«Η εξομολόγηση» απόσπασμα από το βιβλίο Κάποτε… στον Παράδεισο, της  Νίκη Μπλούτη

— Ρε Δημοσθένη, ξέρ’ς τι σκέφτομ’; με ρωτάει ο Γιώργης και φαίνεται συλλογισμένος.

— Πού θες να ξέρω; Του απαντάω με βαρεμάρα.

— Ότι έρχοντ’ τα Χριστούγεννα…

— Ε και; Δε χαίρεσαι; Θα ’χουμε διακοπές, παιχνίδι όλη μέρα…

— Όχι αυτό μωρέ… Να, που θα πρέπ’ να ξομολογηθούμε πάλι. Η μάνα μ’ άρχισ’ από τώρα να μας νηστεύει για να κοινωνήσουμ’ λέει…

Ο χέστης φοβάται. Ξέρω πού το πάει. Αν θα μαρτυρήσουμε στην εξομολόγηση για τα συνθήματα.

— Άσε ρε, του λέω και τον χτυπάω φιλικά στην πλάτη. Σε πρόλαβα, τα ’χω σκεφτεί όλα…

Ο Γιώργης ξεφυσάει μ’ ανακούφιση. Βολεύεται όταν του βρίσκω λύσεις. Τα μάτια του τώρα ζωήρεψαν και μου ζητάει να συνεχίσω.

— Δηλαδή; Ρωτάει μ’ αγωνία.

— Τι δηλαδή ρε κεφάλα; Τρελός είμαι να μαρτυρήσω στον παπαδονονό μου για τα συνθήματα; Δε θυμάσαι πέρσι που του ’πα για το μπακάλικο και πήγε τ’ απόγευμα κιόλας και τα ξέρασε όλα στη γιαγιά μου;

— Εμ αυτό θυμάμαι, είναι μαρτυριάρ’ς ο παπάς. Θα μας γράψ’ στην εφημερίδα… Λέει αυτός και συμφωνεί με μένα.

— Γι’ αυτό κι εμείς θα σφαλίσουμε το στόμα μας. Κατάλαβες; Του κάνω ψιθυριστά γιατί μας γυροφέρνει η Βαρβάρα με την παρέα της.

— Δεν είν’ αμαρτία;

— Ποιο ρε;

— Που δε θα πούμ’ την αλήθεια;

— Ε, είσαι βλάκας. Τι προτιμάς μου λες; Εδώ ξεφύγαμε στο παρατσάκ απ’ τον διευθυντή και τώρα θα πάμε να πιαστούμε μόνοι μας στη φάκα ρε μπουμπουνοκέφαλε; Τον ρωτάω νευριασμένος.

Τούτος εδώ θα μου σπάσει τα νεύρα. Άλλη φορά δε κάνω τίποτα μαζί του. Μόνος μου θ’ αναλαμβάνω τα σοβαρά…

— Η μάνα μ’ λέει πως στον παπά πρέπ’ να τα λέμε όλα, αλλιώς μας βλέπ’ ο Θεός…

— Εντάξει, θα γίνει κι αυτό. Όταν μεγαλώσουμε, θα πάμε και θα τα πούμε όλα σ’ έναν άλλο παπά. Θα ’χουν περάσει και τα χρόνια και θα ’χουν ξεχαστεί όλ’ αυτά. Δεν άκουσες που ’πε ο διευθυντής ρε βλάκα πως αυτά είναι πολύ σοβαρά πράματα κι οι καιροί είναι δύσκολοι και να προσέχουμε τους αναρχικούς που γράφουν τέτοια συνθήματα; Άρα, φτηνά τη γλιτώσαμε… του εξηγώ όσο μπορώ, μήπως και τα χωρέσει η κούτρα του και σταματήσει να με πρήζει.

— Εμείς είμαστ’ οι αναρχικοί;

— Μην κάνεις άλλες ερωτήσεις ρε, με νευριάζεις…

— Φοβάμαι Δημοσθένη, η μάνα μ’ έλεγε στον πατέρα μ’ για τα παιδιά που σκοτωθήκαν’ και για τ’ άλλα που κλείσαν στη φυλακή και τα βασανίζαν, επειδή ήταν κατά της χούντας…

Ωραία! Την είπε και μια φορά σωστά.

— Αυτά γίναν στην Αθήνα, εδώ πού να μας βρούνε ρε; Στο κάτω-κάτω εμείς δυο λόγια γράψαμε, δεν την κατεβάσαμε κιόλας…

— Ποια;

— Τη χούντα ρε βλαμμένο. Η γιαγιά μου όμως λέει, πως αυτά τα παιδιά είναι αληθινοί ήρωες και πως μια μέρα θα τα ευχαριστεί όλη η Ελλάδα γι’ αυτό που κάνανε.

— Δηλαδή είμαστ’ κι εμείς ήρωες;

— Μια πρόταση δίχως να ρωτάς, δε θα πεις; Σε βαρέθηκα…

— Αφού φοβάμαι ρε Δημοσθένη. Χθες το βράδ’ έβλεπα στον ύπνο μ’ πως μας πιάσαν και μας βασανίζαν και μας…

— Άντε ρε που είσαι συ για τέτοια… τον αποπαίρνω νευριασμένος, που δε λέει να σταματήσει την πάρλα. Ποιος να βασανίσει δυο μικρά παιδιά;

Θ’ αρχίσει ο βλάκας να με φοβίζει ξανά και μένα, τώρα που πέρασαν όλα.

— Και τι θα πούμ’ τελικά στον παπά;

— Τίποτα… Καμιά βριξιά που λέμε αναμεταξύ μας, άντε και για κάνα στραγάλι που βουτάμε απ’ τον καψερό τον μπακάλη όταν πάμε εκδρομή… του λέω και ρίχνω μια ματιά στη Βαρβάρα που με καρφώνει από μακριά.

Αυτά τα κορίτσια δεν έχουνε τίποτα άλλο να κάνουνε; Όλο γύρω γύρω έρχονται σαν τις γάτες.

— Ωραία, λέει και σηκώνεται χαμογελαστός.

Φαίνεται πως τον ηρέμησα μ’ όσα του είπα.

— Εγώ θα τ’ πω πως είπα τρεις φορές “μαλακισμένο” και πως έκλεψα ένα σαλάμ’ επειδή πείναγα. Για την καναπίτσα και τη φωτιά δε θα πω τίποτα. Κοίτα μη με προδώσ’ς εσύ…

— Αφού δε το ’κανα τότε που έπρεπε, θα τα ξεράσω τώρα; Χαζό με πέρασες, του κάνω για να ησυχάσει επιτέλους.

— Καλά λες. Στο κάτω-κάτω μικρά παιδιά είμαστ’… πόσα άσχημα περιμένει να ’χουμε κάνει; Ε; τι λες κι εσύ;

Του ρίχνω μια άγρια ματιά για να με παρατήσει και να μπορέσω να κοιτάξω με την ησυχία μου τη Βαρβάρα.