Γυμναστικές επιδείξεις.-Απόσπασμα από το  Κάποτε… στον Παράδεισο. της Νίκης Μπλουτής 

 

Η σημερινή μέρα είναι πολύ σημαντική για μας τα παιδιά, αλλά και για τους δασκάλους μας που πολεμάνε όλο το χρόνο να μας γυμνάσουνε το μυαλό και το σώμα.

Αυτά μας είπε χθες στην τελευταία πρόβα που κάναμε ο κυρ Γιάννης, που ’ναι και διευθυντής στο σχολείο μας κι όλοι τον σεβόμαστε και τον φοβόμαστε. “Νους υγιής, εν σώματι υγιή”, έτσι το είπε και μας παρακάλεσε σήμερα στις επιδείξεις να βάλουμε όλοι τα δυνατά μας, για να δείξουμε στους γονείς μας και στον υπόλοιπο κόσμο που θα ’ρθεί να μας καμαρώσει, πόσο καλά παιδιά είμαστε. Όλο το προαύλιο του σχολείου είναι χωρισμένο σε σειρές με άσπρη μπογιά. Κάθε παιδί έχει τη δική του θέση πάνω σ’ αυτές και δεν πρέπει να εξέχει ούτε μια στάλα απ’ τη γραμμή. Έχουμε πάνω από βδομάδα που κάνουμε πρόβες για τη σημερινή μέρα. Σ’ άλλα σχολεία μάς είπε η κυρία Τασία, τις γυμναστικές επιδείξεις τις κάνουνε το πρωί, αλλά επειδή το χωριό μας έχει πολλούς γεωργούς, εμείς είπαμε να τις κάνουμε τ’ απόγευμα για να μη χασομερίσουνε κιόλας απ’ τις δουλειές τους οι άνθρωποι. Και πέρσι απόγευμα τις κάναμε κι είναι θαρώ πιο όμορφα, γιατί μαζεύεται πολύς κόσμος κι ύστερα όταν τελειώσει η γιορτή κατεβαίνουνε όλοι στην πλατεία και κάθονται μέχρι αργά το βράδυ. Σαν πανηγύρι μοιάζει.

Εμείς τ’ αγόρια φοράμε άσπρο μπλουζάκι και μπλε σορτσάκι, ενώ τα κορίτσια για να ξεχωρίζουνε τα φοράνε όλα άσπρα. Σε μερικά παιχνίδια, έχουμε αντιπάλους τα κορίτσια, στα πιο εύκολα όμως, γιατί αυτά κουράζονται εύκολα. Στα πιο δύσκολα είμαστε μοιρασμένα τ’ αγόρια σε δυο ομάδες και κάνουμε αγώνες μεταξύ μας. Η δική μας ομάδα νικάει πάντα, γιατί έχει εμένα και τον Γιώργη που βγάζουμε και τους υπόλοιπους ασπροπρόσωπους. Όλα τα παιδιά είμαστε έτοιμα με τις στολές μας. Καλοχτενισμένα και καθαρά, έχουμε πιάσει ο καθένας τη σειρά του και περιμένουμε το σφύριγμα του διευθυντή για να ξεκινήσει πρώτα η Γυμναστική και μετά τα παιχνίδια. Φέρνω ένα γύρο τα μάτια μου για να δω αν έχουμε πολύ κόσμο και φέτος. Μπίμπα είναι το προαύλιο. Την Αγγέλα μας με τη Φωτούλα τις ξεχωρίζω, γιατί κάθονται στην πρώτη σειρά μπροστά για να βλέπουνε καλά και να μπορεί η Φωτούλα να μας τραβάει φωτογραφίες, φέτος που ’χουμε την Κόντακ. Η γιαγιά αγόρασε μονάχη της φιλμ προχθές που πήγε στην πόλη, χωρίς να της πως τίποτα εγώ. Θέλει να δείξει μάλλον στο κόσμο πως δεν είμαστε όποιοι κι όποιοι, αφού έχουμε και φωτογραφική μηχανή και μάλιστα αμερικάνικη! Η Βαρβάρα μού χαμογελάει από μακριά, είναι τρεις σειρές πιο πέρα απο μένα κι έτσι τη βλέπω καλά. Έχει πλέξει τα μαλλιά της σε δυο όμορφες μακριές κοτσίδες και της πάνε πολύ τ’ άσπρα. Μακάρι το βράδυ ν’ ανταμώσουμε στην πλατεία και να μπορέσω να της πω πόσο όμορφη είναι και σήμερα, γιατί ο Αναστάσης μου ’πε πως στα κορίτσια πρέπει να τους λες συνέχεια για την ομορφιά τους για να μην τα χάσεις.

Το σφύριγμα του κυρ Γιάννη, τώρα που σώπασε ο κόσμος και τακτοποίθηκε μας δίνει το σύνθημα πως αρχίζουμε. Όλα τα κορμιά είναι τεντωμένα σε προσοχή κι όπως κοιτάω τη σειρά μπροστά μου, ούτε μια τρίχα δεν εξέχει απ’ τις γραμμέςΤώρα έφτασε η ώρα των παιχνιδιών. Πρώτα θα κάνουμε αυτά με τα κορίτσια που ’ναι εύκολα κι ύστερα θα μείνουμε μόνα μας τ’ αγόρια για να τους δείξουμε τα κατορθώματά μας. Όλα τα παιδιά γονατίζουμε στα τέσσερα σε μια μεγάλη σειρά που ’χουμε φτιάξει το ’να πίσω απ’ τ’ άλλο. Δίπλα μας κάνουν το ίδιο και τα κορίτσια. Μετά ο τελευταίος από κάθε σειρά σηκώνεται και περπατάει πάνω στις πλάτες των σκυμμένων. Σαν φτάσει μπροστά και καταφέρει να μην πέσει γονατίζει πρώτος και περιμένει τον άλλον τελευταίο να κάνει το ίδιο. Αν όμως πέσει, φεύγει απ’ τη σειρά κι απ’ το παιχνίδι. Έτσι κερδίζει η ομάδα που ’χει τα πιο πολλά παιδιά. Εγώ είμαι τέταρτος απ’ το τέλος κι ο Γιώργης είναι δίπλα μου. Όταν ήρθε η σειρά μου, απ’ την αγωνία μου να μην πέσω αλλά και να κάνω γρήγορα, ζαλίστηκα λιγάκι, αλλά ευτυχώς συνήρθα αμέσως… Έχω τον νου μου και στη Βαρβάρα, να τη δω που τρέχει πάνω στις πλάτες των κοριτσιών και να την καμαρώσω, γιατί έχει κι αυτή ωραίο σώμα και τα καταφέρνει καλύτερα απ’ τις άλλες. Ο Γιώργης ο βλάκας παραλίγο να πέσει απ’ τη βιασύνη του και να βγει απ’ το παιχνίδι. Ο κόσμος έχει μεγάλη αγωνία κι έχει αρχίσει να φωνάζει τα ονόματα των παιδιών που τρέχουνε στις πλάτες για να τους δώσει κουράγιο. Το δικό μου τ’ όνομα μού φάνηκε πως το φωνάζανε όλοι πολύ δυνατά, επειδή ήμουνα πολύ γρήγορος. Τα κορίτσια έχουν απομείνει κιόλας έξι μονάχα, τα σκίσαμε πάλι… Ευτυχώς η Βαρβάρα τα κατάφερε. Εμείς τ’ αγόρια χάσαμε μόνο δύο παιδιά, τον Αλέκο τον χοντρό που δε ξέρει πούθε παν τα τέσσερα και το βλάκα τον Πέτρο που απ’ τη σιγουριά του πως είναι καλός έφαγε τα μούτρα του απ’ την αρχή. Ο κόσμος χειροκροτάει συνέχεια τους νικητές κι εμείς τ’ αγόρια σηκώνουμε τα χέρια μας και τους χαιρετάμε με καμάρι.

Το δεύτερο παιχνίδι είναι κι αυτό εύκολο για μας. Φοράμε όλα τα παιδιά τα σακιά που μας μοιράζει η κυρία Κάτια κι ετοιμαζόμαστε να τρέξουμε δυο δυο με τον αντίπαλό μας μέχρι να φτάσουμε στο τέλος της γραμμής. Πρώτα θα το κάνουνε τα κορίτσια κι ύστερα εμείς. Η Βαρβάρα έχει τύχει με την καμήλω τη Μαρία, που ’ναι ψηλή κι έχει μια αρίδα να! Αλλά είναι πολύ άχαρη η κακομοίρα, μπροστά στη Βαρβάρα δε πιάνει μπάζα. Πηδάνε κι οι δυο με τα σακιά στη μέση και προσέχουν πολύ να μην πεδικλωθούν γιατί θα χάσουν. Η Μαρία την αφήνει πίσω απ’ την αρχή, αλλά αυτή δεν το βάζει κάτω και προσπαθεί να κάνει όσο πιο γρήγορα. Ο μισός κόσμος φωνάζει Μαρία κι ο άλλος μισός Βαρβάρα… Εγώ φωνάζω Βαρβάρα. Νικήτρια είναι τελικά η Μαρία που ’φτασε πρώτη και πήρε όλα τα χειροκροτήματα. Αλλά η Βαρβάρα τη νικάει σ’ ομορφιά κι αυτό έχει πιο πολλή σημασία για τα κορίτσια.

Εγώ θα τρέξω με τον Πέτρο, που ’ναι δυνατός και γερός αντίπαλος, αλλά δεν τον φοβάμαι γιατί αυτός βιάζεται συνέχεια κι όλο χάνει στο τέλος. Όπως πριν που τα σκάτωσε και βγήκε απ’ το παιχνίδι. “Όποιος βιάζεται σκοντάφτει”, του ’πε ο κυρ Γιώργης προχθές στις πρόβες, αλλά αυτός σιγά μη συμμορφώθηκε. Ο Γιώργης ο μπαγάσας βγήκε πρώτος με διαφορά. Τον άφησε δυο μέτρα πίσω του τον Λάμπρο κι όλοι φωνάζουν τ’ όνομά του κι αυτός καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι. Δεν προλαβαίνω να πάρω θέση στη γραμμή για να ξεκινήσουμε με τον Πέτρο κι ακούω την Αγγέλα να ουρλιάζει ξανά και να με φωνάζει. Ο κόσμος αρχίζει να γελάει και να με φωνάζουνε κι αυτοί για να τις κάνουν το χατίρι. Ως και τη φωνή της κυρα-Λένης ξεχώρισα που σκούζει “έλα άντρα μ’, έλα παλληκάρι μ’… δείξτ’ πόσα απίδια βάνει ο σάκος…” και παραλίγο να με πιάσει η καρδιά μου απ’ τον φόβο μην πετάξει καμιά παλιοκουβέντα και με κάνει ρεντίκολο σήμερα μπροστά σε τόσο κόσμο. Ο Πέτρος στα πρώτα μέτρα πήγε να μου βγει μπροστά, αλλά επειδή έβαλε όλα τα δυνατά του απ’ την αρχή ο χαζός, στη μέση τα ’φτυσε κι έτσι τον προσπέρασα άνετα και βγήκα πρώτος! Η Αγγέλα δε σταματάει να χειροκρατάει και να γελάει απ’ τη χαρά της κι όλος ο κόσμος έχει σηκωθεί όρθιος και φωνάζει μαζί της. “Μπράβο Δημοσθένη μας, μπράβοοοοο…” Η Φωτούλα μάς τραβάει αράδα φωτογραφίες κι εγώ φουσκώνω από καμάρι και τους χαιρετάω όλους.

Τα κορίτσια τώρα παραμερίζουνε σε μια άκρη που τις βάζει η κυρία Κάτια κι έφτασε η σειρά για το τρίτο και τελευταίο παιχνίδι, που ’ναι και το πιο δύσκολο. Χωριζόμαστε τ’ αγόρια σε δυο ομάδες. Θα ’μαστε πάλι δυο δυο κι ευτυχώς τώρα είμαι με τον Γιώργη. Ο όρθιος θα πιάσει τον άλλον απ’ τα πόδια κι αυτός θα τρέχει με τα χέρια του μέχρι να φτάσουμε στο τέλος της γραμμής. Η διπλανή ομάδα θα κάνει το ίδιο κι όποια τελειώσει πιο γρήγορα θα ’ναι η νικήτρια. Ο Γιώργης θα περπατάει με τα χέρια κι εγώ θα τον κρατάω που ’ναι λίγο πιο εύκολο, αλλά μετά μόλις φτάσουμε στο τέρμα θ’ αλλάξουμε θέση και θα περπατάω εγώ όταν ξαναγυρνάμε πίσω. Ο κυρ Γιώργης μάς έβαλε στο τέλος γιατί είμαστε είπε οι πιο καλοί και μήπως καταφέρουμε να σώσουμε την ομάδα μας που κινδυνεύει απ’ την άλλη, γιατί οι πολλοί γρήγοροι τύχανε από κει. Με την ψυχή στο στόμα παρακολουθούμε τον αγώνα και μέχρι τώρα είμαστε ισόπαλοι… που σημαίνει πως το ξεκαθάρισμα θα γίνει στο τέλος. Οι άλλοι δυο απ’ την άλλη ομάδα που θα τρέξουνε μαζί μας είναι ο Λάμπρος κι ο Πέτρος και μας κάνουνε χειρονομίες κρυφά πως θα μας σκίσουνε όταν έρθει η ώρα να παραδείξουμε. Ο Γιώργης νευριάζει και τους βρίζει σιγανά, αλλά εγώ που ’μαι σίγουρος για τη δύναμή μας τους χαμογελάω πονηρά, που σημαίνει πως πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.

“Εμπρός παιδιά, από σας θα κριθεί ο νικητής”… φωνάζει ο κυρ Γιώργης και στους τέσσερις, γιατί αυτός σαν δάσκαλος δεν μπορεί να πάρει το μέρος καμιάς ομάδας. Ο Γιώργης σκύβει και παίρνει τη θέση του, το ίδιο κι ο Λάμπρος. Εγώ δεν κοιτάω καθόλου τι γίνεται δίπλα μου, για να μην αφαιρεθώ και καθυστερήσω. Οδηγώ τον Γιώργη απ’ τα πόδια σαν να ’ναι το πατίνι μου κι αυτός σκοτώνετε να τα καταφέρει γιατί ’μαι πολύ γρήγορος. Μόλις φτάνουμε στο τέλος και κάνουμε ν’ αλλάξουμε θέση βλέπουμε τότε τους άλλους που θέλουν μισό μέτρο ακόμα να μας φτάσουνε. Τα κορίτσια μάς χειροκοροτάνε κι ο κόσμος ουρλιάζει απ’ την αγωνία “Δημοσθένης, Δημοσθένης…” γιατί είμαι ο πιο γνωστός εξαιτίας της Αγγέλας μας, που σίγουρα θα ’χει βραχνιάσει η καψερή με τα ουρλιαχτά της. Ο Γιώργης ο βλάκας δεν είναι τόσο γρήγορος όσο εγώ και μ’ οδηγεί πιο αργά γιατί φοβάται μην πέσω. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα… του φωνάζω για να τρέξει. Όλος ο κόσμος έχει σηκωθεί όρθιος, τον βλέπω ανάποδα όπως τρέχουμε και χειροκροτάει για να μας δώσει κουράγιο. Ένα μέτρο ακόμα και φτάνουμε μπροστά στα όμορφα πόδια των κοριτσιών που τα βλέπω κι αυτά ανάποδα. Ο Γιώργης ο χαζός συνέχεια πίσω κοιτάει να δει αν μας φτάνουνε. Και… Ναιαιαι! Είμαστε και πάλι οι νικητές, χάρη σ’ εμένα!

Πώς καμαρώνει η Βαρβάρα, όλο γλυκιές ματιές μου ρίχνει και δεν έχει σταματήσει να μας χειροκροτάει. Ο Γιώργης μ’ αγκαλιάζει με χαρά κι η Αγγέλα με τη γιαγιά ουρλιάζουνε ακόμα, “μπράβοοοο, μπράβοοοο”. Η Φωτούλα κρατάει τη μηχανή με το ’να χέρι και με τ’ άλλο με χαιρετάει γελαστή κι ευχαριστημένη που τα κατάφερα τόσο καλά. Ο παπα-Λουκάς με χαιρετάει κι αυτός από μακριά με τα ράσα του ν’ ανεμίζουνε στον αέρα. Τα μάτια μου δακρύζουνε απ’ τη χαρά. Ο Λάμπρος μάς ρίχνει μια άγρια ματιά την ώρα που τερματίζουνε τελευταίοι. Θα μου κρατάει να δεις πάλι μούτρα, επειδή ήθελε να τον καμαρώσει κι αυτόν η Χαρούλα να ’ναι νικητής… Πάω κοντά του και του δίνω το χέρι για να τα ξαναβρούμε, γιατί εγώ είμαι καλόκαρδος σαν τον παπαδονονό μου. Εμ πώς να το κάνουμε, δε γίνεται να ’ναι αυτός σ’ όλα πρώτος… “Εσύ στο μυαλό κι εγώ στο σώμα πρώτος…” του κάνω κι αυτός μου χαμογελάει με το ζόρι. Ρίχνω μια ματιά γύρω στο προαύλιο και βλέπω όλο τον κόσμο να ’ναι χαρούμενος και τους δασκάλους μας να χαμογελάνε ευχαριστημένοι. Κι είμαι τόσο περήφανος σήμερα που ’μαι τόσο δυνατός κι όμορφος! Κι ας είμαι ορφανός…