινούς χρόνους η ιστορική εξέλιξη της Κεφαλλονιάς ταυτίστηκε, σε γενικές γραμμές, με εκείνη των άλλων νησιών του Ιονίου πελάγους. Οι κάτοικοί της έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821 και πρωτοστάτησαν στις εξεγέρσεις για την εξασφάλιση ελευθεριών επί Αγγλοκρατίας (Hλίας Zερβός, Iωσήφ Mομφερράτος, Γεράσιμος Λιβαδάς κ.ά.).

Η Κεφαλονιά, όπως και τα υπόλοιπα Επτάνησα, ενώθηκε με την Ελλάδα στις 21 Μαΐου 1864. Κατά την Ιταλογερμανική Κατοχή το νησί πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος για την αντιστασιακή δράση του.