«Απόκριες»Απόσπασμα από το βιβλίο «Κάποτε… στον Παράδεισο» της Νίκης Μπλουτή

Στο χωριό μας, ο μπαρμπα-Θεοδόσης που ’χει το ψιλικατζίδικο στον δρόμο για το νεκροταφείο και πουλάει και τις μπογιές που βάφουνε οι γυναίκες τα ρούχα, ετοιμάζει κάθε χρόνο καρναβάλι. Μαζεύει πολλούς άντρες να τον βοηθήσουνε ένα μήνα πρωτύτερα κι αναλαμβάνουνε όλοι να κάνουν από μία δουλειά.

Παίρνουνε μέρος πολλοί ντυμένοι μασκαράδες και στολίζουν τα τρακτέρια με τις πλατφόρμες σαν άρματα.

Μαζεύεται όλο το χωριό το μεσημέρι για να το δει, γιατί πάντα έχει πολλή πλάκα κι ύστερα, όσοι έχουνε μέσον, πάνε και σ’ ένα άλλο καρναβάλι που γίνεται σ’ ένα διπλανό μεγαλύτερο χωριό. Η γιαγιά που ψοφάει για χανταβάρα, μαζεύει όλες τις φιλενάδες της στην πλατεία να δούνε πρώτα το δικό μας και να κουρκουσουρέψουνε και μετά, επειδή δεν έχουμε δικό μας μέσον, κολλάει όλο του παπά να μας πάει και στο άλλο με το φορτηγάκι του.

Αυτός ο καψερός δε θέλει και κάθε χρόνο της εξηγάει πως η θρησκεία είν’ αντίθετη μ’ αυτά τα “ειδωλολατρικά πράματα” κι ότι δεν κάνει ένας παπάς να δίνει το παρόν σε τέτοιες εκδηλώσεις.

Τώρα αλήθεια ή ψέματα λέει, επειδή βαριέται να μας πάει πέρα δώθε καβάλα, δεν το ’χω καταλάβει, αλλά η γιαγιά τον καταφέρνει πάντα αφού δεν μπορεί να της χαλάσει το χατίρι. Δεν έρχεται όμως ποτέ κοντά μας να δει κι αυτός το καρναβάλι. Πάει για καμιά ώρα σ’ ένα απόμερο καφενείο να πιει τα ουζάκια του και να φάει τα σαλαμάκια του, γιατί από αύριο δε θα μπορεί επειδή θα νηστέψει, κι όταν τελειώνει το καρναβάλι με στέλνει εμένα η γιαγιά και τον φωνάζω για να μας ξαναγυρίσει στο χωριό.

Το βράδυ τής Κυριακής του καρναβαλιού είναι το πιο όμορφο απ’ όλα, επειδή όλο το χωριό μετά απ’ το φαΐ που μαζεύονται πολλοί μαζί, φίλοι και συγγενείς για να το γιορτάσουν και σηκώνουνε το τραπέζι με το ’να τους δαχτυλάκι και μουρμουράνε “άνοιξε η τάβλα μας κι ανάθεμα…” και κάτι άλλα ακαταλαβίστικα που δεν τα θυμάμαι, ξεχύνονται στους δρόμους ντυμένοι μασκαράδες και περνάνε ο ένας απ’ το σπίτι του άλλου και κάνουνε διάφορες πλάκες αναμεταξύ τους.

Αυτό το βράδυ ντύνονται ακόμα κι οι μεγάλοι κι η γιαγιά μου που ψοφάει για χανταβάρα και γέλιο, ξεσηκώνει και τις φιλενάδες της και μασκαρεύονται όλες μαζί και χαζογυρνάνε στα σπίτια σαν χαϊβάνια, δίχως να υπολογίζει τη γνώμη του παπά που τη μαλώνει και της λέει συνέχεια πως “δεν είναι σωστά πράματα αυτά για χήρες γυναίκες να μασκαρεύονται και να γυρνάνε σαν αλλοίμονοι στους δρόμους, θα τους γελάει η κοινωνία…” αλλά αυτηνής απ’ το ’να αυτί μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο βγαίνουνε. Πέρσι μάλιστα της κράταγα κι εγώ μούτρα γι’ αυτό και της είπα αυστηρά να μην τολμήσει και μασκαρευτεί πάλι με τις σουρλουλούδες τις φιλενάδες της, γιατί θα με κάνει ξανά ρεζίλι στους φίλους μου που ’χουν φρόνιμες γιαγιάδες και κάθονται ήσυχα στα σπίτια τους, αλλά ούτε τότε ίδρωσε τ’ αυτί της και μου ’πε άγρια… “σώπα μωρέ ξύπνιε που σε ρεζιλεύουμ’ εσένα… άντε μη με φουρκίζ’ς και σε κλείσω μέσα αποκριάτ’κα, να δούμ’ θα σ’ αρέσ’;” Κι ύστερα εγώ το βούλωσα και δεν ξαναείπα τη γνώμη μου για να μην πληρώσω τη νύφη στο τέλος και με κλειδώσει μέσα Αποκριάτικα. Δεν πάει να κάνει ό,τι θέλει, σκέφτηκα, στο κάτω κάτω οι άλλοι έχουν γριές γιαγιάδες κι όχι σαν τη δικιά μου που ’ναι νταρντάνα και τσαούσα!

Πέρσι τις Απόκριες δε τα ’χα ακόμα με τη Βαρβάρα, γιατί δεν είχαμε αρχίσει να κοιταγόμαστε κι έτσι όταν ντυθήκαμε το βράδυ μασκαράδες με τα παιδιά και χαζογυρνούσαμε στα σπίτια, δε μου ’κοψε να πάμε απ’ το δικό της. Φέτος όμως σκοπεύω να πάω οπωσδήποτε, γιατί όπως θα ’μαι μασκαράς θα μπορώ να την κοιτάω ελεύθερα δίχως να με πάρουν χαμπάρι οι γονείς της. Αααα, και το βράδυ της Κυριακής δεν ντυνόμαστε πάλι καουμπόηδες, αλλά ό,τι χαζομάρα μπορεί να βρει ο καθένας για να μη τον γνωρίζουνε, γι’ αυτό έχει ακόμα πιο πλάκα. Η γιαγιά για να μας ξεφορτωθεί που την πρήξαμε και τη ρωτάγαμε τι να ντυθούμε, μας είπε να φορέσουμε κι οι τρείς από ’να άσπρο σεντόνι, να δέσουμε κι ένα μαντήλι στο κεφάλι σαν “τουρμπόνι”… κάπως έτσι το ’πε και να κάνουμε τους Άραβες. Α, και να βάψουμε τα μούτρα μας μαύρα με μπογιά, γιατί αυτοί είπε είναι όλοι τους κατάμαυροι σαν τους γιούφτους.

Εμένα μ’ άρεσε αυτή η στολή, γιατί μου πήγαινε πολύ το χρώμα το άσπρο αφού είμαι μελαχρινός σαν τον πατέρα μου, αλλά όχι και σαν γιούφτος… Κι ο παπα-Λουκάς όταν μας είδε ξεκαρδίστηκε στα γέλια κι είπε πως το μόνο που μας λείπει είναι από ’να πούρο, γιατί οι Άραβες είναι πλούσιοι και φουμάρουνε μόνο πούρα που ’ναι ακριβά. Τότε ο βλάκας ο Γιώργης, που κάπνιζε από πέρσι, πετάχτηκε κι είπε –σιγανά ευτυχώς–  σε μένα και στον Λάμπρο να κόψουμε μια καναπίτσα, χοντρή όμως που να μοιάζει με πούρο και να φουμάρουμε κι εμείς ελεύθερα σαν άντρες στον δρόμο αφού κανένας δε θα μας γνωρίζει. Στο τέλος έφαγε μια φάπα ξεγυρισμένη απ’ τον Λάμπρο, που του ’πε πως δε θέλει τέτοια μπλεξίματα κι αυτός το βούλωσε εκείνη την ώρα επειδή ήταν μπροστά ο παπάς κι η γιαγιά μου και μας στραβοκοιτάγανε, αλλά κάποια στιγμή στον δρόμο όπως γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, το ’κανε το δικό του. Έκοψε μια καναπίτσα και κάπνιζε μονάχος του, τράβαγε μάλιστα κάτι δυνατές τζούρες που τον ζαλίσανε και πήγαινε “σάτρα-πάτρα” που λέει κι η γιαγιά για τον παπαδοφίλο της όταν πίνει τα ουζάκια του.