Θεωρώ απόλυτα λογική την φοβία για την οποιαδήποτε νομισματική αλλαγή. Μεγάλο μέρος αυτού του φόβου σχετίζεται με τρόμο που έχει καλλιεργηθεί προκειμένου να αποσιωπηθεί η οποιαδήποτε συζήτηση για εναλλακτική λύση. Η τρομολαγνεία όμως δεν εδράζεται σε κάποια οικονομική θεώρηση αλλά στην έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με τα βασικά οικονομικά.

Η συναλλαγματική ισοτιμία δύο νομισμάτων είναι η σχέση ανταλλαγής μεταξύ τους.  Αυτή η σχέση ανταλλαγής καθορίζεται από την διαφορά του πληθωρισμού μεταξύ των δύο χωρών. Συγκεκριμένα αν μεταξύ δύο εμπορικών εταίρων η διαφορά πληθωρισμού είναι 10% τότε είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η υποτίμηση του νομίσματος της χώρας με τον μεγαλύτερο πληθωρισμό θα είναι ίση με 10%. Σε αυτή την απλή θεώρηση κατόπιν προστέθηκαν και άλλες απόψεις σχετικά με τους προσδιοριστικούς παράγοντες της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Μεταξύ των άλλων εξετάζονται ως βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου προσφορά χρήματος, η διαφορά επιτοκίων κ.λ.π. Συνεχίζουν όμως τόσο οι αγορές όσο και η σχετική έρευνα να θεωρούν ως βασικό πυλώνα της ερμηνείας των κινήσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών την διαφορά πληθωρισμού.

Ερχόμαστε τώρα στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας και της δραχμής. Η Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια έχει αποπληθωρισμό δηλαδή αρνητικό πληθωρισμό. Μόνο τον τελευταίο μήνα Ιανουάριο 2017  παρουσίασε μικρό πληθωρισμό. Ολες οι προβλέψεις των επομένων ετών συγκλίνουν στον πολύ μικρό πληθωρισμό ή στον αποπληθωρισμό για την ελληνική οικονομία. Επομένως ακυρώνεται ένας βασικός παράγοντας που θα μπορούσε να οδηγήσει την δραχμή σε υποτίμηση και ανατροφοδοτούμενο πληθωρισμό. Οσο η ελληνική οικονομία παρουσιάζει αποπληθωριστικές τάσεις (και λόγω μικρής ενεργούς ζήτησης θα συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα) εκλείπει ένας βασικός λόγος ανησυχίας υποτίμησης του εγχώριου νομίσματος όχι μόνο έναντι των νομισμάτων των εμπορικών μας εταίρων αλλά και οποιονδήποτε άλλων νομισμάτων