‘’Άμα δεν είναι για θάνατο…’’

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2016. ‘’Καλημέρα, καλημέρα…’’ ακούστηκε η χαρούμενη φωνή του εκφωνητή στο ραδιόφωνο να τους ενημερώνει για τον καιρό.

Αυτή η ημερομηνία από τότε που του την ανακοίνωσε ο δικηγόρος του, έχει γραφτεί με μαύρο μελάνι ανεξίτηλα στην καρδιά του. Ο γιος του, τού έριχνε συνέχεια κλεφτές ματιές μέσα απ’ τα γυαλιά του, καθώς οδηγούσε, για να βεβαιωθεί πως είναι καλά. Λίγα χιλιόμετρα ακόμα και θα είναι μπροστά στα δικαστήρια.

 Τον τελευταίο καιρό, όλοι προσπαθούσαν να του δώσουν κουράγιο και να τον πείσουν πως δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου! Κι αυτός υποκρινόταν συνεχώς, πως συμφωνεί μαζί τους. ‘’Ναι, έτσι είναι… δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου…’’ μονολόγησε χθες βράδυ αντί για καληνύχτα στα παιδιά του. Είχαν μαζευτεί όλοι γύρω του για να τον εμψυχώσουν και να τον αναθαρρήσουν όσο μπορούν, για την καινούργια μέρα που θα ξημέρωνε κι όσα τον περίμεναν.

 Οι φίλοι του δεν τον λησμόνησαν, τον πήραν όλοι τηλέφωνο για να του πουν μια καλή κουβέντα. Ο Αλέκος του σύστησε να κάνει κουράγιο, ο Πάνος υπομονή, ο Φίλιππος του τόνισε πως μονάχα την υγειά μας να έχουμε κι όλα τ’ άλλα γίνονται κι ο Βασίλης του υπενθύμισε πως δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος… όλοι λίγο πολύ υποφέρουν, όλοι στην ίδια μοίρα είναι τα τελευταία χρόνια. Ο Αντρέας κουνούσε το κεφάλι αντί γι’ απάντηση, λες και τον έβλεπαν από το ακουστικό. Δεν ήταν σε θέση ούτε ένα ‘’ναι’’ να ψιθυρίσει. Ένας λυγμός είχε δέσει κόμπο τη φωνή του και δεν έλεγε να βγει μια λέξη απ’ το στόμα του.

Όλοι τον συμμερίζονταν κι όλοι τον συμπονούσαν, μα κανένας δεν ήταν στη θέση του. Σε κανέναν απ’ αυτούς δεν θα έβγαζαν το σπίτι του στο σφυρί, αλλά το δικό του. Κανένας δεν ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει παράφορα σαν ταμπούρλο και την ψυχή του να αιμορραγεί όπως εκείνου τις τελευταίες μέρες. Κανένας. Εκτός από εκείνους τους άμοιρους βέβαια που βρίσκονται στην ίδια θέση με τη δική του. Αυτούς, που τους γκρέμιζαν τα όνειρα μιας ζωής. Αυτούς, που οι κόποι και οι μόχθοι κι ο ιδρώτας πήγαν στράφι μέσα σε μια μέρα, με μια απόφαση καταδικαστική.

 Τα έβλεπε στην τηλεόραση κάθε μέρα και σφιγγόταν η καρδιά του. Δεν του περνούσε απ’ το μυαλό ποτέ η σκέψη πως μπορεί κι αυτός μια μέρα να βρεθεί στην ίδια θέση.  Κι από κει που καθόταν στον καναπέ του και παρακολουθούσε από απόσταση ασφαλείας τα βάσανα και τις δυστυχίες των άλλων, δεν άργησε να τον πάρει κι αυτόν η μπάλα με τα χρέη. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε εκτεθειμένος κι αντιμέτωπος με κατασχέσεις της περιουσίας του. Αυτός, που κάποτε δεν γνώριζε τι θα πει δανεικά, τι θα πει κατάσχεση, τι θα πει πλειστηριασμός. Τίμιος μια ζωή σε όλα του. Τίμιος, εργατικός κι ολιγαρκής. ‘’Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει και με τα πολλά και με τα λίγα…’’ έλεγε στα παιδιά του συχνά τη φράση, που του έλεγε κι ο δικός του φτωχός πατέρας όταν εκείνος ήταν μικρός.

Μήνες ολόκληρους πάσχιζε να βρει μια απάντηση σε δεκάδες ερωτήματα που τον οδηγούσαν στην απόγνωση. Τι έφταιξε; Τι πήγε στραβά; Γιατί ξανοίχτηκε; Πώς πήρε στο λαιμό του τα παιδιά του; Αυτός πάντα ήταν μετρημένος, σε κάθε του βήμα λειτουργούσε με σύνεση. Ποτέ δεν ξόδευε αλόγιστα, ποτέ δεν έκανε άσκοπες αγορές, ποτέ δεν υπέρβαλε σε τίποτα. Πώς;  

 Τα παιδιά του τελευταία παρακολουθούσαν κάθε του κίνηση σαν κατάσκοποι. Δεν τον άφηναν σε ησυχία από την αγωνία τους μην πάθει τίποτα απ’ τη στενοχώρια του. Δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω του κι όλο τον ρωτούσαν, κάθε τρεις και λίγο, ‘’πατέρα είσαι καλά’’;

Δεν ήταν καλά. Δεν μπορούσε να τα κουλαντρίσει όλα αυτά τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που ξυπνούσαν μέσα του και γύρευαν να τον πνίξουν, όπως τα χρέη του. Βρισκόταν σε μια μόνιμη ένταση συνεχώς. Η οργή, ο θυμός, η απογοήτευση, η αγωνία, ο φόβος για το μέλλον, η αγανάκτηση… Όλα αυτά θέριευαν μέρα με τη μέρα και του ανέβαζαν την πίεση στα ύψη.   

 Η απελπισία ήρθε και στρώθηκε για τα καλά μέσα του από τότε που ο δικηγόρος του ανακοίνωσε πως κινδυνεύει πια το σπίτι του.  Κάποιες στιγμές του πέρασε απ’ το μυαλό να τα παρατήσει. Να τα τινάξει όλα στον αέρα και να δώσει τέλος στα βάσανά του, όπως κάνουν τόσοι απελπισμένοι τα τελευταία χρόνια. Μα τι θα έβγαινε; Συλλογιόταν μετά αποκαμωμένος, τα βράδια που ξαγρυπνούσε. Τίποτα. Θα βύθιζε στο πένθος τους δικούς του ανθρώπους και θα τους παρέδιδε το σκήπτρο της αποτυχίας του. Αν άξιζε τον κόπο, αν άλλαζε κάτι, μπορεί και να το έκανε. Να έφτανε ως εκεί, να τραβούσε το σκοινί μέχρι να σπάσει. Μα δεν άξιζε. Τίποτα δε θα διορθωνόταν αν λιγοψυχούσε, τίποτα, όπως δε διορθώνετε και τώρα.  Όπως όλοι έτσι κι αυτός.  

Φτάσανε; Φτάνουν… Ο γιος του, του είπε να ετοιμάζεται να κατέβει. Ένιωθε την καρδιά του να σπαρταράει σαν το ψάρι όσο κοντοζύγωναν στον προορισμό τους.

 Κατέβηκε βιαστικά. Έφτιαξε το σακάκι του και προχώρησε λίγα βήματα προς τα δικαστήρια. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκανε να προχωρήσει, μα θυμήθηκε τον γιο του και κοντοστάθηκε να τον προσμένει. Κόσμος πολύς τον υποδέχτηκε. Δεκάδες άνθρωποι με πανό τεράστια είχαν στηθεί στα σκαλιά της εισόδου και διαπληκτίζονταν με τους αστυνομικούς. Στάθηκε κι έριξε μια ματιά από μακριά. ‘’ΟΧΙ ΑΡΠΑΓΗ ΛΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ’’, ‘’ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΩΡΑ ΛΑΪΚΩΝ ΧΡΕΩΝ’’, ‘’ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΚΑΘΕ ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΤΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΑ, ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ’’, ‘’ΟΠΛΟ ΜΑΣ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ. ΚΙΝΗΜΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ.’’

 Σε λίγα λεπτά τον έφτασε κι ο Πέτρος, ο γιος του, και του έκανε νόημα να προχωρήσουν. Σάλεψε κι αυτός με το ανθρωπομάνι που είχε συγκεντρωθεί στην είσοδο. Όσο πλησίαζαν  ένιωθε το κεφάλι του να το σφυροκοπούν από την ένταση. Για μια στιγμή αντάμωσε η ματιά του μ’ έναν γνωστό του κι ύστερα μ’ άλλον κι άλλον, που του σήκωναν το χέρι από μακριά να τον αναθαρρήσουν και να του δηλώσουν πως του συμπαραστέκονται με την παρουσία τους. Κι ύστερα από ένα λεπτό, είδε τους φίλους τους όλους μαζεμένους να τον προσμένουν στην άκρη με τεντωμένο στα χέρια τους ένα πανό και να φωνάζουν. Ήταν ο Φίλιππος, ο Βασίλης, ο Πάνος, ο Αλέκος… Ήταν κι άλλοι που δεν τους γνώριζε και του φώναζαν για να του τονώσουν το ηθικό, μόλις κατάλαβαν απ’ τους γύρω, πως αυτός ήταν το θύμα για σήμερα. Προχωρούσε αργά με σκυμμένο κεφάλι κι ένιωθε τα μάτια του να θολώνουν απ’ το ρίγος και τη συγκίνηση που του προκαλούσαν αυτές οι έντονες σκηνές που διαδραματίζονταν για χάρη του.  

 Κάποιος υπεύθυνος βγήκε στα πρώτα σκαλιά του Ειρηνοδικείου με τη βοήθεια των αστυνομικών και τους ανακοίνωσε πως η δίκη ματαιώθηκε. Οι συμβολαιογράφοι αποχώρησαν. Ο δικηγόρος του έσπευσε κοντά τους για να τους ενημερώσει σχετικά με τις πληροφορίες που πήρε. ‘’Η κινητοποίηση του κόσμου απέτρεψε γι’ άλλη μια φορά τους πλειστηριασμούς των  ακινήτων που θα εκδικάζονταν σήμερα…’’ τους είπε χαρούμενος με την τροπή της υπόθεσης. Οι φίλοι του όρμησαν παραμερίζοντας τον κόσμο να φτάσουν κι αυτοί κοντά του και τον αγκάλιασαν συγκινημένοι συνεχίζοντας να φωνάζουν συνθήματα. Ο Αντρέας, τους χάιδευε με την τρυφερή ματιά του και δεν ήξερε πώς να τους ευχαριστήσει. Τα δάκρυά του έτρεχαν ελεύθερα τώρα στο πρόσωπό του.  ‘’Άμα δεν είναι για θάνατο… μη φοβάσαι τίποτα’’, άκουσε τη φωνή της μάνας του να του λέει από ψηλά για να του δώσει κι αυτή κουράγιο.

‘’Πατέρα, είσαι καλά;’’ ψιθύρισε ο γιος του συνεπαρμένος κι αυτός με την εικόνα που εξελισσόταν μπροστά τους.

‘’Καλά είμαι…’’ κατάφερε να ψελλίσει μες στα αναφιλητά του και του έσφιξε το χέρι για να τον καθησυχάσει.

‘’Καλά…’’ μουρμούρισε ξανά συγκινημένος από τη συμπαράσταση του κόσμου, που κατάφερε να τον αναθαρρήσει και να του δώσει δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα του.

 

Επιμέλεια Κειμένου :Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη