«Ένας ξένος…» Νίκη Μπλούτη

Κάθισε απέναντί του. Άφησε την τσάντα της στη διπλανή καρέκλα κι έφτιαξε ασυναίσθητα το μαντίλι της.

Τον χαιρέτησε σχεδόν ψιθυριστά. Ένα άψυχο καλημέρα βγήκε απ’ το λαρύγγι της, καθώς τα μάτια της ψαχούλευαν τα αισθήματά του τη στιγμή εκείνη που την αντίκρισε. Εκείνος έμεινε άναυδος στη θέα του εμπριμέ μαντιλιού που τύλιγε στοργικά το κεφάλι της. Δεν κατάφερε να της ανταποδώσει τον χαιρετισμό. Κατάπιε τη γλώσσα του. Ούτε που κουνήθηκε απ’ τη θέση του. Ακίνητος σαν άγαλμα στεκόταν απέναντί της και την παρατηρούσε. Χλωμός τής φάνηκε και ξένος. Πιο ξένος από ποτέ.

 Η κοπέλα που σέρβιρε στο μαγαζί κατέφθασε κοντά τους, μόλις την αντιλήφθηκε, για να πάρει την παραγγελία της. Τα γύρω τραπεζάκια ήταν γεμάτα από παρέες που φλυαρούσαν ευχάριστα. Η Έφη ζήτησε μια σοκολάτα απ’ την κοπέλα κι έβγαλε με μια αργή κίνηση το κινητό από την τσάντα της. Ο Νίκος την παρατηρούσε αμίλητος. Ένιωθε άβολα, ακόμα δεν κατάφερε να της απευθύνει μια κουβέντα. Το σοκ απ’ το μαντίλι έδεσε τη γλώσσα του για τα καλά.

Εκείνη περίμενε τη σοκολάτα της, να πιεί μια γουλιά, να συνέλθει. Από τι; Από την αποστροφή που της προκαλούσε αυτό το ξένο πρόσωπο, αυτά τα ξένα μάτια που περπατούσαν στο πρόσωπό της και σκάλωναν στο μαντίλι της. Τη χαιρόταν τελικά την αντίδρασή του. Αυτό ήθελε; Να του προκαλέσει σοκ με την εμφάνισή της; Να τον αφήσει άφωνο; Γι’ αυτό θέλησε να τον συναντήσει; Να τον φέρει σε τόσο δύσκολη θέση, ώστε να μετανιώσει που της ζήτησε να βρεθούν; Η σοκολάτα ήρθε. Ευχαρίστησε την κοπέλα και ρούφηξε με λαχτάρα την πρώτη της γουλιά.

Γιατί δε μου είπες τίποτα; Αν το ήξερα… Ακούστηκε η βραχνή φωνή του να τη ρωτάει κουρασμένα.

 Η ‘Εφη τον κοίταξε για λίγο αμίλητη. Τα μάτια της στάθηκαν στα δικά του. Με το βλέμμα της σάρωσε στα γρήγορα όλες τις αλλαγές πάνω του. Τις βαθιές ρυτίδες που έσκαβαν το μεσόφρυο κι εκείνες που στόλιζαν τριγύρω τα μάτια του κάνοντας, το βλέμμα του πιο έντονο και κουρασμένο. Τα αδυνατισμένα μάγουλα και τα σφιγμένα χείλη. Ένα ξένο πρόσωπο, κατέληξε ξανά μέσα της με σιγουριά. ‘Ένα πρόσωπο που δεν της θύμιζε πια τίποτα. Η καρδιά της ξαναβρήκε το ρυθμό της και το γλυκό ρόφημα τη χαλάρωσε αμέσως. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ’ναι αναστατωμένη, σιγούρεψε σιωπηλά τον εαυτό της.  Ο άντρας απέναντί της δεν της προκαλούσε κανένα συναίσθημα. Της ήταν αδιάφορος. Λίγος κι αδιάφορος.

 –Εγώ δεν είχα τίποτα να σου πω, εσύ με κάλεσες, του τόνισε μ’ ένα χαμόγελο που έσχισε ασυναίσθητα τα χείλη της. Αν το ήξερες; Σαν τι θα έκανες λοιπόν αν το ήξερες; Τον ρώτησε καρφώνοντας τα μάτια της στα δικά του.

 Εκείνος έπαιζε τον αναπτήρα στα δάχτυλά του, και χαμήλωσε το βλέμμα του μόλις αντάμωσε το δικό της, σαν παιδί που το μάλωναν και ντρεπόταν. Σήκωσε το χέρι του κι έκανε νόημα στη σερβιτόρα να έρθει κοντά τους. Ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Αισθανόταν άβολα. Δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Η παρουσία της τον αποσυντόνισε ή μάλλον το μαντίλι της έκανε όλη τη δουλειά. Η ‘Εφη απολάμβανε την κουμπωμένη συμπεριφορά του για πρώτη φορά. Αυτός που ποτέ δε σκάλωνε στα λόγια, καθόταν τώρα απέναντί της κι έψαχνε απεγνωσμένα τις κατάλληλες λέξεις για ν’ αρχίσει. Τι θα της έλεγε; Πόσο ν’ άλλαξε άραγε ένα μαντίλι τις αποφάσεις του; Όσα είχε προγραμματίσει να της πει; Πόσο να επηρέασε η εξωτερική της εμφάνιση τη ροή της συζήτησης; Το μόνο που επιθυμούσε στ’ αλήθεια, εκείνες τις στιγμές, ήταν να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του κι όσα στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό  του όση ώρα την παρατηρούσε σκεφτικός.

Δε ξέρω αν άλλαζε κάτι, κάγχασε ο άντρας λυπημένος.

 Άρπαξε με λαχτάρα ένα απ’ τα  ποτήρια που άφησε η κοπέλα μπροστά του και ρούφηξε όλο το νερό μονοκοπανιάς. Ούτε που τόλμησε να της ευχηθεί στην υγειά της, όπως είθισται  σε ανάλογες περιστάσεις.

–Το παιδί το γνωρίζει; Ρώτησε ξέπνοα με μια αγωνία κρεμασμένη στο βλέμμα του, για την απάντησή της.

–‘Όχι κι ούτε συντρέχει λόγος να το μάθει, μέχρι να έρθει η ώρα, του τόνισε με έμφαση.

–Η ώρα; Έκανε εκείνος σαν χαμένος.

–Η ώρα που πρέπει να το μάθει, του απάντησε η Έφη, χαμογελώντας ξανά με τη στάση του. Λοιπόν; Τι τρέχει; Γιατί αυτή η επιμονή να συναντηθούμε; Τον ρώτησε με τη σειρά της κι έφερε το φλιτζάνι της σοκολάτας στα χείλη της για δεύτερη φορά.

Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα, που κατέληξε σ’ έναν αχνό αναστεναγμό κι άρχισε να της μιλάει με φανερή αμηχανία.

— Είναι δύσκολο να σου μιλήσω, όπως λογάριαζα, μετά απ’ αυτή την αποκάλυψη. Σέβομαι την κατάστασή σου κι αναρωτιέμαι τώρα πια ποιος απ’ τους δυο μας είναι στην πιο δύσκολη θέση. Πίστευα πως εσύ τουλάχιστον είσαι καλά Έφη. Λυπάμαι πολύ που σου συνέβη αυτό. Η υγεία βεβαίως προέχει πάντα, αλλά κι εγώ σε βεβαιώνω δεν είμαι καθόλου καλά. Είμαι πολύ δυστυχισμένος. Βρίσκομαι σε απόγνωση. Δεν ξέρω πώς να συνεχίσω… Εσύ είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που θέλω να μιλήσω. Τον τελευταίο καιρό έχω κλειστεί στον εαυτό μου εντελώς. Η αλήθεια είναι πως ζήτησα και τη βοήθεια ενός ειδικού, αλλά αν δεν έχεις τη δύναμη να το παλέψεις μόνος σου, τι να σου κάνουν κι οι γιατροί; Δεν είναι μάγοι… συνέχισε ο Νίκος με βραχνή φωνή να της περιγράφει την κατάστασή του κι εκείνη τον άκουγε σιωπηλή και προσηλωμένη στα λόγια του, προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη όσα της ιστορούσε.

–Περί τίνος πρόκειται; Θα μου πεις; Έχεις οικονομικά προβλήματα; Τον ρώτησε ευθέως η Έφη, μ’ ένα μαλακό τόνο στη φωνή της σαν ν’ απευθυνόταν σ’ έναν καλό φίλο.

–Ναι, βασικά από κει άρχισαν όλα. Στην πορεία όμως προέκυψαν κι άλλα… της απάντησε ο άντρας και στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η απόγνωση που λίγο πριν της είχε αναφέρει.

 Τον άφησε να της μιλάει για ώρα, δίχως να τον διακόψει. Ο Νίκος είχε αποκτήσει ξανά τη λαλιά του κι η γλώσσα του τώρα έκοβε κι έραβε, όπως παλιά. Τα μισά απ’ όσα άκουγε τα θεωρούσε περιττά, αλλά δεν ήθελε να του κόψει τον ειρμό. Έκανε υπομονή περιμένοντας να καταλήξει στο ρόλο που έπαιζε επιτέλους εκείνη σ’ όλα αυτά που τον ταλαιπωρούσαν. Θα μου ζητήσει δανεικά; Αναρωτήθηκε στην αρχή, φέρνοντας στο νου της τα λόγια τού Ηλία τού ξαδέρφου της, όταν μοιράστηκε μαζί του τους ενδοιασμούς της για την επικείμενη συνάντηση με τον άντρα της. Τι νόημα έχουν όλες αυτές οι αναφορές στο παρελθόν; Τι θέση έχει η Αγγελική στην κουβέντα τους; Δεν ντρέπεται να την αναφέρει μπροστά της, σαν να μην τρέχει πια τίποτα; Σαν να μην είναι η έμπιστη φίλη που της έκλεψε κάποτε τον άντρα, αλλά… Αλλά τι; Της έκανε παράπονα; Αν είναι δυνατόν! Πόσο θράσος μπορεί να έχει λοιπόν ένας άνθρωπος! Ναι, της έκανε παράπονα για τη συμπεριφορά τής Αγγελικής απέναντί του, σαν να τα εμπιστευόταν όλα αυτά σε μια φίλη κι όχι στην πρώην γυναίκα του, που την είχε προδώσει με τον πιο απαίσιο τρόπο. Της μιλούσε για το παιδί που έκανε μαζί της, σα να πρόκειται για τη δική τους κόρη.

  Μα τι στο καλό; Αναρωτήθηκε ξανά, προσπαθώντας με κόπο να συγκρατήσει ένα νευρικό γέλιο που ξεπηδούσε απ’ το λαρύγγι της. Τι παριστάνει εδώ πέρα; Τον καλό Σαμαρείτη; Γιατί υπομένει αυτή την εξομολόγηση από έναν άνθρωπο που της είναι τελείως ξένος; Κι αδιάφορος; Και λίγος; Και ξεδιάντροπος; Ρώτησε σιωπηλά τον εαυτό της για άλλη μια φορά, μήπως καταφέρει και του δώσει μια απάντηση. Βυθισμένη για λίγο στις δικές της σκέψεις, κάπου έχασε τη ροή της περίεργης εξομολόγησης κι όταν συνήλθε, τον άκουσε να την ικετεύει να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία, τώρα που βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού. Ας μην τον έσπρωχνε κι αυτή στα συντρίμμια που τον οδηγούσαν όλες οι άλλες καταστάσεις, ας μη τον καταδίκαζε χωρίς ελαφρυντικά σε μια τόσο δύσκολη περίοδο που περνούσε, ας του άπλωνε το χέρι τώρα που είχε κι αυτή ανάγκη από έναν σύντροφο δίπλα της μ’ αυτό που της έτυχε, κι ίσως μαζί κατάφερναν να ξεπεράσουν όλες τις δυσκολίες κι όλα τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους, της πρότεινε δίχως ίχνος συστολής.

 Η ‘Εφη άρχισε πια να χάνει τη ψυχραιμία  της μετά απ’ όσα άκουγε να βγαίνουν αβίαστα από μέσα του. Τον κοιτούσε σα χαμένη. Δεν της ζητάει χρηματική βοήθεια, ήταν το πρώτο εύλογο συμπέρασμα που έβγαλε απ’ τα λεγόμενά του. Της ζητάει να του συμπαρασταθεί στις δύσκολες ώρες που περνάει. Eίναι ένα βήμα πριν την καταστροφή και θέλει να του απλώσει το χέρι να τον σώσει απ’ το χείλος του γκρεμού. Μαζί  λέει θα τα καταφέρουνε. Θέλει να γυρίσει πίσω; Πίσω πού; Στο σπίτι τους; Στην ψεύτικη ζωή τους; Ο πρώην άντρας της συνέχισε να της μιλάει, καθώς εκείνη απηύθυνε σιωπηλά όλες αυτές τις απορίες στον εαυτό της, ώσπου ο Νίκος έφτασε ξανά στο επίμαχο θέμα της υγείας της κι άρχισε να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για την κατάστασή της με περίσσια τρυφερότητα.

 Να μην ανησυχεί της έλεγε, δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα. Απ’ όσα λίγα γνωρίζει, ο ψυχολογικός παράγοντας παίζει σπουδαίο ρόλο σε τέτοιες καταστάσεις, θα σταθεί στο πλάι της λοιπόν, τώρα που έχει στ’ αλήθεια την ανάγκη του, θα σταθεί δίπλα της και θα το παλέψουν μαζί, η αγάπη κι η ελπίδα στη ζωή δε σβήνουν ποτέ… Η  φωνή του είχε ξεχειλίσει από ένα κύμα τρυφερότητας που ανάβλυζε απ’ τα λόγια του, κι εκεί, σ’ αυτές τις τελευταίες λέξεις κόλλησε το μυαλό της Έφης. Αγάπη, ελπίδα κι ανάγκη. Ο Νίκος της μιλούσε γι’ αγάπη; Εκεί έφτασε στα όριά της. Εκεί ακριβώς, σ’ εκείνο το σημείο που τόλμησε ν’ απλώσει το χέρι του και ν’ ακουμπήσει το δικό της. Ταράχτηκε. Ένιωσε να τη διαπερνάει ηλεκτρικό ρεύμα. Αρκετά. Τινάχτηκε απότομα και τράβηξε το χέρι της μακριά του. Εκείνος μόλις αντιλήφθηκε την αναστάτωσή της, μαζεύτηκε στη θέση του κι έμεινε να την κοιτάζει με απορία, σα να μην περίμενε την αντίδρασή της, σα να μην τη θεωρούσε φυσική, αλλά παράλογη.

–Νίκο, τι μου λες; Τι μου ζητάς; Ακούς τι λες ή εγώ παραφρόνησα; Τον ρώτησε καρφώνοντας την παγερή ματιά της στη δική του, ψάχνοντας ν’ ανιχνεύσει τις αληθινές του προθέσεις. Κάθομαι τόση ώρα και σ’ ακούω περιμένοντας να βγάλω ένα συμπέρασμα, ένα λογικό συμπέρασμα. Να καταλάβω τι θες από μένα. Θα προτιμούσα να μου ζητούσες δανεικά, να με παρακαλέσεις να σε διευκολύνω οικονομικά, αν μπορώ, τώρα που αντιμετωπίζεις δυσκολίες. Θα είχε κάποια λογική, τέλος πάντων η απαίτησή σου, αφού εν μέρει, συμβάλλεις στα έξοδα του παιδιού, στις σπουδές του. Εδώ όμως πρόκειται για κωμωδία! Είναι για γέλια τελικά… του είπε στο τέλος ενώ δεν μπορούσε πια να πνίξει αυτό το νευρικό γέλιο που τόση ώρα γαργαλούσε το λαρύγγι της.

 Κι εκεί ξέσπασε. Ξέσπασε σ’ ένα γέλιο παραφροσύνης που της ήταν αδύνατο να βάλει φρένο. Κι όσο εκείνος την κοιτούσε σα χαμένος, τόσο εκείνη συνέχιζε να γελά, ώσπου δάκρυσαν τα μάτια της κι άρχισε ξαφνικά να βήχει. Η σερβιτόρα έφτασε πλάι της και τους γέμισε γι’ άλλη μια φορά τα ποτήρια με νερό. Τη ρώτησε αν θέλει να της φέρει κάτι κι η Έφη αρκέστηκε να της κουνήσει αρνητικά το κεφάλι, αφού δεν κατάφερε ακόμα να συνέλθει από το βήχα που της προκαλούσε το ανεξέλεγκτο γέλιο κι απ’ τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της.

  –‘Εφη… ψιθύρισε ο Νίκος με ζωγραφισμένη τη θλίψη στα μάτια του. ‘Ισως να μην κατάλαβες καλά, σίγουρα δηλαδή δεν κατάλαβες, της είπε με σπασμένη φωνή. Δε με σώζουν κανενός τα δανεικά πια, ήδη είμαι χαμένος. Η επιχείρηση φαλίρισε, τέλος. Είμαι αδέκαρος και ψάχνω για δουλειά στα πενήντα μου. Τον επόμενο μήνα δε θα μπορέσω να βάλω τα χρήματα στο παιδί, ούτε και τον προηγούμενο της έστειλα, δεν ξέρω αν στο είπε. Όμως, κατέληξε κομπιάζοντας, δε σε φώναξα γι’ αυτό το λόγο εδώ. Δε μ’ αρέσει άλλωστε να κλαίγομαι, το ξέρεις. ‘Exω ανάγκη να πιαστώ από κάποιον, μια κλωστή με κρατάει ακόμα στη ζωή, μια κλωστή, κι αυτή είσαι εσύ για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα την Αγγελική όσο εσένα, ποτέ δε σε ξέχασα, ποτέ δε θα έφευγα αν εσύ δε μ’ έδιωχνες μακριά σου. Συνέβησαν τόσα πολλά τότε, μα δε μου έδωσες ποτέ την ευκαιρία να σου εξηγήσω το γιατί…

  Ε, λοιπόν αρκετά. Όχι, δεν ήρθε εδώ για ν’ ακούσει τις δικαιολογίες τού Νίκου μετά από τόσα χρόνια για το απαίσιο φέρσιμό του. Όχι, δεν του έδωσε τότε την ευκαιρία για εξηγήσεις, δε θα το κάνει και τώρα. Οι εξηγήσεις περισσεύουν όταν μιλούν οι πράξεις. Τι νόημα έχουν άλλωστε τα λόγια, όταν οι πράξεις σε προδίδουν; ‘Ακου την αγάπησε πιο πολύ απ’ την Αγγελική! Τι να του πει τώρα; Τι περιμένει; Μήπως περιμένει να του πει κι ευχαριστώ; Άκου κρέμεται η ζωή του από μια κλωστή! Τι είναι πάλι τούτο; Μήπως η δική της δεν κρέμεται από μια κλωστή; Τι της λέει; Τι λέει σε μια γυναίκα που φοράει στο κεφάλι της ένα εμπριμέ μαντίλι για να καλύψει την αρρώστια της; Εκείνος συνεχίζει απτόητος, αφού είδε πως ηρέμησε, και νομίζει πως τον παρακολουθεί ξανά με ενδιαφέρον. Συνεχίζει να της λέει, πως δεν έφταιγε απόλυτα εκείνος τότε, όχι. Είχε κι αυτή μερίδιο ευθύνης για την πορεία του γάμου τους, κι ίσως τη μεγαλύτερη κιόλας, γιατί αυτή τον έσπρωξε στην αγκαλιά της άλλης, αυτή αδιαφόρησε, αυτή ήταν πάντα ψυχρή μαζί του και κουμπωμένη. Δεν ξέρει, λέει, ακόμα για ποιο λόγο δέχτηκε να τον παντρευτεί τότε, αφού πιστεύει ακράδαντα πως δεν τον αγάπησε όσο έπρεπε. Μήπως έπαιξε ρόλο η εγκυμοσύνη της; Μήπως γι’ αυτό το παιδί προχώρησαν στο γάμο;

–Γιατί αν μ’ αγαπούσες ‘Εφη, αν μ’ αγαπούσες όσο κι εγώ,  δε θα ‘χαμε φτάσει εκεί που φτάσαμε… κατέληξε ο άντρας με ραγισμένη φωνή απ’ το παράπονο που τον συνεπήρε.

  Αν τον αγαπούσε… Τον αγαπούσε; Τι νόημα έχει τώρα πια; Αυτή τη συγκεκριμένη ερώτηση την είχε κάνει άπειρες φορές στον εαυτό της παλιά, κι όμως δεν κατάφερε να δώσει μια απάντηση. Γιατί τον παντρεύτηκε; Επειδή στην κοιλιά της μεγάλωνε το παιδί τους; Και φτάνει αυτό για να ευτυχήσει ένας γάμος; Ευθύνεται κι εκείνη δηλαδή γι’ αυτό το άδοξο τέλος που έδωσαν στο γάμο τους; Αυτό θέλει λοιπόν σήμερα από κείνη; Ν’ αναγνωρίσει τις ευθύνες της; Να παραδεχτεί τα λάθη της; Μια ηθική ικανοποίηση γυρεύει για να νιώσει καλύτερα; Ένα καλό ξεκαθάρισμα; Μάλλον έφτασε η ώρα και για την ίδια, να ξεκαθαρίσει μέσα της κάποια συναισθήματα που δεν έχουν πια χώρο. Τι αισθάνεται γι’ αυτόν τον άντρα απέναντί της; Αυτό θέλει κι εκείνος να μάθει; Ας ανοίξουν τότε τα χαρτιά τους κι οι δυο. Πού έσφαλαν θέλει να ξέρει; Αν τον αγάπησε και πόσο; Μάλιστα. Ας το κάνει λοιπόν. Η ιστορία τους για να τελειώσει, περιμένει τον επίλογο. Για να μπορέσει να βάλει τελεία και παύλα σ’ αυτό το κεφάλαιο της ζωής της, χρειάζεται να ξεγυμνώσει την ψυχή της. Πρέπει να περάσει απ’ αυτό το στάδιο, όσο επίπονο κι αν είναι.

 Σταμάτησε από ώρα να τον παρακολουθεί. Τον κοιτούσε να της μιλάει χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται τα λόγια του. Εκείνος το κατάλαβε απ’ τον παράξενο τρόπο που τον κάρφωναν τώρα τα μάτια της. Έμεινε για λίγο αμίλητος για να της δώσει χρόνο να συγκεντρωθεί. Κι εκείνη τώρα ήταν έτοιμη. Συγκεντρωμένη κι αποφασισμένη. Έφτιαξε γι’ άλλη μια φορά το μαντίλι της κι ανακάθισε στη θέση της, δείχνοντας με τη στάση της πως τώρα ήρθε η δικιά της ώρα να μιλήσει.

 –Δε ξέρω αν σ’ αγάπησα ποτέ όσο έπρεπε. Δε ξέρω πόσο πρέπει ν’ αγαπάς κάποιον για να τον παντρευτείς. Ξέρω, όμως, πως δέχτηκα να σε παντρευτώ και πως σεβάστηκα το γάμο μας, κάτι που εσύ δεν έκανες. Ξέρω πως δε σε πρόδωσα με τον καλύτερό σου φίλο, πως δε σου είπα ποτέ ψέματα, πως δε σε κορόιδεψα πίσω απ’ την πλάτη σου. Δέχτηκα την πρότασή σου να βρεθούμε για να μπορέσω φεύγοντας να σ’ αφήσω πίσω μου για πάντα. Είσαι ένα κομμάτι απ’ τη ζωή μου, επειδή είσαι ο πατέρας του παιδιού μου, και γι’ αυτό είμαι εδώ σήμερα. Μπορώ να σε συμμεριστώ για τις δύσκολες ώρες που περνάς, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι ζητάς στ’ αλήθεια από μένα. Αφού λοιπόν είσαι πεπεισμένος πως δε σ’ αγάπησα ποτέ, τι θέλεις από μένα σήμερα; Να γυρίσεις κοντά μου, γιατί; Και ποιος σου είπε πως έχω την ανάγκη σου; Είσαι απελπισμένος Νίκο, κι η απόγνωση μάς οδηγεί σε λάθος δρόμους. Δεν ξέρω πώς να σε βοηθήσω. Μακάρι να μπορούσα να σε στηρίξω οικονομικά, δε θα το έκανα μονάχα για σένα, αλλά και για το παιδί μας που έχει την ανάγκη σου και σε υπολογίζει πάντα σαν πατέρα, κι αυτό το χρωστάς σε μένα. Η Ελένη μας είναι ο μοναδικός άνθρωπος που σ’ αγαπάει αληθινά, να το θυμάσαι αυτό. Για μένα είσαι πια ένας ξένος, εδώ και χρόνια. Από τότε που έκλεισες την πόρτα τού σπιτιού μας πίσω σου κι άρχισες μια νέα ζωή με την Αγγελική. Λυπάμαι για όσα περνάς, επειδή δεν είμαι αναίσθητη, αλλά σήμερα ήρθε η ώρα να βάλουμε αυτή την οριστική τελεία στη σχέση μας για πάντα. Δεν έχω την ανάγκη σου, όπως νομίζεις, έμαθα να παλεύω μονάχη μου τόσα χρόνια μακριά σου. Μονάχη μου θα δώσω κι αυτή τη μάχη με τον καρκίνο. Δώσε κι εσύ τη δική σου λοιπόν, κατέληξε η Έφη βγάζοντας έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης.

 Έφτιαξε με μια κίνηση ξανά το μαντίλι της και μάζεψε το κινητό της απ’ το τραπέζι. Ύστερα έκανε νόημα στην κοπέλα που τους σέρβιρε για να πληρώσει. Έβγαλε το πορτοφόλι της κι άφησε τα χρήματα μπροστά της. Ο Νίκος την παρακολουθούσε αμήχανος, χωρίς να τολμήσει να συμπληρώσει τίποτα στα λεγόμενά της. Την τελεία την έβαλε εκείνη, αποχαιρετώντας τον μ’ ένα βλέμμα, όπως πιστεύει πως αρμόζει σ’ έναν ξένο.