Μεγάλη Εβδομάδα :Απόσπασμα από το βιβλίο «Κάποτε… στον Παράδεισο»

 

Γιαγιά θα μ’ αφήσεις να δω λιγάκι τη λαμπάδα μου; Δε θα τη σπάσω, αλήθεια… γκρινιάζει η Αγγέλα στο φαγητό και δε μας αφήνει να φάμε με την ησυχία μας.

 Αυτές τις μέρες μας κόβει λόρδα για τα καλά. Η γιαγιά λέει πως αυτή η σαρακοστή  είναι πιο αυστηρή απ’ τις άλλες κι ότι τη Μεγαλοβδομάδα δε κάνει να τρώμε ούτε λάδι, αλλά επειδή εμείς είμαστε μικρά το καταλύει η εκκλησιά και δε πειράζει κι αν τρώμε, μπορούμε να κοινωνήσουμε. Τη Μεγάλη Παρασκευή όμως δε θα φάω ούτε κι εγώ, μονάχα η Αγγέλα που ’ναι πολύ μικρή και δεν έχει προλάβει να κάνει αμαρτίες. Έτσι μου ’ρχεται να παραπονεθώ στη γιαγιά πως ούτε κι εγώ έχω δα τόσες αμαρτίες, αλλά όταν σκέφτομαι τα συνθήματα και την οργάνωση και το τσιγάρο το ολόκληρο που φούμαρα για να κάνω τον άντρα, το βουλώνω και κάθομαι τσούτα. Σήμερα που ’ναι Μεγάλη Πέμπτη εκτός απ’ το φαϊ που δε μ’ αρέσει όλα τ’ άλλα μ’ αρέσουν πολύ. Δε με πειράζει που κάθε βράδυ πάμε στην εκκλησιά τη Μεγαλοβδομάδα, γιατί πρώτον είναι απόγευμα και δε ξυπνάμε απ’ τα χαράματα και δεύτερον μαζεύεται πολύς κόσμος αυτές τις μέρες κι είναι όμορφα. Α, και τρίτον, επειδή μπορούμε εμείς τ’ αγόρια να κρυφοκοιτάμε καλύτερα τα κορίτσια μες στα σκοτάδια.

 Σήμερα μάλιστα που θα διαβάσει κι ο παπάς τα δώδεκα ευαγγέλια θ’ αργήσει πολύ να σχολάσει η εκκλησιά. Ο κακομοίρης ο παπάς κουράζεται αυτό το βράδυ και τον λυπάμαι το καψερό που ’χει πάλι βραχνιάσει, αλλά δε πειράζει κιόλας γιατί όλο το χρόνο κάθεται, ας δουλέψει και μια βδομάδα… Όταν τελειώσει η λειτουργία απόψε, όλες οι γυναίκες θα μείνουν πίσω για να στολίσουν τον επιτάφιο. Η γιαγιά μένει κάθε χρόνο ως τα χαράματα, επειδή πιάνουν τα χέρια της και κει και φτιάχνει το πιο ωραίο επιτάφιο με τις φιλενάδες της. Κάθεται κι ο παπάς ως αργά για να τους κάνει συντροφιά να μην είναι μονάχες οι γυναίκες και σκιάζονται. Ευτυχώς, γιατί το παπά τον σέβονται οι καρακάξες και δε συζητάνε τα αισχρά τους μπροστά του, αλλιώς αυτές ακόμα και μες στην εκκλησιά ήταν ικανές να μιλάνε και να κακαρίζουν και να μη σέβονται τα πάθη του κακομοίρη του Χριστού που κρεμάστηκε για χάρη μας. Πέρσι η γιαγιά μάς έδιωξε με τη παπαδιά και τη κόρη της και μας πήραν σπίτι τους με την αδερφή μου, για να μην είμαστε μόνα μας, αλλά φέτος εγώ της είπα κιόλας πως δε πρόκειται να φύγω απ’ το προαύλιο που μένουν όλα τα παιδιά και κάθονται και συζητάνε. Ο Λάμπρος κι ο Γιώργης έμειναν πέρσι ως τα μεσάνυχτα και το πρωί με κορόιδευαν πως μαζεύτηκα νωρίς στο σπίτι σαν γυναικούλα. Εγώ όμως μαζεύτηκα για την Αγγέλα μας που δεν ήθελα να ’ναι μονάχη της σε ξένο σπίτι, αλλά αυτοί που νιονιό για τέτοια… Σάματις έχουν καμιά αδερφή ή αδερφό ορφανό που να πρέπει να τον προσέχουν;

 –Έλα γιαγούλα… Να κοίτα, τα έφαγα όλα τα ρεβίθια μου, να τη πάρω λιγουλάκι; Συνεχίζει τη γκρίνια το νιάνιαρο που από την ώρα που της έφερε τη λαμπάδα η όμορφη νονά της, όλο μ’ αυτή θέλει να παίζει.

–Μωρέ ξεφορτώσου με από δω κι άσε με να φάω μια στάλα η χριστιανή… Πάρτη και κάντη ότι θες. Τώρα  τελειώσαμε με τη Φωτούλα απ’ τη κουζίνα το ξέρεις; Κι ούτε που φάνηκες να δώσεις ένα χεράκι κοκόνα, αύριο μεθαύριο που θα γεράσω, εσύ με τη Φωτούλα θα τα φτιάχνετε αυτά… Πρέπει να μάθεις, τα τσουρέκια και τα κουλούρια να μη λείπουν ποτέ απ’ το πασχαλινό τραπέζι, είναι μες στα έθιμα κι αυτό, να μοσχοβολήσει το σπίτι… λέει, λέει η γιαγιά κι η Φωτούλα μου χαμογελάει από απέναντι.

–Να φάω κάνα κουλούρι, γιατί δε χόρτασα; Τη ρωτάω όταν σηκώνομαι απ’ το τραπέζι.

–Τι λες μωρέ μουρλάθηκες; Δεν είπαμε πως νηστεύουμε; Τα κουλούρια είναι αρτίσιμα, έχουν αuγά μέσα όπως και τα τσουρέκια, μη σας δω να τα πλησιάζετε… με φοβερίζει με το πιρούνι της.

–Τότε γιατί δε φτιάχνεις τίποτα νηστίσιμο που μας κόβει λόρδα κάθε μέρα; Τη ρωτάω ξανά νευριασμένος με τη πείνα που με κόβει.

 Χορταίνεις με τα ρεβίθια; Τι με πέρασε το κοντορεβιθούλη, ολόκληρο άντρα! Αύριο να δεις που ’ναι Μεγάλη Παρασκευή θα μας κάνει πατάτες νερόβραστες… Άντε τώρα, πόση υπομονή να κάνουμε μικρά παιδιά μέχρι να ’ρθει η ρημαδοκυριακή να φάμε το ψητό αρνί; Ήθελα να ’ξερα αν ο παπάς νηστεύει στ’ αλήθεια ή κρύβεται και πλακώνεται μονάχος του στο φαΐ  όταν δε τον βλέπουν; Εδώ δε χορταίνω εγώ που τρώω κανονικά τις άλλες μέρες, θα χορταίνει αυτός που κατεβάζει τον άμπακα;

–Γιατί δε φτιάχνεις μουστοκούλουρα γιαγιά που ’ναι νηστίσιμα και μας αρέσουν; Πετάγεται τώρα η Αγγέλα που μάλλον κι αυτή πεινάει ακόμα η καψερή.

–Δεν έχω μούστο μωρέ, δε με ξεφορτώνεστε τώρα… Έχω και ξενύχτι το βράδυ… Φωτούλα μου, θα πάω μια ώρα να γείρω, μέχρι να ’ρθει η ώρα για την εκκλησιά. Μάζεψε τα πιάτα κι άστα στο νεροχύτη παιδί μου, θα τα πλύνω εγώ σαν σηκωθώ. Κουράστηκες κι εσύ σήμερα… της λέει η γιαγιά και σηκώνεται να κλειστεί στη κάμαρά της.

 Η Φωτούλα σηκώνεται κι αυτή να μαζέψει το τραπέζι. Το νιάνιαρο έχει στρωθεί και παίζει κατάχαμα με τη λαμπάδα της. Πάω κοντά στη Φωτούλα κι αρχίζω να τη βοηθάω να πάμε τα πιάτα και τα ποτήρια στη κουζίνα. ‘’Άστα εσύ, δε κάνει… Είσαι άντρας’’, μου κάνει με το νόημα κι αμέσως κοκκινίζω, γιατί πρώτη φορά μου το λέει.

–Οι άντρες πρέπει να τα ξέρουν όλα, της λέω εγώ σοβαρός κι εκείνη γελάει.

‘’Θα γίνεις καλός σύζυγος, θα την αγαπάς τη γυναίκα σου’’, μου ξανακάνει με τα χέρια της κι εγώ δε ξέρω τώρα τι να της απαντήσω και πάω στη κουζίνα πρώτα τα ποτήρια.

 Μαζέψαμε το τραπέζι κι η Φωτούλα ετοιμάζεται να πλύνει τα πιάτα, γιατί η γιαγιά είναι πολύ κουρασμένη λέει.  Εγώ πιάνω μια πετσέτα να τα σκουπίσω για να τελειώσει γρήγορα και να βγω κι εγώ λίγο να παίξω μέχρι να χτυπήσει η καμπάνα για την εκκλησιά.

–Δημοσθένη… μου κάνει σιγά η πονήρω η αδερφή μου, για να μην ενοχλήσει τάχα μου τη γιαγιά που κοιμάται. Θέλεις να με βγάλεις καμιά φωτογραφία τώρα που είμαστε οι δυο μας; Με ρωτάει και μου χαμογελάει γλυκά για να της κάνω τη χάρη.

–Δεν έχω φίλμ… της απαντάω βαριεστημένα και κάθομαι να χαζέψω λίγο στη τηλεόραση.

 Η ΥΕΝΕΔ  βάζει ιστορίες με τον Ιησού τη Μεγάλη βδομάδα  κι αρχίζει απ’ το μεσημέρι.

–Ψέματα μου λες, φωνάζει το βούρλο να ξυπνήσει τη γιαγιά που έγειρε λίγο να ξεκουραστεί.

–Αφού σου αγόρασε φλιμ η γιαγιά προχθές στη πόλη, να το έχουμε για το Πάσχα… λέει το εξυπνοπούλι που άκουσε τη γιαγιά να μου το λέει προχθές.

–Δε μου το έδωσε όμως, της κάνω σιγά. Μου  ’πε πως το ’χουμε για να βγάλουμε φωτογραφίες μεθαύριο στους λάκκους. Είναι ακριβό και δε κάνει να βγάζουμε φωτογραφίες στον αέρα και να χαλάμε τζάμπα τα λεφτά μας…

–Εγώ δε σου είπα να βγάλεις τον αέρα, εμένα να βγάλεις με τη λαμπάδα μου… συνεχίζει τη γκρίνια της κι έτσι μου  ’ρχεται να τη παρατήσω μονάχη και να φύγω.

–Τότε θέλεις να σου πω ένα τραγούδι που μου έμαθε η Φωτούλα; Με ρωτάει τώρα ξανά με χαμόγελο που μ’ είδε πως νευρίασα.

–Πες, της λέω κι εγώ για να με ξεφορτωθεί.

–Μεγάλη Δευτέρα, ο Χριστός στον αέρα…

Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρύφθη…

Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη…

Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός εβρέθη…

Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί…

Μεγάλο Σαββάτο, ο Χριστός στο τάφο…

Σ’ άρεσε Δημοσθένη μας; Δεν είναι πολύ ωραίο;

–Ναι μ’ άρεσε… Η Φωτούλα στο έμαθε είπες;

–Ναι, μια φορά μου το  ’πε και το έμαθα απέξω… καμαρώνει η Αγγέλα κι αρχίζει να το λέει ξανά απ’ την αρχή, επειδή της είπα πως μ’ άρεσε.

 Ρε τι ’ναι τούτη! Πουλιά στον αέρα θα πιάνει στο σχολειό μεθαύριο, καλά λέει η γιαγιά. Έχει καλό μνημονικό, όλα τα θυμάται… Άκου μια φορά της το είπε και το έπιασε αμέσως. Εγώ το ξέχασα κιόλας, αλλά αν συνεχίσει να το λέει μέχρι το βράδυ, σίγουρα θα το λέω στον ύπνο μου…

 Όλα τα παιδιά είναι έξω και παίζουν στο προαύλιο κι εγώ μοναχά πρέπει ν’ ακούω όλη τη λειτουργία μέχρι να σχολάσει, αλλιώς η γιαγιά θα με τρελάνει στις φάπες στο σπίτι. Κι είναι γεμάτη η εκκλησιά απόψε με κόσμο κι ούτε ένα στασίδι δε βρίσκω άδειο να ξεκουράσω τα ποδαράκια μου που πιαστήκανε. Τα έχουν πιάσει όλα τα γερόντια που κάθονται ακριβώς στα ίδια κάθε φορά λες κι είναι δικά τους. Άλλη φορά θα πω στο παπαδονονό μου να μου κρατάει και μένα απ’ την αρχή, γιατί τώρα είμαι μεγάλος και δε μπορώ να στέκομαι όρθιος οληνώρα. Έχουν ανοίξει και τις πόρτες τέντα, πίσω και μπροστά στην εκκλησιά για να μη λιγοθυμήσει κανένας απ’ τα λιβάνια και τα κεριά, αλλά κάνει ρεύμα κι έχω ξυλιάσει. Ο καιρός δεν έχει φτιάξει ακόμα καλά και πάντα τα βράδια κάνει ψύχρα, ας μπήκε η άνοιξη και μοσχοβολάει όλος ο τόπος απ’ τα κρίνα της Παναγιάς και τις βιολέτες. Η  Βαρβάρα έχει ανεβεί πάνω με τις γυναίκες, αλλά από δω που στέκομαι δε μπορώ να τη δω καθόλου. Γι’ αυτό βαριέμαι ακόμα πιο πολύ.

  Επιτέλους, ο παπάς διαβάζει το δωδέκατο ευαγγέλιο, μου το είπε ο παππούλης που κάθεται πλάι μου και τον ρώτησα να μου πει αν κοντεύει να σχολάσει. Ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος γιατί όλοι σηκώνονται όταν διαβάζει ο παπάς το ευαγγέλιο κι οι πιο πολλοί ετοιμάζονται να φύγουν. Ωραία, να βγω κι εγώ σιγά-σιγά που με περιμένει ο Γιώργης, που ’ναι μάλλον άθεος ο βλάκας γιατί ποτέ δε μπαίνει μες στην εκκλησιά. Μονάχα ανάβει ένα κεράκι και βγαίνει αμέσως. Να τον δει η γιαγιά μου να με κόψει από παρέα. Ο Λάμπρος κάθεται κι αυτός πολύ, δίπλα στο πατέρα του και το μεγάλο τον αδερφό του, αλλά όταν βαριέται δε τον μαλώνει κανένας που βγαίνει έξω. Η γιαγιά μου όλο το νου της σε μένα τον έχει και με καρφώνει από ψηλά μη κάνω κάνα αστείο και λακίσω. Η Αγγέλα έχει σκαρφαλώσει στα κάγκελα στην αγκαλιά της Φωτούλας και με χαιρετάει συνέχεια. Με το ένα χέρι με χαιρετάει και με τ’ άλλο κάνει το σταυρό της. Άντε να σχολάσει καμιά φορά, γιατί σε καμιά ώρα μου είπε η γιαγιά να πάω τα κορίτσια σπίτι να μη φοβούνται στο δρόμο. Ευτυχώς φέτος που ’ναι κι η Φωτούλα μας δε χρειάζεται να ξεσπιτωθούμε και να πάμε ξανά στης παπαδιάς, θα μείνουμε όλο το βράδυ με τη Φωτούλα. Θα κοιτάξω κι εγώ να μην αργήσω μετά και φοβούνται μοναχές τους. Μάλλον δηλαδή θα μαζευτώ νωρίς, γιατί κάνει ψοφόκρυο. Θα δω τι ώρα κιόλας θα φύγει η Βαρβάρα και μετά βλέπω…

  Ο Γιώργης μου γνέφει από μακριά. Ωχ, πάλι με τη παλιοπαρέα είναι, να μας δει κάνα πρακτορείο να τρέξει να τα προλάβει στη γιαγιά. Αλλά βλέπω πως είναι κι ο Λάμπρος εκεί κι επειδή αυτός είναι καλός μαθητής όλοι τον έχουν και για καλό παιδί και δε τον συζητάνε. Όχι πως δεν είναι δηλαδή φρόνιμος, αλλά δεν είναι κι απ’ αυτούς που δεν ανακατεύονται σε τίποτα. Ορίστε κι αυτός τη περασμένη φορά δοκίμασε το τσιγαράκι του.

–Έλα Δημοσθένη, κάτσε να φύγει ο πολύς ο κόσμος και σου ’χω κρατήσει και σένα ένα να φουμάρεις… μου λέει ο Γιώργης με χαρά.

–Παράτα με ρε, δε θέλω. Είδες τη Βαρβάρα; Τον ρωτάω εγώ που έχω το  δικό μου χαβά.

–Όχι, δεν έχουν βγει τα κορίτσια ακόμα. Κάτσε ρε σου λέω…

 Κάθομαι δίπλα στο Λάμπρο γιατί αυτός με νευριάζει πολύ τώρα τελευταία που νταραβερίζεται μ’ όλους τους ψευτομάγκες που φουμάρουν.

–Γιατί δε κάθεσαι ποτέ ρε μέσα στην εκκλησιά; Τον ρωτάει ο Λάμπρος και στο στόμα μου το είχα να τον ρωτήσω εγώ.

–Τι να κάνω; Ν’ ακούσω τα δέκα ευαγγέλια; Κάθε χρόνο τ’ ακούω… λέει ο μάπας με ύφος σοβαρό.

–Ποια δέκα ρε κόπανε; Πετάγομαι εγώ να τον διορθώσω. Δώδεκα είναι, βλάκα…

–Καλά ντε, λάθεψα… Χθες όμως κάθισα κι άκουσα το τροπάριο της ‘’καποιανής’’ κι ύστερα βγήκα, το ξέρεις ; μου  πετάει για να μη του κολλάμε.

–Ποιάς ‘’καποιανής’’ ρε μάπα; Της ‘’καμμιανής’’, του λέω με σιγουριά γιατί το άκουσα που το  είπε η γιαγιά μου.

–Ρε πάτε καλά κι οι δυο; Πετάγεται ο Λάμπρος. Της Κ-α-σ-σ-ι-α-ν-ή-ς, ήταν το τροπάριο… Πριν μια βδομάδα το κάναμε στα Θρησκευτικά.

–Κι εγώ τι είπα; Ρωτάω τάχα μου νευριασμένος γιατί δε θέλω να παραδεχτώ τη κοτσάνα  μου.

 Στο κάτω-κάτω σ’ ένα γράμμα έπεσα έξω, δε μπέρδεψα και τα ευαγγέλια, που τα ξέρει κι η κουτσή Μαρία πόσα είναι…

 

H καμπάνα χτυπάει απ’ το πρωί πολύ λυπητερά και μου  ’ρχεται μεγάλη στενοχώρια, γιατί το Χριστό τον αγαπάω σα να είναι της οικογενείας μας. Η γιαγιά λέει στη Φωτούλα πως κάθε Μεγάλη Παρασκευή έχει πάντα συννεφιά κι ότι ο ουρανός είναι βαρύς κι ασήκωτος.

‘’Το βράδυ μονάχα να μη βρέξει που θα βγάλουν τον επιτάφιο, θα του χαλάσει τα λουλούδια η βροχή… Έγινε ωραίος όσο και πέρσι;’’ Ρωτάει η Φωτούλα τη γιαγιά με  νοήματα γιατί αυτή δε πρόλαβε να τον δει τελειωμένο, επειδή γυρίσαμε νωρίς στο σπίτι.

–Ουουου! Αφού έβαλα τα χεράκια μου εγώ, τι περιμένεις; Πιο ωραίος κι απ’ της πόλης θα ’ναι, είμαι σίγουρη… Μπρος μωρέ, πιείτε το κακάο σας να μαζευτούμε, θέλω να πάω και στην εκκλησιά, σε λίγο γίνεται η αποκαθήλωση του Χριστού. Δημοσθένη πουλάκι μου, να πας κι εσύ να ετοιμαστείς, θα  ’ρθεις μαζί μου. Δε γίνεται να λείπουμε μια τέτοια μέρα. Σήμερα δε βάζει καμιά νοικοκυρά φαΐ στο τσουκάλι, όλοι πενθούμε το Χριστό μας…

–Τι ’ναι η αποκαθήλωση γιαγιά; Τι θα τον κάνουν πάλι το Χριστούλη τον καημένο; Εγώ χθες έκλαιγα την ώρα που τον κάρφωσαν στο σταυρό του, το ξέρεις; Τον λυπήθηκα πολύ…

Αμ εγώ τι  έκανα! Την ώρα που σβήσαν τα φώτα της εκκλησιάς και τον περάσαν γύρω- γύρω μοναχά με τα κεριά μου ’ρθε να βάλω τα κλάματα μπροστά σ’ όλους κι ας είμαι κι άντρας. Αυτές τις μέρες όλοι μπορούν να κλαίνε, αν πιστεύουν στο Χριστό και στα θαύματα που έκανε ο φτωχός για να μας κάνει να τον πιστέψουμε πως είναι ο γιος του Θεού… Και για να πω την αλήθεια την ώρα που αυτός ο ψάλτης με τη φωνή τ’ αηδονιού τραγούδησε το ‘’Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…’’ κύλησε ένα δάκρυ στα μάγουλά μου, αλλά πρόλαβα και το σφούγγισα κρυφά με την άκρη απ’ το μανίκι μου, μη με πάρει χαμπάρι κι η Βαρβάρα και με πει ‘’γυναικούλα’’ επειδή συγκινούμε εύκολα.

–Η αποκαθήλωση είναι όταν κατεβάζουν το Άγιο  σώμα του απ’ το σταυρό, το τυλίγουν μ’ άσπρο σεντόνι και το βάζουν με ευλάβεια μες στον επιτάφιο… Αυτή είναι η πιο όμορφη σκηνή σήμερα στην εκκλησιά! Όλες οι γυναίκες γονατίζουν και τον προσκυνάνε.Γι’ αυτό σου λέω Δημοσθένη μου, άντε να ντυθείς να προλάβουμε καμάρι μου… μου ξαναλέει η γιαγιά και κάνει ευλαβικά το σταυρό της κι η Φωτούλα με την Αγγέλα κάνουν το ίδιο.

  Γαμώτο μου… Είπα κι εγώ θα τη γλίτωνα φέτος που δε θα ’ρθουν κι οι θειάδες μας με τα δώρα που μας έφερναν κάθε χρόνο για το Πάσχα, σκέφτομαι όπως πάω στη κάμαρη να ετοιμαστώ και κάνω κι εγώ το σταυρό μου όπως οι άλλες.  Από τότε που τα τσακανίσαν με τη γιαγιά δεν έχουν ξαναφανεί αυτές… Πέρσι τέτοια μέρα η γιαγιά μας είχε παρατήσει εδώ μαζί τους κι αυτή πήγε στην εκκλησιά να προσκυνήσει μονάχη της. Τώρα που δεν έρχονται, πάλι αυτή αποφασίζει για μένα. Αλλά καλύτερα κιόλας, όλα τα παιδιά απέξω απ’ την εκκλησιά θα είναι πάλι μαζεμένα, όταν σχολάσει θα μείνω πιο πίσω να παίξω. Το βράδυ το περιμένω πως και πως που θα βγάλουμε τον επιτάφιο. Μ’ αρέσει πολύ που τον γυρνάμε γύρω στο χωριό και που ’χει πολύ κόσμο και μοσχοβολάνε οι βιολέτες και τα γαρύφαλλα που τον στολίζουν. Φέτος κιόλας που θα ντυθούν τα κορίτσια της τάξης μας μυροφόρες, δε θα βαριέμαι μες στη λειτουργία, γιατί θα ’μαι κοντά στη Βαρβάρα που θα φοράει το άσπρο μακρύ φουστάνι με τη μωβ  πένθιμη ζώνη στη μέση και θα είναι σίγουρα η πιο όμορφη απ’ όλες.

   

Της Νίκη Μπλούτη