«Η ζωή συνεχίζεται…» Νίκη Μπλούτη

Τι όμορφες φωτογραφίες! Τι ανεπανάληπτες στιγμές! Να, αυτή εδώ που είναι κοντινή και φαίνονται μόνο τα πρόσωπα των παιδιών, με τα στέφανα στο κεφάλι τους είναι η πιο όμορφη απ’ όλες.

Αυτή θα βάλει σε κορνίζα. Σήμερα κιόλας θα βγει να πάρει μια μεγάλη χρυσή κορνίζα και θα τη βάλει πρώτη θέση στο σαλόνι, να τη βλέπει κάθε πρωί και να της φτιάχνει το κέφι. Θα κάνει και μια για τη μαμά της που της ζήτησε κι αυτή φωτογραφία των νιόπαντρων, γιατί δεν τα κατάφερε η καημενούλα τελικά να παρευρεθεί στον γάμο και να καμαρώσει την εγγόνα της από κοντά. Πόσο τη λαχταρούσε και την περίμενε αυτή την ευλογημένη στιγμή, να την αξιώσει ο Θεός να δει τα παιδιά της όλα τακτοποιημένα, να κάνουν οικογένεια δικιά τους και παιδιά… πολλά παιδιά, να της γεμίσουν το σπίτι με εγγονάκια, να τρέχουν τις Κυριακές και να κελαηδάνε χαρούμενα στον κήπο, να τις φέρνουν την άνοιξη πριν την ώρα της. Γιατί όπου υπάρχουν παιδιά είναι πάντα άνοιξη γι’ αυτήν, έτσι το έχει συνδυάσει στο μυαλό της η γιαγιά, έτσι το συνδύασε κι η Χαρά από μικρή.

 Τι όμορφος γάμος! Τι όμορφο γλέντι! Ευτυχώς όλα πήγαν δεξιά, παρά το άγχος και την κούραση που τράβηξαν όλοι τους τις τελευταίες μέρες. Ο Θεός την αποζημίωσε με το παραπάνω. Όταν είδε την κόρη της να περνάει το κατώφλι του σπιτιού τους, ντυμένη νυφούλα, ψιθύριζε χίλια ευχαριστώ από μέσα της στην Παναγιά που την αξίωσε να ζήσει αυτή την ευλογημένη στιγμή. ‘’Σήμερα γάμος γίνεται σ’ ωραίο περιβόλι… σήμερα αποχωρίζεται η μάνα από την κόρη…’’ τραγουδούσε ο Πάριος και τα μάτια της  Μάρθας έτρεχαν τα δάκρυα της ευτυχίας. Πάνε κι οι μάσκαρες, πάνε και τα μολύβια κι οι σκιές… Χάλια έγινε το μακιγιάζ, αλλά ούτε που την ένοιαζε. Αυτή ήθελε να το ευχαριστηθεί, να κλάψει από χαρά και ευτυχία που έβλεπε την κορούλα της ολόκληρη γυναίκα πια, να ξεκινάει για την καινούργια της ζωή.

  Εκείνο το Σάββατο, της ημέρας του γάμου, είχε σηκωθεί απ’ τα χαράματα. Δεν την κολλούσε ύπνος κι ούτε μπορούσε να καθίσει στο κρεβάτι. Δεν είχε δουλειές να κάνει, όλα τα είχε προγραμματισμένα και έτοιμα. Όλα στη σειρά τους. Τα ρούχα τού καθένα έτοιμα και κολλαρισμένα στη θέση τους, να κρέμονται στις ντουλάπες για να μην τσαλακωθούν. Το νυφικό της κόρης της στο δωμάτιό της κρεμασμένο κι αυτό στη ντουλάπα. Παπούτσια γυαλισμένα, εσώρουχα, ζώνες, γραβάτες, φορέματα. Όλα έτοιμα. Το μεσημέρι θα έψηνε ο άντρας της, θα έφτιαχνε κι αυτή δυο τρεις σαλάτες, καμιά πατάτα τηγανητή και θα μαζεύονταν νωρίς, να μην έχει και την κουζίνα μέσα σ’ όλα. Αλλά ποιος είχε όρεξη για φαγητό μια τέτοια μέρα; Σηκώθηκε ακροπατώντας στα νύχια, να μην ανησυχήσει και τους άλλους. Έκλεισε την πόρτα της κουζίνας κι έψησε τον καφέ της. Βγήκε στον κήπο να τον απολαύσει. Ο καιρός είχε φτιάξει για τα καλά. Οι μυρωδιές απ’ τα ανθοφόρα φυτά τους, της έφτιαχναν τη διάθεση.

 Κατά στις δέκα είχαν κλείσει ραντεβού με την κομμώτρια να έρθει να τις χτενίσει, αυτή και τις κόρες της. ‘’Ξημερώματα μαζεύτηκε πάλι η μικρή χθες, είπε με το μυαλό της. Τι χθες, σήμερα…’’ διόρθωσε μετά αναστενάζοντας, αλλά χωρίς σύγχυση. Μια τέτοια μέρα δεν ήθελε με τίποτα να τη χαλάσει. Νέα παιδιά είναι, πώς να τα κλείσεις μέσα; Σκέφτηκε για να τα δικαιολογήσει. Είχαν έρθει κι όλες οι φίλες της  μικρής κόρης της απ’ την Αθήνα για τον γάμο. Μες στην καλή χαρά όλα τα κορίτσια, περίμεναν κι αυτά πώς και πώς αυτήν την ευλογημένη ώρα για να ξεφαντώσουν. Ήπιε με την ησυχία της το καφεδάκι της κι ύστερα έπιασε το ποτιστήρι να ρίξει λίγο νερό στα λουλούδια. Ένας αέρας τα τρέλανε κι αυτά. Ευτυχώς που σταμάτησε όμως. Τον αέρα δεν τον ήθελε ούτε αυτή, την αποσυντόνιζε, της προκαλούσε πονοκέφαλο στα καλά καθούμενα. Δυο ντεπόν είχε πάρει την προηγούμενη, ένα το πρωί, ένα αργά το βράδυ για να μπορέσει να  ηρεμήσει. Πότισε τα φυτά με τη σειρά και τους μιλούσε σιγανά, όπως κάθε μέρα που τα ξεφύλλιζε και τα φρόντιζε σαν παιδιά της.

 Ο άντρας της την πέτυχε σκυμμένη πάνω από τις βιολέτες, να μουρμουρίζει. ‘’Γιατί σηκώθηκες απ’ τα χαράματα ρε Μάρθα, δεν μ’ άφησες και μένα να κοιμηθώ μια ώρα παραπάνω;’’ Της είπε αγουροξυπνημένος όταν βγήκε στον κήπο. Δεν του απάντησε. ‘’Να ψήσω καφέ;’’ Τον ρώτησε μονάχα και παράτησε το ποτιστήρι στην άκρη για να συνεχίσει αργότερα. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και κάθισε στο τραπέζι του κήπου να την περιμένει.

 Τον τελευταίο καιρό με τις προετοιμασίες είχαν κουραστεί όλοι τους κι ήταν όλο μες στα νεύρα απ’ την υπερένταση. Σαν τον σκύλο με τη γάτα τα πήγαιναν οι δυο τους. Αλλά η Μάρθα πάντα υποχωρούσε. Δεν ήθελε να χαλάσει αυτές τις όμορφες μέρες της αναμονής με καβγάδες για το τίποτα. Από το άγχος τους άλλωστε ξεκινούσαν όλα. Από τα καμώματα της κρίσης και τα καλά που έφερε στον κοσμάκη πήγαζαν πια οι γκρίνιες σ’ όλες τις οικογένειες της Ελλάδας, μουρμούριζε καθημερινά αναθεματίζοντας τους υπεύθυνους για την κατάντια τους. Άμα δεν υπάρχουν τα χρήματα, να τα κάνεις όλα όπως τα θες σε μια μεγάλη χαρά που περιμένεις με λαχτάρα σαν γονιός,  βράστα… Και σ’ αυτούς δεν τους περισσεύανε βέβαια. Έκοβαν κι έραβαν από μπομπονιέρες, στολισμούς, βίντεο, φωτογραφίες για να τα καταφέρουν και να τα βγάλουν πέρα με αξιοπρέπεια. Τα παιδιά μάλιστα στην αρχή άσκησαν βέτο στους γονείς να μην κάνουνε τραπέζι στους καλεσμένους και να κάνουν τον γάμο όσο πιο κλειστά γίνεται.

 Η Μάρθα όμως, ήταν τελείως αντίθετη μ’ αυτή την άποψη. Αλλιώς ονειρευόταν τους γάμους των κοριτσιών της. Ήθελε αυτές τις στιγμές να τις ζήσει σ’ όλο το μεγαλείο τους. Ήθελε να τις ευχαριστηθεί κι αυτή κι ο άντρας της που κόπιασαν όλα αυτά τα χρόνια για να τις μεγαλώσουν και να τις δουν ντυμένες νυφούλες! Ήθελε και να μοιραστεί τη χαρά της με αγαπημένους συγγενείς και φίλους, ‘’γιατί η χαρά όταν τη μοιράζεσαι γίνεται μεγαλύτερη’’, λέει συχνά η μάνα της κι έχει δίκιο.

  Έτσι αποφάσισαν να το κάνουν και το τραπέζι. Έσβηναν κι έγραφαν μέρες ολόκληρες για να φτιάξουν επιτέλους τον κατάλογο των προσκεκλημένων. Αυτή έγραφε, ο άντρας της έσβηνε και δώστου οι λογομαχίες κι οι καβγάδες για δυο άτομα παραπάνω. Η Μάρθα δεν τραβούσε όμως το σκοινί  και μάλιστα εκ των υστέρων μετάνιωνε που στενοχωρούσε τον Αντώνη. Μήπως κι αυτός δεν ήθελε να τους έχουν όλους στο τραπέζι; Ήθελε βέβαια, αλλά δεν έβγαινε ο άνθρωπος. Πού να βγει και ποιον να πρωτοπληρώσει; Καλά λέει ο σοφός λαός πως αν δεν φτιάξεις σπίτι κι αν δεν παντρέψεις παιδί δεν έχεις κάνει τίποτα στη ζωή. Έτσι είναι.

 Κι αυτοί οι ευλογημένοι όμως, να μην έχουν κατεβάσει λίγο τις τιμές τέτοιες μέρες που ζούμε; Άκου να ζητάνε για τις φωτογραφίες και το βίντεο κοντά στα δυο χιλιάρικα! Εμ, πώς να μην του έρθει κόλπος του καψερού του άντρα της; Αλλά τι ανάγκη έχουν αυτοί; Μήπως συμμερίζονται μια στάλα τους γονείς; Γάμος είναι σου λένε, μια φορά γίνεται. Θα τα δώσουν για τα παιδιά τους, δεν θα τα δώσουν; Και τα δίνουν οι καημένοι, κόβουν και ράβουν, ξεβρακώνονται στο τέλος, που λέει ο λόγος, αλλά τα δίνουν για να καμαρώσουν  τα παιδιά τους όπως ονειρεύονταν.

Πάνω που ετοιμαζόταν να πάει τον καφέ στον άντρα της που την περίμενε έξω, εμφανίστηκε στην κουζίνα κι η αδερφή της. ‘’Να σου κάνω καφέ;’’ Την ρώτησε χαμογελαστή κι εκείνη την καλημέρισε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. ‘’Σπουδαία μέρα σήμερα Μάρθα μου, για όλους!’’ συμπλήρωσε κι άρπαξε απ’ τα χέρια της το μπρίκι για να τον φτιάξει μόνη της. Είχε μια βδομάδα που είχε έρθει κι η αδερφή της από τα Τρίκαλα για να της δώσει ένα χέρι βοήθειας στις προετοιμασίες του γάμου. Όταν της το πρότεινε από το τηλέφωνο να κατέβει, η Μάρθα δέχτηκε δίχως δεύτερη σκέψη, όχι τόσο για τις δουλειές, αυτές όλες τις είχε προγραμματισμένες από καιρό. Ήθελε όμως κοντά της όλους τους δικούς της ανθρώπους αυτές τις μέρες. Όλη τη βδομάδα έπλεναν και σιδέρωναν και κολλάριζαν οι δυο αδερφές τα άσπρα κοφτά τους τραπεζομάντηλα και τα σεμέν, με τις οδηγίες της μάνας τους της ‘’χρυσοχέρας’’, όπως την έλεγαν οι φίλες της. Δώρα της μάνας της στα κορίτσια της όλα τα κοφτά και τα κεντητά της νύφης, για να στολίσουν τη φωλιά τους και να μνημονεύουν τη γιαγιά τους, όταν θα ‘χει ‘’φύγει’’. Τις απολάμβαναν κι οι δυο αδερφές  αυτές τις ιερές στιγμές και μοιράζονταν τις σκέψεις τους και τα όνειρά τους. Για τα προβλήματα και τις δυσκολίες που περνούσαν όλοι τους τελευταία, απέφυγαν εσκεμμένα να μιλήσουν, για να μη χαλάσουν το ευχάριστο κλίμα της ατμόσφαιρας που έπνεε στο σπίτι της αυτό τον καιρό.

 Είχε ειδοποιήσει η Μάρθα και τους πιο κοντινούς συγγενείς τους, να περάσουν καμιά ώρα πριν το γάμο όλοι από το σπίτι τους για να συνοδέψουν τη νυφούλα της στην εκκλησία. Ήθελε να κρατάει ζωντανές όλες τις παραδόσεις, κι όσο μεγάλωνε, ένιωθε να μεγαλώνει κι η επιθυμία της για όλα τα παλιά έθιμα του τόπου τους. Κι ύστερα κατά τη διάρκεια του μυστηρίου, ένιωσε ξανά τα μάτια της να την καίνε από τα δάκρυα της χαράς, όταν πέρασε ο ιερέας τα στέφανα στο κεφάλι των παιδιών της και τα ευλόγησε με το χέρι του Θεού. Ούτε που θυμάται πια πόσες φορές χρειάστηκε να διορθώσει το μακιγιάζ της εκείνο το βράδυ.  

 Τι όμορφη βραδιά! Τι ξεφάντωμα ήταν αυτό! ‘’Ανοίξαν τα ουράνια και ο Χριστός εφάνη και είπε καλορίζικο ετούτο το στεφάνι…’’ τραγουδούσε με τη γλυκιά φωνή της η Λεγάκη κι έσυρε τον πρώτο  χορό η νυφούλα της και την καμάρωνε η Μάρθα κι όλοι οι καλεσμένοι. Κι ύστερα ήρθε η σειρά του γαμπρού. ’’Λεβέντη μου κράτα γερά της βάρκας το τιμόνι, είναι η ζωή μια θάλασσα πότε και πού θυμώνει…’’  και βουρ ξανά τα δάκρυα της Μάρθας. Όλα τα τραγούδια ένα προς ένα διαλεγμένα, για να πλημμυρίσουν τους γονείς από τα δάκρυα της ευτυχίας. Άσε ο άντρας της τι έφτιαξε εκείνο το βράδυ! Κάθε φορά που τον χάιδευε με το βλέμμα της τα μάτια του λαμπύριζαν από χαρά! Το ευχαριστήθηκε ο άνθρωπος με την ψυχή του. Το ευχαριστήθηκε και το γλέντησε μέχρι πρωίας με τσάμικα και καλαματιανά, με νησιώτικα και ζεμπεκιές… Όλοι οι καλεσμένοι στο πόδι, όλη τη νύχτα. Όλοι μαζί σ’ ένα τεράστιο κύκλο χαράς και γλεντιού και στη μέση τα παιδιά της… Και τ’ αδέρφια τους και τα ξαδέρφια τους κι οι φίλοι τους κι οι γνωστοί τους, όλοι στο πόδι μέχρι το πρωί!

 Και το ξημέρωμα που γύρισαν σπίτι τους και πέταξαν τα παπούτσια και τα ρούχα τους από τη γλυκιά κούραση που ένιωθαν, δεν πήγαν στο κρεβάτι τους με τον Αντώνη. Ποιος είχε όρεξη για ύπνο μετά από τόση υπερένταση και τόση χαρά! Με τα μάτια  συνεννοήθηκαν πως θα βγούνε στον κήπο να πιούνε το καφεδάκι τους. Κι όταν πήγε έξω η Μάρθα με το δισκάκι στα χέρια κι έκατσε δίπλα του να τον απολαύσουν, ξανά δε μίλησαν. Ποιος είχε όρεξη για κουβέντα μετά από τέτοιο ξενύχτι; Μετά από τόση ευτυχία που πλημμύριζε το μέσα τους; Χάζευαν κι οι δυο τους σιωπηλοί τα σπουργίτια που ξεμύτιζαν ένα-ένα απ’ τη φωλιά τους κι ετοιμάζονταν τιτιβίζοντας χαρούμενα να πετάξουν στον καταγάλανο ουρανό. Χάζευαν τα φυτά τους που άνθιζαν ντροπαλά με το πρώτο χάδι του ήλιου. ‘’Όμορφα που ήτανε!’’ ακούστηκε η φωνή του Αντώνη να σχίζει τη σιωπή που είχε στρωθεί τόση ώρα ανάμεσά τους. ‘’Ναι, πολύ όμορφα! Ευλογημένη μέρα!’’ συμφώνησε κι αυτή και σηκώθηκε να φέρει τα κουλουράκια που τα ξέχασε στην κουζίνα για τον καφέ τους. Πάλι τα μάτια της έτρεχαν από χαρά… και δεν ήθελε να τη δει ο άντρας της όλο να μυξοκλαίει από συγκίνηση.

 Τι ώρα πήγε; Πώς ξεστρατίζουν οι σκέψεις όταν ταξιδεύουν σε  όμορφες αναμνήσεις… Να μην ξεχάσει να πάρει τηλέφωνο την κουνιάδα της στο μαγαζί, να της θυμίσει να πάει τα παντελόνια στην Αργυρώ που τα περίμενε. Σήμερα δεν κατέβηκε για δουλειά και της λείπει κιόλας η μηχανή της. Δε λες, σκέφτεται η Μάρθα, όταν φέρνει στο μυαλό της τα έξοδα που τρέχουνε συνέχεια, πώς είχε τη φαεινή ιδέα η κουνιάδα της ν’ ανοίξουν αυτή την τρυπούλα και να βάλουν μέσα τις μηχανές τους, να φέρουν κι αυτές δυο δραχμές στο σπίτι; Λέει πώς δε λέει… Να ‘ναι καλά η γυναίκα, εύχεται από μέσα της συνέχεια όταν τα θυμάται. Εκείνο τον καιρό έφεραν μάλιστα κι αντίρρηση οι άντρες τους, να καθίσουν στ’ αβγά τους είπαν κι οι δυο, γιατί έρχονται δύσκολοι καιροί, φοβόντουσαν το κακό, μην μπούνε κι εκεί μέσα. Αλλά ο ‘’επιμένων νικά’’ στο τέλος κι οι γυναίκες δεν υποχώρησαν. ‘’Αφού πιάνει το χέρι μας βρε Μάρθα, έχουμε και τις μηχανές μας… γιατί να μην το ρισκάρουμε; Μονάχα το ενοίκιο και τη ΔΕΗ, θα μοιραζόμαστε… αυτά θα είναι τα έξοδά μας’’, της είπε τότε η Γιάννα όταν της έκανε την πρόταση. Η Μάρθα ενθουσιάστηκε. Τα κορίτσια της είχαν μεγαλώσει αρκετά και δεν είχαν τόσο την ανάγκη της στο διάβασμα ή στο σπίτι. Γιατί όχι; Σκέφτηκε και το αποφάσισε αμέσως. ‘’Κούνια που σας κούναγε… Το ΤΕΒΕ πού το πάτε;’’ Την πρόγκηξε ο Αντώνης εκείνο το βράδυ που του ανακοίνωσε τα σχέδιά τους.

 Ούτε το ΤΕΒΕ τις κώλωσε, ούτε το ενοίκιο με τη ΔΕΗ τελικά. Κι έτσι κατάφεραν με τις δυο μηχανές που πήραν προίκα απ’ τις μανάδες τους, να λύνουν και να δένουν με τις βελόνες και τις κλωστές τους. Αλλά τι ξέρουν οι άντρες απ’ αυτά, που θέλουν να έχουν λόγο σε όλα; Οι μοδίστρες ξαναπήρανε τα πάνω τους ακόμα και τις μέρες της κρίσης, γιατί καμιά  δεν αγοράζει πια καινούργια, όλες στη μεταποίηση το γυρίσανε. Άσε που σε καμία νέα γυναίκα δεν της ‘’κόβει’’ πια να γυρίσει ούτε ένα παντελόνι. Λίγο το έχεις αυτό; Παντελόνι και πεντάευρο έπεφτε τότε, το ’08 όταν ανοίξανε το μαγαζάκι τους. Τώρα τις ρίξανε κι αυτές τις τιμές για να μην χάσουνε τις πελάτισσες βέβαια, πρέπει ο ένας να συμμερίζεται τον άλλον στις δυσκολίες, αυτή είναι η αρχή τους.

 Με τούτα και με κείνα, καταφέρανε και συμβάλανε στα έξοδα των φροντιστηρίων, στα έξοδα του σπιτιού, ακόμα και στο χαρτζιλίκι των παιδιών τους, όταν έγιναν πια φοιτητές κι είχαν αρχίσει για τα καλά τα δύσκολα να τους παίρνουν σβάρνα. Έστελνε κρυφά από τον άντρα της η Χαρά στα κορίτσια καμιά δεκάρα, να έχουν στις τσέπες τους, να μπορούν να πάρουν ένα μπλουζάκι που ζήλεψαν με δέκα ευρώ ή ένα αρωματάκι των πέντε… Γιατί κοριτσάκια ήτανε και ζηλεύανε βέβαια και το ρουχαλάκι και το μπικινάκι και το κολιεδάκι που ζαχαρώνανε στις βιτρίνες. Και να πει πως ήταν τα κορίτσια της αχάριστα ή πετούσαν στα σύννεφα και δεν συμμερίζονταν την τσέπη των γονιών; Προσγειωμένες και οι δυο, ποτέ δεν της ζήτησαν χρήματα για ψώνια, ποτέ δεν τους έκαναν παράπονο που αναγκάστηκαν κάποια στιγμή να ξενοικιάσουν το διαμερισματάκι τους και να πάνε να μείνουνε με τρεις φιλενάδες τους μαζί για να μοιραστούνε τα έξοδα. Δόξα τω Θεό, δεν έχει να  παραπονιέται για τίποτα στη ζωή της, όσο αφορά τους δικούς της ανθρώπους.

 Και τον άντρα της τον συμμερίζεται η Μάρθα, κι ας μην του το λέει, επειδή αυτός τραβάει το μεγάλο λούκι. Τον συμμερίζεται και προσεύχεται γι’ αυτόν συνέχεια να τον έχει ο Θεός καλά, ψυχολογικά και σωματικά, γιατί οι μέρες που περνάνε όλοι τους είναι δύσκολες και δεν ξέρουνε από πού να κρατηθούνε και πόσο να ελπίζουνε πια. Παρ’ όλα αυτά η ίδια δεν θέλει να σκέφτεται απαισιόδοξα, είναι ακόμα από εκείνους τους λίγους που συνεχίζουν να ονειρεύονται και να ελπίζουν, πως δεν μπορεί… θα στρώσουνε τα πράγματα, πόσο πιο κάτω να πάνε; Θα σηκωθούνε ξανά και θα περπατήσουνε στη ζωή όπως και πρώτα, αρκεί να φτιάξει ξανά ο κύκλος. Ν’ ανοίξουν σιγά σιγά οι δουλειές για όλους… Να βρουν τα παιδιά όλου του κόσμου δουλειά, να πιάσουν τόπο τα πτυχία τους, να σταματήσουν να φεύγουν οι νέοι, σε πείσμα της Γερμανίδας, που θέλει να τους κάνει όλους μετανάστες.

 Τι κατάρες έχουν ακούσει όλοι αυτοί απ’ τη μάνα της, και όχι μόνο βέβαια, συλλογίζεται πολλές φορές όταν χαζεύει τις ειδήσεις. Απ’ όλες τις μανάδες της φτωχής πια Ελλάδας, που κατακρεούργησαν το μέλλον  των παιδιών τους, που τα ανάγκασαν να γίνουν σερβιτόρους στις καφετέριες για να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους και να μην εξαρτώνται άλλο απ’ τους γονείς, παιδιά που μόχθησαν και έστρωσαν τον πισινό τους για χρόνια μέχρι να πάρουν αυτό το ευλογημένο το πτυχίο που λέγανε πως ανοίγει πόρτες. Ποιες πόρτες; Όλες τις κλείσανε κατάμουτρα στον κοσμάκη. ‘’Ελάτε στην Ευρώπη να δουλέψετε…’’ τους λέει η συφοριασμένη η Γερμανίδα. Εύκολο είναι κυρά μου; Τον ρωτάς τον γονιό αν έχει πια τα εφόδια να στείλει το παιδί του στην Ευρώπη να βρει δουλειά; Πως θα ξεκινήσει; Από πού θα πιαστεί; Πού θα μείνει και ποιος θα το συντηρεί μέχρι να βρει αυτή την ευλογημένη  δουλειά;

 Η μικρή της κόρη σκόπευε μετά το πτυχίο της να βγει στο εξωτερικό για το μεταπτυχιακό της. Κι ο πατέρας τη σιγοντάριζε στην απόφασή της. Η Μάρθα όμως,  δεν ήθελε να φύγει το παιδί από κοντά τους. Πείστηκε μονάχα, όταν η Ελένη της τη βεβαίωσε πως θα είναι για δυο τρία χρόνια κι ύστερα θα γυρίσει ξανά. Όλα αυτά βέβαια τα συζητούσαν στην αρχή της κρίσης, όταν θα δεν είχαν ακόμα πιάσει πάτο όλοι οι Έλληνες. Μετά, μάζεψε κι η μικρή τα απλωμένα φτερά της και κούρνιασε κι αυτή στον τόπο της, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της που ετοιμάζονταν να πετάξουν σε νέους ορίζοντες, ν’ αποκτήσουν εμπειρίες, να πιάσουν τόπο τα πτυχία τους κι οι ξένες γλώσσες που μάθαιναν τη μια πίσω απ’ την άλλη, τους καλούς καιρούς. Ποια Φλωρεντία και ποια Πράγα πια; Ούτε που το ξαναθίξανε το θέμα. Έμεινε στη Αθήνα η Ελένη τους, με το πτυχίο στην κορνίζα, να στέλνει βιογραφικά όπου βρει, να μην ξεχωρίζει ποιότητα κι επάγγελμα.

 Ακόμα και σερβιτόρα έγινε για ένα φεγγάρι, σε ένα εστιατόριο κοντά στο σπίτι της για να βγάλει το χαρτζιλίκι της, κι ας της φώναζαν κι αυτή κι ο πατέρας της να μην πάει. Να μην πάει… Μια κουβέντα είναι αυτή, θα μου πεις, σκέφτεται τώρα η Μάρθα όταν τα θυμάται. Αν δεν πήγαινε θα αναγκαζόταν να γυρίσει πίσω στη Λάρισα, στην πόλη τους και να κάτσει ξανά μαζί τους. Κι ύστερα; Τι θα έκανε εκεί; Πού θα χρησιμοποιούσε το πτυχίο του Πολιτικού Μηχανικού που με τόσους κόπους και βάσανα απέκτησε; Η οικοδομή κι όλα τα επαγγέλματα που σχετίζονταν μ’ αυτήν, ήταν η πρώτη που κατέρρευσε. Ποιος τρελός ξανοίγεται να  χτίσει σπίτι σήμερα; Ακόμα κι αν έχει δυο δραχμές στην άκρη δεν ξεγελιέται να τα ρίξει σε ακίνητα. Εδώ ο κόσμος κατάντησε να μην ξέρει αν θα έχει την επόμενη για τον ‘’άρτον ημών τον επιούσιον’’ και θα κάνει αγορές; Τίποτα δεν κινείται πια στον τόπο τους, χτίστες, μπετατζήδες, ηλεκτρολόγοι, μαραγκοί… όλοι πιάσανε πάτο. Πού να σταθεί ένα νέο παιδί εκεί και με τι να ασχοληθεί για να μην του λαλήσει;

 ‘’Να είχε γίνει μια δασκάλα, μια νηπιαγωγός… αυτά είναι επαγγέλματα για γυναίκες’’, λέει καμιά φορά στον άντρα της για να ξεσπάσει. ‘’Το έφαγες το παιδί τότε να γίνει μηχανικός…’’ Αυτός δεν της απαντάει, της ρίχνει μια λοξή ματιά και συνεχίζει να χαζεύει στην τηλεόραση. Μετά όμως, τα ξανασκέφτεται και η Μάρθα, και καταλαβαίνει πως έχει άδικο να του ρίχνει ευθύνες. Τότε, πρώτα απ’ όλα, όταν πέρασε η Ελένη τους στο Πολυτεχνείο, ήταν από τις καλύτερες σχολές, με μέλλον και καλές προοπτικές για άμεση δουλειά. Άσε που ήθελες πάνω από είκοσι χιλιάδες και βάλε μόρια για να τα καταφέρεις. Πού να φανταστεί κι ο άντρας της τι τους περίμενε όλους τους; Ακόμα κι αυτός, μπετατζής από τους λίγους στη Λάρισα, κάποτε δεν προλάβαινε τις δουλειές του. Μέχρι τα μεσάνυχτα ήταν στο πόδι για να τις φέρει σε πέρας όλες. Και αμειβόταν αδρά, εννοείται, για εκείνους τους ευλογημένους καιρούς. ‘’Δεν ευχαριστείς το Θεό που μας φώτισε τότε και βάλαμε δυο δραχμές στην άκρη για να μπορέσουν να σπουδάσουν τα κορίτσια;’’ Της πετάει εκείνος όποτε στήνουνε κάνα καβγά –στα καλά καθούμενα — για τα λεφτά ξανά.

  Η Δάφνη της πάλι, από το Γυμνάσιο κιόλας τους είχε δηλώσει πως θα γίνει καθηγήτρια φιλολογίας. Η Μάρθα ευχαριστήθηκε τότε με την επιλογή της. ‘’Καθηγήτρια, της έλεγε, είναι καλή δουλειά για γυναίκα και οικογένεια να κάνεις θα σου μένει χρόνος και για τα παιδιά σου. Το πρωί σχολείο, το απόγευμα σπίτι με την οικογένεια…’’ Αμ πώς! Ούτε κι εκεί έπεσε μέσα φυσικά, με τούτα και με κείνα που τους περίμεναν τα επόμενα χρόνια. Η Δάφνη έκλεισε τα τριάντα δύο της κι ακόμα να διοριστεί. Και αν διοριστεί. Και πότε; Ευτυχώς που βρήκε δουλειά σε κάποιο φροντιστήριο το κορίτσι, εδώ και δυο χρόνια δηλαδή, να βγάζει κι αυτό τα έξοδά του. Γνώρισε και τον Πέτρο της εν τω μεταξύ κι αποφάσισαν να κάνουν τη δική τους οικογένεια τα παιδιά, ‘’να ‘ναι καλά κι ευτυχισμένα’’ προσεύχεται συνέχεια, με τόσα που γίνονται γύρω τους.

 Κι ύστερα της λέει ο άντρας της να ευχαριστεί τον Θεό… Τον ευχαριστεί βέβαια, πώς δεν τον ευχαριστεί; Της έμεινε και τίποτα άλλο να κάνει; Το Θεό και την Παναγιά έχουν μονάχα αποκούμπι τους όλοι. Κάθε βράδυ τους ευχαριστεί για την υγεία τους πρώτα  κι ύστερα προσεύχεται για όλα τα άλλα. Γιατί κακά τα ψέματα, το μόνο που πρέπει να προσέχουμε σαν τα μάτια μας, είναι η υγεία. Τι νόημα έχει οτιδήποτε άλλο αν δεν έχεις την υγειά σου; Κάθε φορά που βγαίνει στο μάρκετ της γειτονιάς να ψωνίσει, τρέμει η ψυχή της όταν στέκεται στις κολόνες για να δει τα κηδειόχαρτα που παρελαύνουν τα τελευταία χρόνια. Ακόμα κι ο καταραμένος ο καρκίνος, τώρα με την κρίση, έχασε τα πρωτεία του και παρέδωσε το σκήπτρο του στις καρδιές, που δεινοπαθούν από εμφράγματα… Θερίζει ο θάνατος όλους του μεσήλικες  και ξεχνάει τα γεροντάκια που κοντεύουν να κλείσουν έναν αιώνα ζωής. Νιώθει ένα περίεργο φτερούγισμα στην καρδιά της, καθώς στέκεται και διαβάζει στις κολόνες, τρέμει απ’ τον φόβο μην δει το όνομα κανενός γνωστού της.

 ‘’Τι είναι αυτό απόδειξη; Τι λέει; Απόδειξη από τον στολισμό της εκκλησίας είναι …’’ Να την φυλάξει κάπου να τη δει ο Αντώνης μήπως και τους χρειάζεται. Έχει μπερδευτεί ο κόσμος με τις αποδείξεις. Πότε μας χρειάζονται και τις φυλάμε για τη φορολογική μας δήλωση και πότε δεν πιάνουν πουθενά. Έλεος πια! Που λέει κι η Ελένη της. Όλο σε αποδείξεις εξόδων σκοντάφτει πια το μάτι τους. Έσοδα πουθενά. Φάγανε κι αυτές τις δυο δραχμές που είχανε στην άκρη με τα έξοδα του γάμου και τώρα… ζήτω που καήκαμε! Αλλά δε βαριέσαι. Αυτές οι υπέροχες στιγμές του γάμου μένουν για πάντα χαραγμένες στην καρδιά και στη μνήμη των ανθρώπων και απαλύνουν κάθε καθημερινό βάσανο. ‘’Μας  θυμίζουν πως είμαστε ακόμα ζωντανοί και υγιείς και πως μας παίρνει ακόμα να παλέψουμε…’’ μονολόγησε δυνατά και σηκώθηκε να κάνει καμιά δουλειά. Να θυμηθεί, κιόλας, να πει στην κόρη της να βγούνε μαζί στα μαγαζιά να διαλέξουν κορνίζα, γιατί αυτή είναι ιδιότροπη κι αν διαλέξει μόνη της η Μάρθα, μπορεί να μην της αρέσει.

 

 Ο ήχος του κινητού την τρόμαξε έτσι όπως είχε βυθιστεί στις σκέψεις της. ‘’Η Δάφνη μου θα είναι σίγουρα’’, είπε από μέσα της και το άρπαξε για να της απαντήσει.

–Καλημέρα μαμά; Τι κάνεις, μαγειρεύεις; Ακούστηκε η κελαριστή φωνή της.

–Καλημέρα ψυχή μου. Όχι ακόμα… συγυρίζω λίγο και μετά θα μαγειρέψω. Εσύ πού είσαι;

–Σπίτι ακόμα. Θα βγω σε λίγο να πάω γυναικολόγο που σου είπα χθες. Έχω κλείσει ραντεβού. Ξύπνα και την υπναρού την Ελενίτσα να ‘ρθει μαζί μου. Κοιμάται ακόμα, φαντάζομαι, είπε πως θέλει να ‘ρθει…

–Αν σου είπε, να την ξυπνήσω. Θα ‘ρθείτε για φαγητό το μεσημέρι; Να φτιάξω μπόλικο και για σας;

–Μμμμμ, δεν ξέρω σίγουρα. Εγώ μπορεί να ‘ρθω δηλαδή και να πάρω κι ένα μπολάκι σπίτι για τον Πέτρο. Να φάει όταν γυρίσει απ’ τη δουλειά.

–Καλά τότε. Εσύ έχεις μάθημα το απόγευμα ή θα βγούμε μαζί στα μαγαζιά; Θέλω να πάρω κάτι κορνίζες για τις φωτογραφίες του γάμου. Το λέω τόσο καιρό…

–Όχι δεν έχω σήμερα. Θα δούμε ρε μαμά, δεν σου τάζω… Εκεί θα ‘ναι τα μαγαζιά, δεν φεύγουνε, πάμε ένα άλλο πρωί αν δεν προλάβουμε. Άντε σε κλείνω τώρα, πες στη μικρή να με πάρει στο κινητό. Φιλάκια!

–Γεια σου καρδιά μου…

 Να πάει να ξυπνήσει την Ελένη της και να κατέβει να ετοιμάσει το φαγητό. Πέρασε κιόλας η ώρα. Πότε πήγε δέκα και δεν το πήρε χαμπάρι;  

 

Έτοιμη κι η σαλάτα. Ο Αντώνης θ’ αργήσει σήμερα σίγουρα. Πήγε να κλαδέψει τις ελίτσες τους. Φέτος δεν ήταν η χρονιά τους. Ευτυχώς που υπάρχουν και κάποια δέντρα με ελιές και φροντίζουν το λάδι τους κάθε χρόνο, να μην το αγοράζουν κι αυτό.

 Α, να και τα κορίτσια… έφτασαν, άκουσε την πόρτα που τη χτύπησε η μικρή με δύναμη πίσω της. Να ετοιμάσει λοιπόν το τραπέζι, πήγε δυόμισι η ώρα. Θα ήπιαν και το καφεδάκι τους σίγουρα έξω, αυτές οι δυο, δεν μπορεί να έκαναν τόση ώρα στον γιατρό.

–Καλώς τες. Έτοιμα τα έχω. Πλύντε τα χέρια σας και καθίστε… Όλα καλά με τον γιατρό; Έκανες το τεστ Παπ; Πότε θα την πάρεις την απάντηση;

–Μαμά, εγώ δε θέλω μη μου βάλεις. Θα το πάρω μαζί μου, να φάω με τον Πέτρο σπίτι…

–Γιατί; Τώρα που είμαστε οι τρεις μας δε θα κάτσεις; Έλα γλυκιά μου να τα πούμε και λίγο. Έχω μέρες να σε δω…

–Κι εμένα λίγα μακαρόνια σκέτα βάλε μου, δεν πεινάω… πετάχτηκε κι η μικρή απ’ το μπάνιο.

–Αααα, καλά… Ούτε κι εγώ πεινάω τότε. Πες μου τι σου είπε ο γιατρός; Υπέρηχο έκανες; Για να σε δω… Μα εσύ είσαι κίτρινη σαν το λεμόνι. Τι συμβαίνει παιδί μου, είσαι καλά; Την ρώτησε ανήσυχη όταν γύρισε και είδε το πρόσωπο της Δάφνης της.

–Καλά είμαι ρε μαμά. Βάλε μου σ’ ένα ταπεράκι να φύγω, κουρασμένη νιώθω…

–Σαν να μην μου τα λες καλά… Τι σου είπε ο γιατρός; Τρίτη φορά που σε ρωτάω, θα μου πεις ή θα με σκάσεις;

–Μαμά… σου είπε πως θέλει να φύγει επειδή είναι κουρασμένη. Γιατί την πιέζεις; Θα τα πούμε εμείς μετά…

–Γιατί; Δεν μπορεί δηλαδή να μου πει δυο κουβέντες; Η μάνα σας είμαι… Κάτι συμβαίνει, δεν μου το βγάζετε απ’ το μυαλό εμένα. Δάφνη μου, κλαις; Χριστός και Παναγία! Τι έχεις κορίτσι μου, είσαι καλά; Θα με τρελάνετε σήμερα κι οι δυο σας; Ρώτησε ξανά αναστατωμένη, ρίχνοντας μια άγρια ματιά και στην Ελένη, που στεκόταν από πάνω τους και τις κοιτούσε.

–Γιατί κλαίει Ελένη; Θα μου πεις επιτέλους ή πρέπει να βάλω τις φωνές… της είπε υψώνοντας αρκετά τον τόνο της φωνής της.

–Ρώτα την, τι κοιτάς εμένα; Της κάνει η μικρή εκνευρισμένη.

–Δαφνούλα… έλα μη με τυραννάς άλλο γλυκιά μου, μου έχετε κόψει το αίμα κι οι δυο σας, δε με λυπάσαι; Συμβαίνει κάτι κοπέλα μου; Έλα πες μου τι σου είπε ο γιατρός; Ξαναρώτησε την κόρη της μαλακά και συνέχισε να τη χαϊδεύει τρυφερά στην πλάτη.

–Είμαι έγκυος μαμά… αυτό μου είπε, ψιθύρισε η Δάφνη μες στα αναφιλητά της.

–ΤΙ; ΕΙΣΑΙ ΕΓΚΥΟΣ; Δηλαδή από χαρά κλαις καρδιά μου και με κοψοχόλιασες; Πετάχτηκε η Μάρθα σαν ελατήριο πάνω απ’ την απρόσμενη χαρά που της έδωσε η είδηση.

–Δεν κλαίει από χαρά… μουρμούρισε η Ελένη που καθόταν ακόμα όρθια και τις παρατηρούσε από μακριά.

–Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω… έκανε η μάνα της και την κάρφωσε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο απορία.

–Τι να εννοώ ρε μαμά; Αλαμπουρνέζικα μιλάω και δεν με καταλαβαίνεις; Της κάνει πάλι η μικρή με ύφος αγανακτισμένο.

–Ελένη, πρόσεχε πως μου μιλάς… γιατί ‘’θα τα πάρω’’, αν θες να μιλήσουμε στη γλώσσα σου. Της είπε ο γιατρός πως είναι έγκυος και δεν κλαίει από χαρά; Δηλαδή δε θέλει το παιδί με λίγα λόγια; Τη ρώτησε ξανά ντύνοντας τη φωνή της με έναν ιδιαίτερα αυστηρό τόνο.

–Το παιδί το θέλει, αλλά θεωρεί πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή… της είπε η Ελένη, πιο ήρεμα κι αυτή τώρα, μετά από τις παρατηρήσεις της.

–Δάφνη, τι είναι αυτά που λέει; Μπορώ να μάθω τι έχεις κοπέλα μου; Γιατί μου κόβεις τη χαρά στη μέση; Εγώ πως δεν έκανα φτερά μ’ αυτό που άκουσα, να πετάξω απ’ τη χαρά μου με το χαρμόσυνο νέο που μου είπες, κι εσύ κλαις επειδή δεν είναι η ‘’κατάλληλη στιγμή;’’ Υπάρχει κατάλληλη στιγμή για τόσα σοβαρά κι ευχάριστα πράγματα; Θα με τρελάνετε; Γι’ αυτό τον λόγο δεν παντρεύτηκες τον άνθρωπό σου παιδί μου, για να κάνετε οικογένεια; Για πέστε μου λοιπόν τι τρέχει; Τι άρες μάρες είναι αυτές που ακούω; Έκανε στο τέλος αποκαμωμένη η Μάρθα και στρώθηκε στην καρέκλα πίσω της περιμένοντας μια απάντηση, που να δικαιολογεί την στάση της.

–Μαμά, ίσα που καταφέρνουμε και τα βγάζουμε πέρα οι δυο μας με τον Πέτρο οικονομικά. Ακόμα εσείς μας ταϊζετε… Πώς θα μεγαλώσουμε ένα μωρό; Γύρισε η Δάφνη προς το μέρος της με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα.

–Τι είπες; Αυτά τα χαζά σκέφτεσαι; Πως σας ταϊζουμε ακόμα; Άκου τι λέει… Ε, δεν είμαστε καλά! Και λοιπόν; Και πριν εδώ δεν τρώγατε; Τι είναι δυο πιάτα παραπάνω για μας; Εμείς δυο άτομα είμαστε με τον πατέρα σου, αν δεν ταϊσω τα παιδιά μου, ποιον θα ταϊσω, τον ξένο κόσμο; Μακάρι να μου περίσσευε και γι’ αυτόν δηλαδή… Δε θέλω ν’ ακούω βλακείες Δάφνη μου κι ούτε να αισθανόσαστε άσχημα για τέτοια πράγματα. Όλοι οι γονείς για τα παιδιά τους πασχίζουνε, να τα βοηθήσουνε να ορθοποδήσουνε στο ξεκίνημά τους. Λίγα είναι τα ζευγάρια που ξεκινάνε και τα ‘χουν όλα έτοιμα. Όλα από το μηδέν αρχίζουνε κι ύστερα σιγά σιγά…

–Τι σιγά σιγά ρε μαμά με δουλεύεις; Βλέπεις εσύ καμιά αχτίδα στο αύριο; Σαν τι θα γίνει αύριο δηλαδή, θα βρεθεί κάποιος και θα μας χαρίσει λεφτά ή δουλειά; Την διέκοψε η κόρη της για να πει τα δικά της.

–Δάφνη, την ‘’αχτίδα’’ που λες την έχεις μέσα μου καρδιά μου, την κουβαλάς στην κοιλίτσα σου εσύ η ίδια κι όλες οι γυναίκες που νιώθουν μια ζωή να σκιρτάει μέσα τους…

–Δεν αμφιβάλλω, αλλά… έκανε πάλι εκείνη, μα η Μάρθα τη σταμάτησε απότομα.

— Δεν υπάρχει ‘’αλλά’’. Μια ζωή ανθίζει σαν σπόρος στην κοιλιά σου. Ξέρεις τι είναι αυτό; Ένα μεγάλο θαύμα, δώρο Θεού… Αυτό είναι. Και τα δώρα τα αποδεχόμαστε όλοι με ευχαρίστηση και λέμε κι ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Θεό που μας αξίωσε να γίνουμε γονείς… γιατί άλλος κόσμος παλεύει να κάνει παιδιά χρόνια και δεν μπορεί. Κατάλαβες; Πρέπει να αισθάνεσαι λοιπόν τυχερή κι όχι να είσαι αχάριστη και να λες πως τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Όλοι περνάμε δύσκολα, όλος ο κόσμος υποφέρει και δεν ξέρω αν καταφέρουμε κι αλλάξουμε κάτι αύριο ή σε ένα χρόνο ή σε δέκα… Αλλά η ζωή συνεχίζεται μωρό μου, κανείς δεν μπορεί να της βάλει φρένο και να τη σταματήσει.

–Μαμά, μη με κάνεις να αισθάνομαι άσχημα για τις σκέψεις μου, ξέρεις πολύ καλά την κατάστασή μας. Ο μισός μισθός του Πέτρου πάει στο δάνειο… εγώ τι παίρνω; Τι νομίζεις δηλαδή, ότι εμείς δε θέλουμε να κάνουμε παιδί; Αυτό είναι εδώ και χρόνια το όνειρό μας… συμπλήρωσε η Δάφνη μ’ ένα φανερό κόμπο στη φωνή της.

–Έτσι μπράβο! Τώρα το λες σωστά. Αν δεν κάνεις όνειρα στη ζωή, τέλειωσες… Ποιος μπορεί να μας στερήσει και τα όνειρα λοιπόν; Γίνεται αυτό; Όσο είμαστε ζωντανοί και υγιείς θα έχουμε δικαίωμα στα όνειρα… Θα ονειρευόμαστε και θα ελπίζουμε στο κάθε αύριο που μας ξημερώνει ο Θεός. Εγώ κι ο πατέρας σου ξεκινήσαμε από πιτσιρίκια και τα καταφέραμε. Και τι καταφέραμε; Ούτε το σπίτι σου βάζω που αποκτήσαμε με τον κόπο μας, ούτε τα οικόπεδα που καταφέραμε να αγοράσουμε κάποια στιγμή για σας τις δυο, ούτε τις δυο δραχμές στην άκρη που φροντίσαμε να έχουμε για μια ώρα ανάγκης. Ξέρεις ποιο ήταν το πιο σπουδαίο αγαθό που αποκτήσαμε στη ζωή μας; Εσείς οι δυο βέβαια. Εσείς, είστε ο θησαυρός μας κι η ελπίδα μας! Για σας καμαρώνουμε κι είμαστε υπερήφανοι! Για σας παλεύουμε ακόμα, για το δικό σας αύριο…

–Μαμά… την έκοψε η Δάφνη της, που τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν ξανά. Θα τα καταφέρουμε λες; Τη ρώτησε ψιθυριστά και χώθηκε στην αγκαλιά της.

–Άκου τι λέει! Πού είσαι βρε Αντώνη ν’ ακούσεις την κόρη σου… Είσαι καλά παιδάκι μου; Τώρα δε θα τα καταφέρουμε; Τώρα που ήρθε μια ‘’αχτίδα’’ να φωτίσει τη ζωή μας; Η ζωή συνεχίζεται Δαφνούλα… Οι νέοι θα συνεχίζουν να ερωτεύονται, οι γονείς θα συνεχίσουν να παλεύουν για τα παιδιά τους, ακόμα κι οι ηλικιωμένοι με τον μισό μισθό στην τσέπη θα συνεχίσουν να ελπίζουν σ’ ένα καινούργιο ξημέρωμα… τα ζευγάρια θα συνεχίσουν να παντρεύονται και να κάνουν όνειρα. Η ζωή συνεχίζεται μωρό μου, μέσα από σένα σήμερα, αύριο από την Ελένη μας κι ύστερα από τα δικά σας παιδιά. Και θα συνεχίζεται… σε πείσμα όλων αυτών που παίρνουν τις μεγάλες αποφάσεις από τις μεγάλες καρέκλες… συμπλήρωσε η Μάρθα κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της την κόρη της και τα μάτια της πλημμύρισαν από τα δάκρυα της χαράς και της ευτυχίας, που φώτισε η ‘’αχτίδα’’ της κοιλιά της.