«Δείπνο αγάπης», ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη-Καράτζαλη

«Δείπνο αγάπης» ονομάζεται ένα μικρό κίνημα που συστάθηκε από μια ομάδα νεαρών  εθελοντών παιδιών στην καρδιά της πρωτεύουσας.

Κάθε Τρίτη βράδυ τριγυρνούν στις σκοτεινές γωνιές του κέντρου της Αθήνας, που φιλοξενούν συμπολίτες μας, αυτούς που τα έχουν χάσει όλα, προκειμένου να τους προσφέρουν τα απλά βασικά, ένα πιάτο φαγητό κι ένα χαμόγελο στήριξης και ανθρωπιάς. Θερμά συγχαρητήρια σ’ αυτά τα παιδιά που ανέλαβαν μια τέτοια βαθιά ανθρώπινη δράση και μας διδάσκουν τι σημαίνει πολιτισμός και παιδεία. Η αλληλεγγύη τους και η ανθρωπιά τους, δίνουν σε όλους μας ένα μάθημα ζωής…


–Κάνε υπομονή ρε φίλε, θα περάσει… Καμιά πνευμονία θα ‘χεις αρπάξει σίγουρα, με τον πυρετό που ανεβάζεις. Μ’ αυτό το χάπι θα νιώσεις καλύτερα, θα δεις. Μου το ‘δωσε ο φαρμακοποιός απέναντι και μου ‘πε, πως θα σου ρίξει τον πυρετό αμέσως, για να δούμε… Δε μου κράτησε λεφτά, να ‘ναι καλά ο άνθρωπος. Έβγαλα τα τελευταία μας ψιλά να του τα δώσω και μου τα γύρισε πίσω. ‘’Πάρτε από μια τυρόπιτα να καρδαμώσετε λίγο, πες πως σας κερνάω εγώ…’’ μου είπε στο τέλος χαμογελώντας. Με συγκίνησε ο μπαγάσας. Θα μου πεις, τι ‘ναι γι’ αυτόν τα τέσσερα ευρώ; Πενταροδεκάρες, αλλά σημασία έχει η καλή πρόθεση. Εδώ μερικοί μας πατάνε κάθε μέρα και δε γυρνάνε να ζητήσουνε μια συγνώμη. Δε βαριέσαι. Ο καθένας κουβαλάει τα δικά του. Υπάρχουν και χειρότερα. Τι να πούνε κι αυτοί οι άμοιροι που γυρνοβολάνε στους δρόμους κάθε μέρα, οι πρόσφυγες, οι μετανάστες; Είναι δύσκολο να ‘σαι σε ξένη χώρα και να ‘σαι άστεγος… είπε o Αχιλλέας, αναστενάζοντας βαθιά με τον πόνο του διπλανού του να τον βαραίνει.

Σκέπασε καλά τον φίλο του κι έπιασε το μέτωπό του για δεύτερη φορά να ελέγξει με αγωνία τον πυρετό του. Είναι ακόμα ζεστός. Δυο μέρες τώρα τον ψήνει ο πυρετός. Δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του και δεν έχει όρεξη ούτε να μιλήσει. Ο Αχιλλέας τον φροντίζει και τον νοιάζεται σαν αδερφό του. Και μήπως δεν είναι; Εννιά χρόνια τώρα μετράνε σ’ αυτήν την πολύβουη πόλη και μοιράζονται τα ίδια στέκια. Συντροφεύουν ο ένας τον άλλον. Οι μέρες τους κυλάνε χαζεύοντας τους περαστικούς, που περνάνε από μπροστά τους βιαστικοί και αγχωμένοι να προλάβουν τη ζωή. Τα βράδια αφουγκράζονται ο ένας την ανάσα του άλλου και ηρεμούνε. Απόψε ανησυχεί πολύ για τον κολλητό του. Η ανάσα του τον φοβίζει… Έχει αλλάξει ο ρυθμός της. Βασανίζεται ν’ αναπνεύσει κι ακούγεται σαν ένας απαλός λαρυγγισμός ζώου λαβωμένου να βγαίνει από μέσα του.

Ο Αχιλλέας ξάπλωσε κι αυτός στα χαρτόκουτα που ‘χε στρωμένα για κρεβάτι. Τράβηξε μια φθαρμένη και βρώμικη κουβέρτα πάνω του κι έμεινε να κοιτάει τ’ αστέρια. Έριξε μια πλάγια ματιά ξανά στον άρρωστο να βεβαιωθεί πως είναι καλά σκεπασμένος κι αναστέναξε ανακουφισμένος.

–Αύριο θα ‘ρθουνε και τα παιδιά. Θα φάμε καλά πάλι. Θα μου φέρουνε και τα παπούτσια, μου είπε το κορίτσι. Είπα και για σένα την περασμένη φορά, να κοιτάξουνε να σου βρούνε ένα μπουφανάκι, δεν μπορώ να σε βλέπω με τ’ αμάνικα, τα βράδια κάνει ψύχρα ακόμα, γι’ αυτό την άρπαξες. Αν δε σου ‘χει πέσει ο πυρετός, μέχρι αύριο, μου υποσχέθηκε ο φαρμακοποιός το πρωί πως θα κανονίσει να σε πάμε στο νοσοκομείο. Καλός άνθρωπος κι αυτός, όπως κι η ομάδα των παιδιών που μας συντρέχουνε…

Σταμάτησε για λίγο ν’ αφουγκραστεί τον φίλο του. Η συριστική ανάσα του τον καθησύχασε, τον βεβαίωσε πως συνεχίζει ν’ αναπνέει. Γύρισε πλευρό να ξεπιαστεί και να παρακολουθεί τον άρρωστο  καλύτερα.

–Ξέρεις πώς το λένε αυτό που κάνουνε για μας αυτά τα παιδιά; Που μας φέρνουν φαγητό και ρούχα λέω, κάθε Τρίτη… Που μας νοιάζονται τέλος πάντων… ‘’Δείπνο αγάπης’’, έτσι το βαφτίσανε, αλήθεια σου λέω… Το άκουσα τις προάλλες που το έλεγε ένας τσαρλατάνος, απ’ αυτούς τους δημοσιογράφους ντε, που τρέχουνε να βγάλουνε καμιά είδηση στον αέρα και σου κολλάνε το μικρόφωνο στο στόμα για να τους απαντήσεις σ’ ότι σε ρωτήσουνε… Δείπνο αγάπης! Ωραία δεν ακούγεται; Τι λες; Να ‘ναι καλά τα παιδιά κι όλοι οι δικοί τους, που τους μάθανε τι θα πει αγάπη κι αλληλεγγύη ρε φίλε… Έτσι δεν το λένε όταν ο άλλος σε συμπονάει; Να, είναι γραμμένο κι εκεί απέναντι στον τοίχο, το βλέπεις; Το ζωγραφίσανε χθες δυο παιδιά με μπογιές και πινέλα κι εγώ τα χάζευα από δω και τους φώναζα πως θα βρούνε τον μπελά τους, μα αυτά… ούτε που μου δώσανε σημασία. Τα νιάτα βλέπεις δε χαμπαριάζουνε από τέτοια…

Μια παρέα παιδιών που έβγαινε από ένα φαγάδικο, ένα τετράγωνο παρακάτω, απέσπασε την προσοχή του. Μιλούσαν δυνατά, κάνοντας χειρονομίες και γελούσαν. Ο Αχιλλέας σώπασε απότομα κι έστησε αυτί ν’ αρπάξει τις κουβέντες τους. Του άρεσε να κρυφακούει, να κλέβει ιστορίες απ’ τους περαστικούς, να μοιράζεται μαζί τους τα δικά τους… Ειδικά με τα παιδαρέλια, όπως τούτα εδώ, που περνούσαν τώρα δυο μέτρα μακριά τους και αλληλοπειράζονταν για το ποδόσφαιρο. Κι αυτό το γέλιο τους! Το δροσάτο γέλιο των νιάτων! Το ζήλευε και το νοσταλγούσε. Τον παρέσυραν κι αυτόν, κι ένα αμυδρό χαμόγελο χάραξε μες στο σκοτάδι στα ξεραμένα χείλια του. Ανασηκώθηκε ξανά, να ρίξει μια ματιά στον άρρωστο. Ζύγωσε με τα γόνατα σιμά του κι έβαλε, γι’ άλλη μια φορά, το χέρι του στο μέτωπό του. Είναι ιδρωμένος… που σημαίνει πως ο πυρετός αρχίζει να υποχωρεί, συμπέρανε ανακουφισμένος. Του το είπε φωναχτά, για να τον αναθαρρήσει καμιά στάλα.

–Όλα καλά, θ’ αρχίσεις να συνέρχεσαι, θα δεις. Ο πυρετός σε καταρίχνει το ξέρω… Πες όμως και καμιά κουβέντα βρε αδερφέ… Βαρέθηκα να μιλάω μόνος μου. Εντάξει, καταλαβαίνω πως δεν μπορείς, αλλά πρέπει να προσπαθήσεις κι εσύ. Πρέπει να βάλεις κάτι στο στόμα σου. Στο τέλος θα σε πειράξει το στομάχι σου και θα τρέχουμε. Να σου φέρω μια μπουκιά τυρόπιτα; Παγωμένη είναι, αλλά δεν πειράζει, απ’ το τίποτα… Για σένα τη φύλαξα, ξέρεις πώς μου τρέχανε τα σάλια το πρωί που μοσχοβόλαγε; Αλλά εσύ την έχεις πιότερο ανάγκη. Να, την τύλιξα εδώ στο σάκο μου να τη φας όποτε πεινάσεις. Κάνε υπομονή. Λίγες ώρες ακόμα. Αύριο Τρίτη λέμε,  θα ‘ρθουνε και τα παιδιά… Θα φάμε καλά πάλι. Για σένα θα διαλέξω καμιά περιποιημένη σουπίτσα για να καρδαμώσεις και σταφίδες με ψωμάκι μαλακό. Θα σου κάνουνε καλό…

Σώπασε ξανά. Τα τακουνάκια μιας γυναίκας που πλησίαζε κοντά τους, χαϊδέψανε ευχάριστα τ’ αυτιά του. Ανασηκώθηκε και γύρισε τα μάτια του προς το μέρος της, να τη χαζέψει. Ωραία φιγούρα, μες στο σκοτάδι δεν μπορούσε να τη διακρίνει και καλά. Ένα κύμα απ’ το άρωμά της έφτασε κοντά του και τον αγκάλιασε απαλά σαν ομίχλη. Ρούφηξε με λαχτάρα τον αέρα που ανάσαινε. Ένιωσε πως τον τύλιξε γυναικείος κόρφος. Αναστέναξε βαθιά, συνεπαρμένος απ’ αυτή τη γλυκιά θύμηση του θηλυκού κορμιού. Ένα ταξί στρίγκλισε με τα φρένα του και κοκάλωσε μπροστά της. Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Άκουσε αχνά τη φωνή της να δίνει οδηγίες στον οδηγό για τον προορισμό τους. Το ταξί στρίγκλισε με φόρα να προλάβει το φανάρι. Η ησυχία κούρνιασε ξανά πλάι τους. Γύρισε στον φίλο του να τον σκεπάσει καλύτερα. Τώρα που του πέφτει ο πυρετός, άρχισε να τα πετάει ένα-ένα τα ρούχα από πάνω του.

–Τώρα που είσαι ιδρωμένος κινδυνεύεις χειρότερα να την αρπάξεις, το ξέρεις; Κάνε υπομονή βρε αδερφέ… Αύριο Τρίτη, θα ‘ρθουνε και τα παιδιά… Θα ‘σαι κι εσύ καλά ν’ αλλάξουμε δυο κουβέντες. Αύριο θα έχουμε γιορτή, Δείπνο αγάπης! Ξέρεις με πόση αγωνία το περιμένω; Μας καλομάθανε μου φαίνεται και κάθε που φεύγουνε μετράω απ’ την αρχή τις μέρες. Κάθε φορά ανυπομονώ για την επόμενη Τρίτη. Κι όχι μόνο για το φαγητό, μη νομίσεις… Για την παρέα τους κυρίως και για το γέλιο τους, που μας δίνει κι εμάς ζωή. Αυτό το γέλιο των νιάτων… το δροσάτο! Να ‘ναι καλά τα παιδιά…

Ένας απαλός ρόγχος ακούστηκε απ’ τη μεριά του φίλου του. Ένα αχνό ροχαλητό που τον καθησύχασε πως ο φίλος του καλυτερεύει. Αναστέναξε ξανά ευχαριστημένος και πέρασε τα δυο του χέρια κάτω απ’ το κεφάλι του για μαξιλάρι. Χάζεψε ένα κομμάτι ουρανού που έπιασε το μάτι του κι αφέθηκε να κάνει όνειρα μ’ ανοιχτά τα μάτια.

–Κοιμάσαι ρε μπαγάσα; Εγώ δεν μπορώ να κλείσω μάτι απ’ τη χαρά μου. Τι άλλο θέλει ο άνθρωπος; Την υγειά του και δυο φίλους να τον νοιάζονται, ν’ αλλάζουν μια κουβέντα. Όποιος γυρεύει τα πολλά, χάνει και τα λίγα, έλεγε η μάνα μου η συγχωρεμένη. Έτσι είναι. Όπως μαθαίνει κανένας… Γίνεται να με κλείσεις εμένα τώρα σ’ ένα σπίτι; Να με σκεπάσεις μ’ ένα ταβάνι; Δε γίνεται. Δεν αλλάζω με τίποτα αυτό το κομμάτι τ’ ουρανού που με ταξιδεύει κάθε βράδυ. Κοίταξε τι όμορφη που ‘ναι απόψε η νύχτα! Έχει και φεγγάρι… Κι αύριο, επιτέλους Τρίτη. Θα ‘ρθουνε και τα παιδιά… Θα έχουμε Δείπνο αγάπης! Ποιος τη χάρη μας…

 

Νίκη Μπλούτη-Καράτζαλη

 

Πηγη