Η Ιστορία του «ΑΓΙΟ ΦΩΣ» το μέγα θαύμα

Από τις ιερές τελετές που τελούνται μεγαλόπρεπα τη Μ. Εβδομάδα στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ, η περισσότερο σημαντική τόσο για τη σημασία της όσο και για την παλαιότητά της, η οποία τυχαίνει να είναι τόσο ποθητή και παρηγορητική για τους πιστούς, είναι η ιερή και σεβάσμια τελετή του αγίου φωτός, που τελείται κατά το μεγάλο και υπερευλογημένο Σάββατο στον ίδιο τόπο που έγινε η ταφή και η ανάσταση του Σωτήρα Χριστού. Η ιερή αυτή τελετή, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πρώτος ιεράρχης της Σιωνίτιδος Εκκλησίας ή κάποιος άλλος από τους ιεράρχες της δίνει στους πιστούς το άγιο φως που προέρχεται από το Πανάγιο Τάφο, καθιερώθηκε από τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού.

Α’.Ιστορία της τελετής του αγίου φωτός.

Η πρώτη αφορμή της τελετής του αγίου φωτός, αν δεν υποθέσουμε πως είναι υπερφυσική, ήταν σίγουρα η συμβολική ανάμνηση και της ανάστασης του Σωτήρα μας και αυτών που έζησαν από κοντά τα γεγονότα.

Από το ιερό Ευαγγέλιο μαθαίνουμε πρώτα ότι κατά τον καιρό της ανάστασης του Κυρίου ο άγγελος που παρουσιάστηκε στις Μυροφόρες και έσπρωξε την πέτρα από την είσοδο του Τάφου, καθόταν πάνω σε αυτήν και έλαμπε ολόκληρος: «Ην δέ η ιδέα αυτού ως αστραπή» (Ματθ. κη’ 3.) (Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν σαν αστραπή). Έπειτα, όταν πάλι ο Πέτρος και ο Ιωάννης ήρθαν στον τάφο, ενώ υπήρχε ακόμα σκοτάδι και δεν ήταν παρών κανένας άγγελος, είδαν τις λωρίδες από σεντόνια που είχαν χρησιμοποιηθεί ως σάβανο και την πετσέτα με την οποία είχαν σκεπάσει το κεφάλι του Κυρίου και πίστεψαν (Ιωάν. κ’.)∙ είδαν όμως αυτά, ενώ υπήρχε ακόμα σκοτάδι, διότι όλος ο Τάφος του Κυρίου ήταν τότε διάχυτος από ουράνιο φως. Γι’ αυτό ψάλλει και ο θείος Δαμασκηνός: «Καί τό φως εν τω τάφω ορών (ο Πέτρος) κατεπλήττετο, όθεν καί κατειδε τά οθόνια μόνα, ουδείς γάρ βλέπειν δύναται εν νυκτί τά προκείμενα» (=και βλέποντας (ο Πέτρος) το φως στον τάφο έμεινε κατάπληκτος , γι’ αυτό και είδε μόνο τις λωρίδες από τα σεντόνια, γιατί κανείς δεν μπορεί να δει μέσα στο σκοτάδι αυτά που βρίσκονται μπροστά του). Και ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος της Νύσσης λέει: «Και ταυτα (τά οθόνια καί τά σουδάρια) ιδόντες οι περί τόν Πέτρον επίστευσαν… πλήρης γάρ ην ο Τάφος φωτός, ώστε καί νυκτός ούσης έτι, διπλως θεάσασθαι τά ένδον, καί αισθητως καί πνευματικως» (για την ανάσταση του Χριστού, λόγος β’ σελ. 406 τόμος γ’.) (=Και αφού είδαν αυτά [τις λωρίδες από τα σεντόνια και τις πετσέτες] οι σύντροφοι του Πέτρου πίστεψαν…γιατί ο Τάφος ήταν γεμάτος με φως, ώστε, αν και ήταν νύχτα ακόμα, δύο φορές είδαν αυτά που βρίσκονταν μέσα στον Τάφο, και με τις αισθήσεις τους και με το πνεύμα τους).

Αυτά βέβαια ενέπνευσαν στην τελετουργία της Εκκλησίας μας από τους πρώτους αιώνες (ίσως σύμφωνα με την Αποστολική παράδοση) το έθιμο να κρατάμε λαμπάδες κατά τη γιορτή του Πάσχα. Η διαδεδομένη σε όλες τις Ορθόδοξους Εκκλησίες τελετή της διανομής του φωτός από τον εκκλησιαστικό προϊστάμενο στο λαό κατά τη νύχτα της Κυριακής του Πάσχα, ψάλλοντας «Δευτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και ασπάσασθε Χριστόν τόν αναστάντα εκ νεκρων» (=ελάτε πάρτε φως από το άσβεστο φως και ασπαστείτε τον Χριστό που αναστήθηκε από τους νεκρούς), είναι αναντίρρητα πάρα πολύ παλιά. Αυτήν την ανέκαθεν φωταγωγία της Εκκλησίας, σύμβολο της χαράς, της δόξας και του ουράνιου φωτός, μαρτυρούν πολύ παλιά παραδείγματα. Όταν Επίσκοπος της Ιερουσαλήμ ήταν ο Νάρκισσος, το 162, κατά το βράδυ της ανάστασης, στην ίδια την Ιερουσαλήμ, άναψαν όλα τα καντήλια της Εκκλησίας με το θαυματουργό λάδι, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου: «Κάποτε, κατά το μεγάλο βράδυ του Πάσχα, λένε ότι είχε εξαντληθεί το λάδι από τους διακόνους (της εκκλησίας). Επειδή, εξαιτίας αυτού, φοβερή απογοήτευση συντάραξε όλο το πλήθος, ο Νάρκισσος διέταξε να ετοιμάσουν τα φώτα, και αφού άντλησε νερό από κάποιο κοντινό πηγάδι, το μετέφερε ο ίδιος. Ενώ έγινε αυτό αμέσως, προσευχόταν και παρακαλούσε με πίστη προς τον Κύριο το νερό να χυθεί στους λύχνους. Αφού έγιναν και αυτά, ενάντια σε κάθε λογική και με παράδοξη και θεϊκή δύναμη μετέβαλε το νερό σε λάδι∙ αυτό διαφυλάχτηκε από τους περισσότερους από τους αδελφούς για μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε και σε μας έχει απομείνει ένα μικρό δείγμα από το τότε θαύμα»1.

Και πού υπήρχε τότε η εκκλησία αυτή στην άγια πόλη, όπου ήταν παρών και ο Επίσκοπος και πλήθος εκκλησιαζομένων, δεν είναι γνωστό∙ βέβαιο, όμως, είναι ότι, και μετά την ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τον Αδριανό, υπήρχε στην πόλη και η εκκλησία για την οποία έγινε λόγος, όπως πιθανόν και άλλοι τόποι προσευχής, στους οποίους μαζεύονταν οι πιστοί και μέσα και έξω από αυτούς, ειδικά αυτοί που είχαν πάει στην πόλη κατά την εορτή του Πάσχα. Ο Μ. Κωνσταντίνος, κάνοντας πιο λαμπερή τη φωταγωγία και τη λαμπαδηφορία της Εκκλησίας, διέταξε να φωτιστεί όλη η πόλη. «Την ιερή αγρυπνία μετέβαλε σε φώτα της ημέρας δένοντας πάρα πολύ ψηλούς κίονες από κερί σε όλη την πόλη, πάνω στους ήδη υπάρχοντες στύλους∙ οι λαμπάδες ήταν αναμμένες και φώτιζαν όλον τον τόπο, ώστε η αγρυπνία να ακτινοβολεί πιο πολύ και από τη λαμπερή ημέρα»

Και ο Γρηγόριος ο θεολόγος λέει: «το άγιο Πάσχα και περιβόητο, η πιο μεγάλη μέρα όλων των ημερών και η λαμπρή νύχτα, αυτή που έδιωξε το σκοτάδι της αμαρτίας, κατά την οποία εμείς γιορτάζουμε τη σωτηρία μας κάτω από το πλούσιο φως» (λόγ. ιθ’.). Αυτό, όμως, το φως που φωτίζει όλες τις εκκλησίες της νύχτας της Αναστάσεως πώς το αντιλαμβάνεται και πώς το ονομάζει η γλώσσα του Γρηγορίου του θεολόγου; «Αυτό, λέει, το αντίγραφο του μεγάλου φωτός, όσο και ο ουρανός από πάνω λάμπει, φωτίζοντας όλο τον κόσμο με τις δικές του ομορφιές, και όσο υπερουράνιο, και με την πρώτη φωτεινή φύση στους αγγέλους, και όσο στην Τριάδα, από την οποία όλο το φως έχει έρθει, από το αδιαίρετο φως που θεωρείται μέρος του και τιμάται∙ και αυτό είναι πρόδρομος του μεγάλου φωτός που υπάρχει, το (φως της διανυκτέρευσης κατά την εορτή του Πάσχα)»∙ (λόγ. εις τό Πάσχα). «Εάν, όμως, και εξολοκλήρου το φως που φωτίζει δυνατά κατά τη νύχτα της Αναστάσεως κάθε Εκκλησία (η οποία είναι η απεικόνιση της Σιών, όπως και η θεία Τράπεζα είναι η απεικόνιση του Μνήματος της Αναστάσεως), γράφει ο Κωνσταντίνος ο πρεσβύτερος ο εξ Οικονόμων, έτσι είναι ιερό και τιμώμενο, πόσο περισσότερο αξιοσέβαστο και κατεξοχήν πρόδρομος του μεγάλου φωτός εκλάμπει, αυτό που πηγάζει ευθύς από το ίδιο το πρωτότυπο και ζωηφόρο Μνήμα και, όπως θα μπορούσες να πεις φανερά και κατανοητά, αυτό που θεωρείται μέρος του αδιαίρετου φωτός; Ω νύχτα εκείνη ιερότατη και μεγάλη εορτή και μυστηριώδης, κατά την οποία το αμέτρητο πλήθος των προσκυνητών, όλα τα έθνη, όλοι με υψωμένες τις ψυχές και γεμάτοι με πίστη και ευλάβεια γιορτάζουν τη σωτηρία του σύμπαντος, στεκούμενοι απέναντι στον Τάφο που δέχτηκε τον Κύριο και παρατηρώντας από αυτό να ανατέλλει το αντίγραφο του μεγάλου φωτός και το πρόδρομο φως! Ω εκείνης της χαράς, με τη συνοδεία της οποίας προσέρχονται με χαρούμενο πόδι και νου, κρατώντας λαμπάδες, για να συναντήσουν από κοντά τον νυμφίο τον νικητή του θανάτου, παρακολουθώντας με τα μάτια της πίστης να βγαίνει από το ίδιο εκείνο θείο Μνήμα, απ’ όπου αναστήθηκε και σωματικά»3. Γι’ αυτό, από πολύ παλιά καθιερώθηκε ξεχωριστή ιερή τελετή του αγίου φωτός το απόγευμα του Μ. Σαββάτου στον ίδιο τόπο που έγινε η Ταφή και η Ανάσταση του Σωτήρα Χριστού, όπως μαρτυρούν πολλά ιστορικά μνημεία, στα οποία βρίσκουμε περιγραφές της τελετής του αγίου φωτός. Στο «Ιεροσολυμιτικό Κανονάριο» (Τυπικό της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων), το οποίο ανάγεται χρονικά στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, η τελετή του αγίου φωτός περιγράφεται έτσι: «Το Μεγάλο Σάββατο το απόγευμα, κατά τη δύση του ηλίου, ο επίσκοπος, οι ιερείς και οι διάκονοι εισέρχονται στην αγία Ανάσταση και κλείνουν τις πόρτες. Ετοιμάζουν τρία θυμιατήρια και απαγγέλλουν εκτενή και ευχή. Ο επίσκοπος βάζει στο θυμιατήριο θυμίαμα και ο ίδιος θυμιατίζει. Προηγείται ο επίσκοπος, μετά από αυτόν ακολουθούν οι ιερείς και οι διάκονοι και, ψάλλοντας τον ψαλμό «Άσατε τω Κυρίω ασμα καινόν, ψάλατε τω Κυρίω πάσα η γη» (όλη η γη ας τραγουδήσει προς τον Κύριο τραγούδι καινούριο, ας ψάλλει προς τιμή του Κυρίου), κάνουν πομπή γύρω από την Εκκλησία. Μπαίνοντας στο άγιο Βήμα απαγγέλλουν εκτενή και ευχή με γονυκλισίες, όπου ο επίσκοπος λέει το παρακάτω: «Νυν αναστήσομαι, λέγει Κύριος, νυν δοξασθήσομαι, νυν υψωθήσομαι» (Τώρα θα αναστηθώ, λέει ο Κύριος, τώρα θα δοξαστώ, τώρα θα υψωθώ). Πηγαίνουν γύρω από την Εκκλησία για δεύτερη φορά ψάλλοντας το εξής: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο). Αφού έρθουν μπροστά από την είσοδο του αγίου Βήματος, απαγγέλλουν εκτενή και ευχή και ψάλλοντας τον ψαλμό «Άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν» με πομπή γυρνούν γύρω από την Εκκλησία για τρίτη φορά. Αφού επιστρέψουν εκεί, μπροστά στην είσοδο του αγίου Βήματος, απαγγέλλουν εκτενή και ευχή. Ο επίσκοπος ασπάζεται τους ιερείς και τους διακόνους, ευλογούν τα κεριά και ανάβουν τις λυχνίες. Ανοίγουν τις πόρτες και μπαίνουν στην καθολική Εκκλησία ψάλλοντας το «Κύριε, εκέκραξα» μαζί με το στιχηρό «Φωτίζου, φωτίζου Ιερουσαλήμ…». Μετά το «φως ιλαρόν…», τα δώδεκα αναγνώσματα και η Λειτουργία»4. Το Τυπικό του Ναού της Αναστάσεως, το οποίο γράφτηκε το 1122, αλλά βρισκόταν εν χρήσει στη Σιωνίτιδα Εκκλησία ήδη από τον 8ο και 9ο αιώνα5, περιγράφει την τελετή του αγίου φωτός λεπτομερέστατα ως εξής: «Και κατά τη δεύτερη ώρα της αγίας αυτής ημέρας (του Μ. Σαββάτου) έρχονται οι μυροφόρες και αρχίζουν να πλένουν τα καντήλια και τα τακτοποιούν μέσα στον πανάγιο και ζωοποιό Τάφο, ενώ βρίσκονται παρόντες ο Πατριάρχης και ο αρχιδιάκονος και ο δευτεράριος και ο παραμονάριος και τρεις διάκονοι και ψάλτες∙ και ενώ εκτελούν το έργο τους οι μυροφόρες ψάλλουν τον κανόνα και την ακολουθία των ωρών σύντομα. Και όταν τελειώσουν με το πλύσιμο των καντηλιών και την τακτοποίησή τους, τότε κλειδώνει ο Πατριάρχης τον άγιο Τάφο και παίρνει τα κλειδιά μαζί του, και τότε σβήνουν όλα τα καντήλια του ναού∙ και ανεβαίνει ο Πατριάρχης στα Κατηχούμενα, για να ψάλλει τις ώρες. Και όταν γίνεται εννιά η ώρα, ο Πατριάρχης κατεβαίνει μαζί με τον κλήρο ντυμένοι στα άσπρα στην αγία Ανάσταση χωρίς φωταψίες και θυμιατό και τότε αρχίζουν τον εσπερινό πίσω από τον άγιο Τάφο μέσα σε κλίμα γαληνότητας… Αμέσως μετά το τέλος των Προφητειών εισέρχεται ο Πατριάρχης στο άγιο Βήμα και κόβει το θυμίαμα των μητροπολιτών, των επισκόπων και των πρεσβυτέρων, και αρχίζουν να θυμιατίζουν ο ίδιος (ο Πατριάρχης) και οι αρχιερείς και οι ιερείς μαζί του∙ θυμιατίζουν το Ναό έξω από τον άγιο Τάφο και περιέρχονται γύρω από αυτόν τρεις φορές, ενώ είναι κλειστός. Αμέσως έρχονται και ανεβαίνουν στον άγιο Γολγοθά και αφου έχουν θυμιατίσει κάτω, όπως και στον άγιο κήπο και στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Φυλακή, μέχρι να έρθουν στην πύλη της αγίας Αναστάσεως, η οποία ονομάζεται η πύλη των Μυροφόρων. Τότε παίρνουν οι υποδιάκονοι τα θυμιατά από τους αρχιερείς και τους ιερείς και μπαίνουν όλοι στο άγιο Βήμα και αρχίζει ο Πατριάρχης το «Κύριε ελέησον» εκτενώς και χωρίς παύση και τότε εξέρχεται ο Πατριάρχης από το Βήμα ο ίδιος και ο αρχιδιάκονος και ο πρωτοδιάκονος-κρατούν τα χέρια του Πατριάρχη από τη μια και από την άλλη μεριά-και προπορεύεται μπροστά από αυτούς ο σακελλάριος και τον ακολουθεί από πίσω ο παραμονάριος και ο καστρίνσιος∙ και τότε πέφτει ο Πατριάρχης μπροστά από το άγιο Βήμα με το πρόσωπο στο έδαφος και προσεύχεται με δάκρυα για τις αμαρτίες του λαού∙ και σηκώνει τα χέρια του ψηλά∙ έτσι κάνει τρεις φορές, το ίδιο και αυτοί που είναι μαζί του∙ και ο λαός ψάλλει το «Κύριε ελέησον» δυνατά και ακατάπαυστα. Και τότε με την είσοδο του Πατριάρχη και των ακολούθων του στον άγιο Τάφο, κάνει τρεις μετάνοιες και προσεύχεται και παρακαλεί για τον ίδιο και για το λαό και τότε ανάβει από το άγιο Φως και το δίνει στον αρχιδιάκονο και ο αρχιδιάκονος στο λαό και μετά από αυτό βγαίνει ο Πατριάρχης και η συνοδεία του ψάλλοντας το στιχηρό: «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ»6.