«Έρχονται στιγμές…» της Νίκη Μπλούτη

Έρχονται  στιγμές στη ζωή που φέρνουν απρόσμενες αλλαγές και  σε καλούν ν’ ανταποδώσεις στους γονείς σου τα όσα έκαναν για σένα.

Τα φέρνει έτσι ο χρόνος και αντιστρέφονται οι ρόλοι. Κι από εκεί που εσύ είχες πάντα την ανάγκη τους, τη στήριξή τους και την ασφάλεια που σου πρόσφεραν σε κάθε σου βήμα, τώρα την έχουν εκείνοι. Έχουν ανάγκη της δικής σου φροντίδας και νιώθουν φόβο κι ανασφάλεια όταν είσαι μακριά τους.

Στιγμές που θα σου φέρουν στο νου τα πρώτα χρόνια που μεγάλωνες τα παιδιά σου. Στιγμές που θα χρειαστεί  ν’ απαντήσεις δέκα φορές στην ίδια ερώτηση. ‘’Τι μέρα είναι σήμερα; Νύχτα ή μέρα; Πού είμαστε τώρα;’’ Στιγμές που θα αναγκαστείς να τους κάνεις παρατηρήσεις, όπως σου έκαναν εκείνοι όταν ήσουν παιδί. ‘’Μη λερώνεις την τουαλέτα, πρόσεχε τις ψύχες, μην περπατάς ξυπόλητος.’’ Στιγμές που θα χρειαστεί να τους αλλάξεις πάνα και να τους βάλεις υπόθετο. Που θα κάτσεις πλάι τους να ξενυχτήσεις στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Που θα πρέπει να τους ταϊσεις στο στόμα, να τους δώσεις νεράκι να πιούνε, να περιποιηθείς το μασελάκι τους, να τους κάνεις μπάνιο, να πλύνεις τα ρούχα τους και να τα σιδερώσεις, όπως έκαναν εκείνοι κάποτε με τα δικά σου.

 Κι αυτές οι άλλες στιγμές, οι απρόσμενες, οι φοβερά συναισθηματικές… Που θα σου καρφωθεί ξανά στο νου εκείνο το πληγωμένο βλέμμα της μάνας σου που σου ζητούσε βοήθεια επειδή δε θυμόταν να απαντήσει πώς λένε τα παιδιά της στον γιατρό που της έκανε τις ερωτήσεις.  Που κάθε τους λέξη θα ακουμπάει και μια ευαίσθητη χορδή σου και θα ξεκλειδώνει τον δρόμο στα δάκρυα. Που με μια κουβέντα τους θα γρατζουνίσουν την ψυχή σου και θα σε κάνουν να μετανιώσεις για την υπομονή που καμιά φορά δεν σου περίσσεψε ή για τη φωνή που ύψωσες λίγο περισσότερο απ’ ότι πρέπει, λόγω της κούρασης που σε κατέβαλλε μια φορτωμένη, από υποχρεώσεις και τρέξιμο,  μέρα. Στιγμές που θα μετανιώσεις για εκείνη την ιστορία με τον παππού σου, που δεν άφησες τη μάνα σου να σου τελειώσει, επειδή βιαζόσουν και σήμερα δε γνωρίζεις το τέλος της, γιατί δε θυμάται πια να την ολοκληρώσει.

 Κι ύστερα νιώθεις πως χρειάζεσαι αέρα και οξυγόνο. Πως θες να βγεις έξω στον κήπο σου να κλάψεις, ν’ αδειάσεις όλα τα άσχημα που σκέφτεσαι και σε βασανίζουν. Συνειδητοποιείς πως δεν αντέχεις να τους βλέπεις έτσι αδύναμους σαν παιδιά που γυρεύουν τη φροντίδα σου. Στιγμές που θα  νιώσεις ενοχές επειδή δεν μπορείς να βοηθήσεις παραπάνω.

 Έρχονται κι εκείνες οι στιγμές που θα σου ζητήσει ο πατέρας ένα τσιγάρο και θα του το αρνηθείς, επειδή έχει βήχα και επιβαρύνει την υγεία του. Κι όταν θα του απαντήσεις με επιτακτικό τρόπο πως δεν κάνει να του δώσεις κι αυτός θα το αποδεχτεί ήρεμα και  με τον δικό του μειλίχιο τρόπο, θα σου πει έτσι απλά, ‘’καλά εντάξει’’… τότε θα νιώσεις πάλι την ανάγκη να τα παρατήσεις όλα στη μέση και να βγεις ξανά στον κήπο για ν’ αφήσεις για άλλη μια φορά τα δάκρυά σου ελεύθερα, μήπως καταφέρεις κι αποφορτίσεις την τόση ένταση που σε τυλίγει. Και θα σκεφτείς πόσες τύψεις θα σε τρώνε όταν εκείνος θα έχει φύγει κι εσύ θα θυμάσαι για πάντα αυτό το τσιγάρο που τόσες φορές του στέρησες.

  Στιγμές που θ’ ακούσεις απ’ τη μάνα σου πως ‘’σας γινόμαστε βάρος’’ κι εσύ θα τη μαλώσεις να μην το ξαναπεί αυτό και από  μέσα σου θα σκέφτεσαι πάλι, πως όταν κάποια μέρα θα φύγει, θα θέλεις όσο τίποτα άλλο να ξανανιώσεις για λίγο αυτό το γλυκό βάρος να βαραίνει τις πλάτες σου.  Στιγμές που θα νοσταλγήσεις τόσο έντονα αυτό το πρωινό τηλέφωνο της μάνας σου να χτυπήσει ξανά για να σε ρωτήσει τι κάνετε και πώς είναι τα παιδιά και τι θα μαγειρέψεις και πότε θα πεταχτείς να τους δεις… Κι ύστερα το απογευματινό, αυτό της επανάληψης, που κάποτε σε κούραζε να λες τα ίδια και τα ίδια. Αλλά σήμερα το αναζητάς τόσο έντονα γιατί ξέρεις πως  δε θα το έχεις ποτέ ξανά. Επειδή εκείνη δεν είναι σε θέση πια να πιάσει με τα χεράκια της το ακουστικό και να σχηματίσει το νούμερο του τηλεφώνου σου. Κι αυτές οι σκέψεις σε πονάνε πολύ και σε φορτίζουν συναισθηματικά και σε λυγίζουν.

Και ξέρεις πως θα ‘ρθουν κι εκείνες οι στιγμές που θα ανοίξεις ένα  συρτάρι και θα ορμήσουν από μέσα οι αναμνήσεις, είτε με τη μορφή ενός όμορφου κεντητού σεμέν που είχε πλέξει η μάνα σου με τα χεράκια της, είτε με το κομπολογάκι του μπαμπά σου που το ξέχασε την τελευταία φορά στο σπίτι σου.  Αυτές οι στιγμές που θα ξεφυλλίσεις τα άλμπουμ των αναμνήσεων κι εκεί θα συναντήσεις τα νεανικά πρόσωπα των γονιών σου, πότε να κρατάνε αγκαλιά εσένα και πότε τα παιδιά σου, πότε να γελάνε και να παίζουν μαζί σου και πότε με τα παιδιά σου, στα γενέθλιά σου, στα γενέθλιά τους, στις διακοπές σας, στις γιορτές σας. Πολύτιμες, μαγικές στιγμές που έχτισαν με περίσσια αγάπη τις μέρες σου.

 Έρχονται στιγμές σαν αυτές που θα ετοιμάσεις το σπίτι σου για τις γιορτές, θα στολίσεις το δέντρο σου, θα φτιάξεις τα γλυκά σου με τον τρόπο που σε δίδαξε η δική σου μάνα  και θα μαζευτείτε μετά όλη η οικογένεια στο γιορτικό τραπέζι, μα εκείνοι θα λείπουν απ’ τη θέση τους. Και θα θυμάσαι και θα νοσταλγείς όλες εκείνες τις φορές που στέκονταν απέναντί σας και σας καμάρωναν και γυάλιζαν τα μάτια τους από χαρά που βρίσκονται ανάμεσά σας και σας αγκάλιαζαν όλους με το βλέμμα τους να ξεχειλίζει από αγάπη και τρυφερότητα.

 Στιγμές που θα αναλογιστείς πόσα έχουν προσφέρει εκείνοι σε σένα και πόσο έχουν κοπιάσει για να μπορέσουν να σε βοηθήσουν να σταθείς στα πόδια σου. Στιγμές που θα θυμηθείς το πρώτο αυτοκίνητο που σας αγόρασαν για να σας ευχαριστήσουν, τα δανεικά που υποτίθεται ότι σας έδιναν κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν πως τα έχετε ανάγκη και πάντα ξεχνούσαν να σας τα ζητήσουν πίσω. Στιγμές που θα θυμηθείς πόσες φορές τους ζήτησες βοήθεια για τα δικά σου παιδιά, πόσες φορές κοιμήθηκαν στο σπίτι σου για να τους κρατήσουν συντροφιά για να μπορέσεις εσύ να βγεις και να διασκεδάσεις με τον σύντροφό σου. Στιγμές που χρειάστηκε να πας για οποιαδήποτε δουλειά κι είχες πάντα εκείνους πλάι σου να φροντίσουν για τα παιδιά σου.

 Στιγμές που αναρωτιέσαι αν τελικά στάθηκες αντάξιος των κόπων τους και της αγάπης τους και προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου πως έκανες ό,τι μπορούσες. Κι ύστερα νιώθεις την ανάγκη να ευχαριστήσεις το Θεό που σου έδωσε την ευκαιρία να τους δείξεις την αγάπη σου, έστω με ένα ποτήρι νερό που σου ζήτησαν κι ήσουν εκεί να τους το προσφέρεις.

 Κι έρχονται κι εκείνες οι στιγμές, οι ανύποπτες, οι καθημερινές, κι εκεί που ξεπλένεις τα πιάτα στο νεροχύτη σου,  οι στίχοι ενός τραγουδιού σού ραγίζουν την καρδιά και νιώθεις τα δακρυά σου να πλημμυρίζουν τα μάτια σου και να θολώνουν το βλέμμα σου. Ακούς το ‘’Λυόμενο’’ της Αλεξίου κι αναρωτιέσαι φωναχτά μες στα αναφιλητά σου… Μα για μένα το έγραψαν αυτό;

Θέλω ένα σπίτι λυόμενο με έναν κήπο ξερόχορτα

Κι εγώ πεσμένη στα γόνατα να φτιάχνω πύργους στα χώματα

Να ‘χουν οι τοίχοι παράθυρα για να ανασαίνουνε μέσα τους

Οι δυο γονείς μου νέοι ξανά κι εγώ παιδάκι στα χέρια τους

Θέλω ένα σπίτι λυόμενο κι ένα παλιό αυτοκίνητο

Με τον πατέρα μου οδηγό να ‘χει για γκάζι το σύννεφο…