Ακόμη κι αν δεν τα ξέρεις, δεν είναι ποτέ αργά να τα γνωρίσεις. Ο λόγος για τα μπαρ που διαγράφουν τροχιά διαρκείας στην αθηναϊκή νύχτα κρατώντας χαρακτήρα, αδιαφορώντας για τις εφήμερες μόδες, ευνοώντας την απροσποίητη επικοινωνία και χαρίζοντας στους θαμώνες τους παντοτινές αναμνήσεις. Μικροί ναοί του αλκοόλ που μεγαλώνουν όμορφα…

Au Revoir

Με δύναμη από τα ’60s
Τα πάντα σε αυτό το κλασικό μπαρ της Πατησίων, από τη σοφή γεωμετρία και τη διάταξη των επίπλων μέχρι τους τοίχους και τα φωτιστικά από ψάθα, έχουν παραμείνει απαράλλαχτα, όπως τα σχεδίασε ο Αριστομένης Προβελέγγιος στα τέλη του 1957. Ως «σημαντικό και σπάνιο δείγμα διαμόρφωσης εσωτερικού χώρου του ύστερου μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα» μνημονεύει το «Au Revoir» το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Προσβάσιμος άνθρωπος, άνετος και «μπαρόβιος», ο διεθνούς φήμης αρχιτέκτονας δεν είχε πάρει δραχμή για την εργασία του από τον ιδιοκτήτη Θόδωρο Παπαθεοδώρου, τον οποίο συνάντησε όταν εργαζόταν ως barman σε ξενοδοχείο. Λίγο αργότερα ο Λύσανδρος Παπαθεοδώρου απολύθηκε από το στρατό και ήρθε να δουλέψει κι αυτός στο «Au Revoir». Για περισσότερα από 50 χρόνια τα δύο αδέρφια κράτησαν αυτό το bar το οποίο έκανε στέκι της όλη η καλλιτεχνική σκηνή της δεκαετίας του ’60 και όλοι όσοι πήγαν σινεμά η θέατρο στα πέριξ της Πατησίων. Ο κύριος Θόδωρος συνταξιοδοτήθηκε το 2000. «Κάποια στιγμή ο πατέρας μου κουράστηκε, έβγαλε πωλητήριο, αλλά εγώ του είπα “Πατέρα άσ’ το θα το αναλάβω εγώ”», μας λέει ο Σωτήρης ο γιος του Λύσανδρου o οποίος έχει αναλάβει το «Au Revoir» εδώ και τέσσερα χρόνια. «Μου αρέσει η συνύπαρξη των παλιών θαμώνων με τους καινούργιους. Όταν μιλούν μεταξύ τους υπάρχει αλληλοσεβασμός και διάθεση να κερδίσει ο ένας από τον άλλο».

«Au Revoir»

Galaxy

Αυθεντικό ποτάδικο
Άνοιξε το 1972 στη στοά της Σταδίου 5 από τον Γιάννη Αλαμπάνο και τον αδερφό του Δημήτρη. Το 1990, όταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου θέλησε το κρατήσει για δική του χρήση, το bar ξηλώθηκε και «ξαναμονταρίστηκε» αυτούσιο στη στοά της Σταδίου 10. Ήταν πάντα το αυθεντικό στέκι-διάδρομος που προσεγγίζει με ακρίβεια την έννοια του κλασικού bar. Δεν άλλαξε ποτέ ντεκόρ, δεν υιοθέτησε εφήμερους νεωτερισμούς. Τα νοσταλγικά ακούσματα της δεκαετίας του ’50 σε μεταφέρουν σε διάσταση «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα». Στη διακόσμηση δεσπόζουν οι φωτογραφίες των μεγάλων προσωπικοτήτων της διανόησης. «Μόνο ένας ήταν ζωντανός από αυτούς. Ο Ελία Καζάν ο οποίος ερχόταν και στο μαγαζί», θυμάται ο κύριος Γιάννης. Σαράντα δύο χρόνια στο τιμόνι του bar, με το ατσαλάκωτο πουκάμισο και τις σβέλτες κινήσεις του τακτοποιεί οτιδήποτε είναι ασύμμετρο πάνω και πίσω από την μπάρα, ενώ δεν σκέφτεται ακόμα την ώρα της συνταξιοδότησης: «Έχω δεθεί με το μαγαζί και θέλω να έχω επαφή με τον κόσμο. Είναι ευχάριστη η δουλειά μας, όσες δυσκολίες κι αν έχει». Νιώθει πάντως μεγάλη ικανοποίηση που ο διάδοχός του δεν είναι άλλος από τον γιο του τον Κώστα, ο οποίος έχει αναλάβει την απογευματινή βάρδια.

Ο Γιάννης Αλαμπάνος του «Galaxy»

Βρεττός

Out of time

Τα εκατοντάδες πολύχρωμα μπουκάλια και τα λαμπιόνια του έχουν κοσμήσει τις σελίδες του «Guardian» και του «National Geographic» αλλά και τα φωτογραφικά άλμπουμ πάμπολλων τουριστών. Πρόκειται για το παλιότερο αποστακτήριο της Αθήνας, το οποίο λειτούργησε για πρώτη φορά στο ισόγειο ενός νεοκλασικού στην καρδιά της Πλάκας το 1909. Ο ιδρυτής του, ο κ. Μιχαήλ Βρεττός, ξεκίνησε παράγοντας εκεί ούζο, μπράντι και λικέρ, από τα all time classics τσέρι και πίπερμαν μέχρι τα πιο ιδιαίτερα κίτρο και μαστίχα. Ο επισκέπτης μπορεί είτε να δοκιμάσει επιτόπου το ποτό που επιθυμεί είτε να αγοράσει το μπουκάλι και να το πάρει μαζί του. Εδώ και περίπου δέκα χρόνια λειτουργεί υπό νέα διεύθυνση με πιο εξωστρεφή διάθεση, ωστόσο παραμένει ένα στέκι χωρίς lifestyle κώδικες, με χαμηλή μουσική που έρχεται από ένα μικρό ραδιοφωνάκι και αποτελεί ένα από τα λίγα μέρη όπου locals και τουρίστες συνυπάρχουν αρμονικά.

«Bρεττός»

Witzwort

Το μικρό Βερολίνο
Το όνομά του σημαίνει «αστεία λέξη» και προέρχεται από ένα χωριό στα σύνορα Γερμανίας και Δανίας. Εξαιρετικά καλαίσθητο, με ατμόσφαιρα παλιού βερολινέζικου μπαρ, το «Witzwort» είναι ένα ήσυχο διαμάντι της αθηναϊκής νύχτας που λειτουργεί εκτός πιά­τσας, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στο Καλαμάκι, επί 32 συνεχείς χειμώνες. Η πλούσια δισκοθήκη είναι jazz και easy listening και ο χώρος του γεμάτος αντίκες. «Αρκετά από αυτά τα κομμάτια τα έχει φέρει ο κόσμος που έρχεται εδώ για να έχει κάτι δικό του». Και ο Μιχάλης και ο Ρόνι, οι δύο έξοχοι και πρόσχαροι οικοδεσπότες, έχουν μια ιστορία για το καθένα από αυτά. Αγαπούν τη δουλειά τους και τους επισκέπτες τους όσο τίποτα. Η πηγαία τους ευγένεια αντανακλάται όμως και στη διάθεση του κόσμου. «Σήμερα έρχονται τα παιδιά εκείνων που σύχναζαν εδώ παλιότερα», λένε με ικανοποίηση… «Καμιά φορά σκεφτόμαστε ότι το μπαρ κάποια στιγμή θα κλείσει και μας πιάνει στενοχώρια. Γιατί εδώ είναι η ζωή μας…»

«Witzwort»

Ιπποπόταμος

Στο κλασικό ­χωράνε όλοι

Δεν το λες ούτε εξαρχειώτικο ούτε κολωνακιώτικο. Για την ακρίβεια ακροβατεί ανάμεσα στους δύο κόσμους και γεωγραφικά ανήκει στη Νεάπολη. Σε αυτό το bar (αλλά και στη «Ράτκα» η οποία τότε λειτουργούσε ως bar ) αναφερόταν ο Βαγγέλης Γερμανός στο δίσκο του «Τα μπαράκια». Άνοιξε το 1978, όταν η οδός Δελφών δεν είχε ακόμα πεζοδρομηθεί, και βρίσκεται στο ισόγειο ενός παλιού αρχοντικού σπιτιού που χρονολογείται στις αρχές του 20ού αιώνα. Στα πάνω πατώματα έμεναν οι ένοικοι του σπιτιού, ενώ στο ισόγειο, εκεί που τώρα είναι ο «Ιπποπόταμος», ήταν τα δωμάτια του αμαξά και της μαγείρισσας οι οποίοι ήταν μάλιστα ανδρόγυνο. Τα πρώτα δύο τρία χρόνια ήταν γαλλικό μπιστρό, ενώ από τις αρχές των ’80s έως τον Φεβρουάριο του 2014 λειτούργησε από τον Νίκο Χειλά με τη μορφή που το ξέρουμε σήμερα. Σαν ένα φιλικό, χαμηλών τόνων μπαρ, με τις vintage ρεκλάμες και τις αφίσες κινηματογραφικών ταινιών να συνθέτουν το διάκοσμο και τη ροκ μουσική και τα κλασικά ακούσματα να απαρτίζουν το soundtrack. Ήταν το πρώτο μέρος στην Αθήνα που σέρβιρε χειροποίητη σανγκρία και κρατάει ακόμη τη συνταγή σαν επτασφράγιστο μυστικό. Από τον Μάιο του ’14 το έχει αναλάβει και το τρέχει με κέφι η καλή ραδιοφωνική παρέα Γιάννης Παναγιωτάκης, Γιώργος Ζερβός και Άλκης Στεφάνου. «Είναι ένα κλασικό bar. Και στο κλασικό χωράνε όλοι», συμφωνούν.

«Ιπποπόταμος»

Sui Generis

Σαν παριζιάνικο καμπαρέ
Ντυμένο στο ξύλο και το δέρμα, με τον επιβλητικό πολυέλαιο, τις απλίκες-καθρεφτάκια, τον πίνακα του Ματίς, τις κόκκινες βελούδινες κουρτίνες και τους καθρέφτες να κοσμούν τη σάλα του από το 1987 οπότε κι εγκαινιάστηκε, το «Sui Generis» αναδίνει ακόμη εκείνη την αρχοντική και ατμοσφαιρική αύρα του ­παλιού παριζιάνικου καμπαρέ. Εδώ ήταν το στέκι του Λάκη Λαζόπουλου και του Βλάση Μπονάτσου στα ’90s, δηλαδή στην περίοδο ακμής της πιάτσας Βεντήρη, ενώ από το εσωτερικό της μπάρας του έχουν περάσει άνθρωποι οι οποίοι σήμερα διακρίνονται στο χώρο του θεάματος.
Μολονότι οι θαμώνες του δεν ανήκαν ποτέ στην ηλικιακή κατηγορία «πιτσιρικαρία», η μικρή πίστα μπροστά στην κονσόλα ήταν και είναι ακόμη γεμάτη ανθρώπους που χορεύουν τα hits των ’80s και των ’90s. «Αυτή η μουσική πιστεύω ότι κράτησε τον κόσμο στο μαγαζί, μαζί με το γεγονός ότι δεν παίζαμε ποτέ ελληνικά», μας λέει ο επί εικοσαετία ιδιοκτήτης του Χρήστος Μπαλαούρας (πριν ήταν ο Νίκος Μαούνης ). «Ποτέ δεν ήταν στημένος ο κόσμος εδώ κι ας αναγράφεται στις αποδείξεις η επωνυμία της επιχείρησης ΔΗΘΕΝ ΕΠΕ».

«Sui Generis»

Jazz In Jazz

Ένα jazz μουσείο στη Δεξαμενή

Λειτουργεί στο Κολωνάκι από το 1996, ωστόσο η ιστορία του ξεκινάει το ’78, όταν ο τότε ιδιοκτήτης του,  Κώστας Σπανός, το πρωτοάνοιξε στην Αγία Γαλήνη της Κρήτης. Έχοντας ξεμπαρκάρει από τα καράβια, αναζήτησε να στεγάσει σε ένα barτην αγάπη του για την jazz μουσική αλλά για και τα jazz memorabilia, τα οποία συνέλεξε στα ταξίδια του και συνέχισε να μαζεύει με ευλάβεια και αργότερα. Σαν μικρό μουσείο, το «Jazz In Jazz» ήταν πάντα ένας χώρος ζεστός, με αμέτρητα πορτρέτα των μουσικών της jazz και σπάνιες ηχογραφήσεις από τη δεκαετία του ’60 και πίσω. Έμπαινες μέσα κι η ψυχή σου γαλήνευε. Αυτούσιο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, λειτουργούσε πάντα και λειτουργεί ακόμα το «Jazz in Jazz» στο Κολωνάκι. Ο κ. Κώστας μπορεί να μη ζει πια, όμως πρόλαβε να μεταλαμπαδεύει στον ανιψιό του τον Βαγγέλη το μικρόβιο της jazz. Ο ίδιος έχει αναλάβει εξολοκλήρου το μαγαζί εδώ και τέσσερα χρόνια και, τηρώντας τις παραδόσεις, χτυπάει καμιά φορά το καμπανάκι και παρακαλεί τους επισκέπτες του bar να κάνουν λίγη ησυχία για να απολαύσουν όλοι μαζί «μια πλάκα από το γραμμόφωνο».

«Jazz in Jazz»

Iντριγκα

Ο ορισμός του εξαρχειώτικου μπαρ
Την εποχή που άνοιγε η «Ίντριγκα» στα Εξάρχεια, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, τα μόνα κλασικά spots στην περιοχή ήταν ο «Βεζούβιος» και το «Dada». Θέλοντας να δημιουργήσουν ένα στέκι και για τους ίδιους, ο Γιώργος Τσιλδερίκης, η Στέλλα Νεστορίδου και η ερμηνεύτρια Μαρία Δημητριάδη άνοιξαν το δικό τους μπαρ, το οποίο έμελλε να εξελιχτεί αμέσως σε σημείο αναφοράς της καλλιτεχνικής αλλά και της πολιτικής σκηνής.
Τότε ο μικρός κάτω όροφος είχε το Jukebox, ενώ στη σάλα του επάνω ορόφου υπήρχε το πιάνο, με τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη να κάθονται, μεταξύ άλλων, στο σκαμπό του. «Ήταν πάντα ένα στέκι στο οποίο ο κόσμος περνούσε καλά κι ερχόταν από διαφορετικές περιοχές της Αθήνας», θυμάται ο σημερινός ιδιοκτήτης Θανάσης Παρασκευόπουλος, ο οποίος ανέλαβε την «Ίντριγκα» το 1999 επιχειρώντας να διατηρήσει το χαρακτήρα του μαγαζιού στις διαφορετικές πλέον συνθήκες των Εξαρχείων, με μουσικές που έχουν αφετηρία τη rock.

«Ίντριγκα»

56

Για jazz και malt
Καλά κρυμμένο εδώ και 23 χρόνια στο ισόγειο μιας­ πολυκατοικίας στις σκάλες της οδού Πλουτάρχου στο Κολωνάκι, το «56» αποτελεί χειμερινό απάγκιο για καλές παρέες πολιτικών, δημοσιογράφων, μουσικών και νεαρών που συνυπάρχουν ανενόχλητα και με φυσικότητα ανάμεσα στα κάδρα με τους θρύλους της jazz. Σε αυθόρμητα ενσταντανέ, η σάλα με την πορφυρή ταπετσαρία-λαχούρι ζωντανεύει όταν γνωστοί καλλιτέχνες της εγχώριας σκηνής ανοίγουν το καπάκι του πιάνου για να σε παρασύρουν στη μαγεία της τέχνης τους.
Έτοιμος να στολίσει την κουβέντα με ένα στίχο ποιητή, ο ιδιοκτήτης του μπαρ κ. Παναγιώτης, εκτός από λάτρης του Tom Waits, της Billie Holiday και της jazz από τη δεκαετία του ’70 και πίσω, είναι επίσης ένας άριστος connoisseur του ουίσκι κι έχει πάντα εφοδιασμένη την κάβα του με μερικές από τις πιο ιδιαίτερες και δυσεύρετες ετικέτες. Του φαίνεται προκλητικό, εποχές που είναι, να τις ονοματίσει, όμως –όπως λέει και ο ίδιος– «ντρέπομαι να σταματήσω να έχω malts».

«56»

Το Αμερικάνικο

Ένα λιμάνι για vintage lovers
Παραμένοντας απαράλλαχτο ως προς την εμφάνιση και τη rock ψυχολογία του, το μικροσκοπικό αυτό μπαρ του Πειραιά αποτέλεσε μια φρέσκια πρόταση με μουσικές από τα ’70s και τα ’80s που δεν είχαν ακουστεί για πολύ καιρό στον Πειραιά. Δεν έπαιζε ποτέ ελληνικά και κρατούσε άκρως… αμερικάνικο χαρακτήρα, με αφίσες και παλιές αυθεντικές διαφημιστικές πινακίδες. Το βλέμμα των vintage lovers θα καρφωθεί στο wallbox που βρίσκεται πάνω στην μπάρα, στο Jukebox 470 της Rockola καθώς και στην τηλεόραση του 1947, η οποία ύστερα από πρόσφατη μετατροπή συνδέεται με στικάκι και παίζει συναυλίες του Έλβις.
Το κοινό του ήταν πάντα «από πιτσι­ρικαρία μέχρι γερουσία», μας λέει ο Κώστας Παπαϊωάννου, ο οποίος ήρθε να δουλέψει ως barman από το πρώτο δεκαήμερο της λειτουργίας του μπαρ τον Μάιο του 1990 και σήμερα είναι ο ιδιοκτήτης του. Και το τηλέφωνο; «Το έκοψα και αυτό, και το WiFi. Μου την είχε βαρέσει που έβλεπα τους νεαρούς να ασχολούνται με τα μηχανήματα του διαβόλου».

«Το Αμερικάνικο»

Rue De Marseille

Intelectuel και πολιτικό
Η «Γκερνίκα» του Πικάσο, το «Φιλί» του Κλιμτ και η φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα με το πούρο αποδίδουν το έντονα πολιτικό και καλλιτεχνικό στίγμα αυτού του cafe-bar με αύρα ευρωπαϊκού κελαριού, που εγκαταστάθηκε στο ημιυπόγειο της οδού Μασσαλίας τη δεκαετία του ’60. Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας έγιναν εδώ οι πρώτες συνελεύσεις για την κατάληψη της Νομικής. Λογοτέχνες, ποιητές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι και πολιτικοί ήταν η μαγιά των τακτικών του θαμώνων. Ο Καρούζος, η Μερκούρη, ο Β. Παπακωνσταντίνου έρχονταν εδώ καθημερινά. Και η Κατερίνα Γώγου. «Δεν υπήρχε ημέρα που να μην ερχόταν εδώ. Καθόταν εκεί στη γωνιά, ήσυχη, μόνη της μέχρι το πρωί. Σαν κοριτσάκι», μας λέει ο κ. Αντώνης, ο οποίος ανέλαβε με τους φίλους του το μαγαζί το 1982, για να μη χάσει το στέκι του, όταν ο πρώτος του ιδιοκτήτης αποφάσισε να το πουλήσει.

«Rue De Marseille»

Batman

One of a kind
Στόμα με στόμα, χωρίς καν φωτεινή επιγραφή, ο λιλιπούτειος «Batman» συντηρεί το μύθο του διάσημου αφτεράδικου στο οποίο θα ακούσεις καλή ελληνική­ μουσική. Άνοιξε το 1989, για να περάσει μια περίοδο «πέτρινων χρόνων». Μέχρι που ο Γιώργος Νάσιος, ο Batman αυτοπροσώπως, γνώρισε τους Παίδες Εν Τάξει οι οποίοι είχαν έρθει από την Πάτρα για μερικές εμφανίσεις στο «Χάραμα». «Με έπαιρναν τηλέφωνο και μου έλεγαν “ερχόμαστε, μην κλείνεις”. Έβγαζαν τα μπουζούκια, έπαιζαν, γινόταν ένας χαμός. Σιγά σιγά άρχισε να γίνεται στέκι μουσικών». Θρυλικά είναι και τα απρογραμμάτιστα live, με τον Νίκο Παπάζογλου και τον Δημήτρη Μυστακίδη να παίζουν σερί από τις τέσσερις μέχρι τις επτά το πρωί ή ακόμη και τον Μιχάλη Ζώγραφίδη από την Κάρπαθο να κάνει πάρτι με τσαμπούνες. Σήμερα το «Batman» παραμένει στέκι σπάνιας ανθρωπιάς, όπου όλοι οι καλοί χωράνε μέσα στην πιο ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα. «Τα μπαρ είναι κοινωνικοί χώροι. Δεν μπορείς να μπαίνεις μέσα και να πουλάς δηθενηλίκι. Το μπαρ είναι για να αφήνεις το πρόσωπο της ημέρας απέξω». Στα εξήντα του πλέον, ο Γιώργος παραμένει στο πόστο του DJ κάθε παρασκευοσάββατο. «Νιώθω ακόμη σαν να κάνω πάρτι στο σπίτι μου. Και αυτό είναι που με κρατάει».

Ο Γιώργος Νάσιος του «Batman»

Επιτόκιο

Rock και… πάνθηρες
Από το «Επιτόκιο» εμπνεύστηκε ένα τραγούδι του ο Μπάμπης Στόκας, την εποχή που ερχόταν τακτικά εδώ. Τόσο αυτός όσο και πολλοί συνάδελφοί του έχουν περάσει από το μαγαζί που άνοιξε ο Τάκης Καλούδης το 1987, κρατώντας τον rock χαρακτήρα του αναλλοίωτο μέχρι σήμερα. Στους τοίχους αφίσες από κλασικές κινηματογραφικές ταινίες, κλασικά λογότυπα, μουσικά όργανα και άλλα memorabilia. Και μια φωτογραφία του Πανιωνίου από τη Σμύρνη του 1909. Τόσο ο κ. Τάκης όσο και ο Θάνος Βασιλάκος (ο σημερινός συνιδιοκτήτης ) δηλώνουν «Πανιώνιοι» μέχρι το κόκαλο, ενώ το μπαρ απέχει μόλις λίγα μέτρα από το «ναό». Πρώτα και κύρια όμως το «Επιτόκιό» τους ήταν και παραμένει ένα ανεπιτήδευτα διαχρονικό μπαρ όπου ακούς μουσικές από ολόκληρο το φάσμα της rock, πίνεις καθαρό straight ποτό και μιλάς με τον άλλον. Δεν είναι τυχαία η ταμπέλα που αναγράφει «Νο wifi, talk to each other».

«Επιτόκιο»

Bar «17»

Το 1957, ο Φώτης Κρικζώνης άνοιξε το «17», ένα από τα πρώτα μπαρ της μεταπολεμικής Αθήνας που έγινε αμέσως στέκι για όλους τους σημαίνοντες της εποχής. Έλληνες και ξένοι, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και κυρίως πολιτικοί από όλα τα κόμματα έγραψαν μερικές από τις πιο σημαντικές σελίδες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας.

Εκτός από την καλή κοινωνία, στο «17» άρχισαν να συχνάζουν και άλλοι, αν όχι καλοί οπωσδήποτε ισχυροί, όπως ο Τομ Καραμεσίνης, αρχηγός της CIA που έκανε το πραξικόπημα της χούντας και ο Γκας Αβράκωτος -«δόκτωρ Βρώμικο τον λέγαμε εμείς».

Η ιστορία του παλιού «17» σταμάτησε το 1990 όταν το μπαρ έκλεισε λόγω ιδιόχρησης. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, ένα καινούργιο bar restaurant με το ίδιο όνομα άνοιξε στην οδό Λυκαβητού το οποίο ανέλαβαν οι γιοι του Φώτη, ο Λάμπρος και ο Μιχαήλ, ενώ η Αλθαία η κόρη του ασχολείται με την άλλη επιχείρηση της οικογένειας στο εστιατόριο του «Μητέρα». Συνταξιούχος πια, ο Φώτης Κρικζώνης γράφει βιβλία. Είναι δυνατόν, όμως, ένας μπάρμαν να κάτσει στο σπίτι του; Ποτέ. Εκεί στο νέο «17» θα τον βρείτε όπως πάντα κομψά ντυμένο, να τριγυρνάει ανάμεσα στα τραπέζια και να φιάχνει τα ωραία του κοκτέιλ.

Ο Φώτης Κρικζώνης  φτιάχνει το διάσημό του Dry Martini (Φωτογραφία: Ιωάννα Χρονοπούλου)