Μεγάλο ποσοστό ολλανδών δεν γνωρίζουν τα ελληνικά προϊόντα

Στο ευρύ καταναλωτικό κοινό της Ολλανδίας τα ελληνικά προϊόντα δεν είναι, ως επί το πλείστον, γνωστά.

Αυτό επισημαίνεται σε έκθεση του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Χάγη

Σύμφωνα με την έκθεση, η όποια κατανάλωσή τους (κυρίως φρούτα και ψάρια) γίνεται στο πλαίσιο της μαζικής (χωρίς ταυτότητα) κατανάλωσης προϊόντων. Το ελαιόλαδο, στη συνείδηση του Oλλανδού καταναλωτή είναι ταυτισμένο με την Ιταλία ή την Ισπανία, η φέτα «χάνεται» στο πλήθος των κίτρινων και λευκών τυριών, όπως και το ελληνικό κρασί στο πλήθος των κρασιών από τις διάφορες χώρες, ενώ το ελληνικό γιαούρτι παρακάμπτεται από το «τύπου» ελληνικό γιαούρτι.

Ωστόσο, όπως σημειώνεται στην έκθεση όπως, σε κάθε χώρα, έτσι και στην Ολλανδία υπάρχει ένας περιορισμένος αριθμός καταναλωτών, που αναζητούν την ποιότητα. Σε αυτούς τους καταναλωτές, τα ελληνικά προϊόντα (τρόφιμα και ποτά) είναι γνωστά, χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης και η όποια κατανάλωση επώνυμων ελληνικών προϊόντων οφείλεται σε αυτούς τους καταναλωτές και στην ελληνική παροικία, που αριθμεί περίπου 23.000 άτομα.

Κατά την έκθεση, για τον Ολλανδό καταναλωτή, η Ελλάδα είναι απλά μία χώρα διακοπών με καλό κλίμα και αρχαία ιστορία και αυτό οφείλεται σε συγκεκριμένες συνθήκες, που επικρατούν στην ολλανδική αγορά, που καθιστούν δύσκολη την πρόσβαση σε αυτήν. Αναλυτικά:

-Ολιγομονοπωλιακός έλεγχος της αγοράς τροφίμων.

Πέντε δίκτυα διανομής τροφίμων ελέγχουν περίπου το 100% της λιανικής αγοράς, ενώ μία προμηθευτική πλατφόρμα έξι χονδρεμπορικών εταιρειών ελέγχει το 30% της χονδρικής αγοράς. Πρόκειται για δίκτυα, που μπορεί να διαθέτουν ή όχι σημεία πώλησης (υπεραγορές, cash & carry), ωστόσο διαμορφώνουν, εκτός από τις τιμές,  και άλλα χαρακτηριστικά των προϊόντων, όπως την ποιότητα (πχ. ανάμιξη τροφίμων), τη συσκευασία τους (πχ. μερίδες), διαμορφώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο και τα καταναλωτικά πρότυπα.

-Ισχυρός ανταγωνισμός από όμοια προϊόντα.

Η Ολλανδία είναι ένα από τα μεγαλύτερα διαμετακομιστικά κέντρα στον κόσμο και το μεγαλύτερο στην Ευρώπη. Ως συνέπεια στην αγορά της διακινούνται ποιοτικά και χαμηλού κόστους προϊόντα από όλον τον κόσμο αυξάνοντας κατακόρυφα τον βαθμό ανταγωνισμού. Στα τρόφιμα, τα ελληνικά προϊόντα, όπου υπάρχουν, «χάνονται» στο πλήθος των αντίστοιχων ποικιλιών, ενώ στα φρούτα και λαχανικά δεν υφίσταται η έννοια της εποχικότητας (πχ. καρπούζι τον Φεβρουάριο). Επιπλέον, το κόστος, ακόμα και εξωτικών φρούτων, είναι ιδιαίτερα χαμηλό (πχ. ανανάς 1,99 ευρώ, μπανάνες 1,89 ευρώ κοκ).

 

-Μεγάλη ποσότητα, σταθερή ποιότητα, νέα προϊόντα.

Με δεδομένο το ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθος των επιχειρήσεων στην αγορά τροφίμων και τον ισχυρό ανταγωνισμό, κύρια απαίτηση είναι η διαχρονικά σταθερή παράδοση μεγάλων ποσοτήτων, συγκεκριμένης (σταθερής) ποιότητας. Ακόμη, η αγορά αναζητά διαρκώς νέα προϊόντα (ανάμιξη τροφών, νέες ποικιλίες, διαφορετικές συσκευασίες κοκ) με σκοπό τη διαφοροποίηση από τον ανταγωνισμό.  Η πλειονότητα των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων είναι μικρές και μικρομεσαίες με παραγωγική και εξαγωγική δυναμικότητα, που μπορεί να είναι επαρκής για την ελληνική αγορά, ωστόσο για την ολλανδική θεωρείται, στις περισσότερες περιπτώσεις, μηδαμινή.  Επιπλέον, η συντριπτική πλειονότητα δεν διαθέτει, λόγω μεγέθους, τμήμα R&D για την ανάπτυξη νέων προϊόντων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα απώλειας συγκριτικού πλεονεκτήματος λόγω «πολυδιάσπασης» αποτελούν το ελληνικό ελαιόλαδο και κρασί. Ο μεγάλος αριθμός ετικετών ανά προϊόν και η περιορισμένη παραγωγική δυναμικότητα, αν δεν αποκλείουν τον Έλληνα παραγωγό από την ολλανδική αγορά, τον καθιστούν ευάλωτο σε δίκτυα πωλήσεων με ετήσιο κύκλο εργασιών δεκάδες δις ευρώ ή τον περιθωριοποιούν στα καταστήματα delicatessen, όπου ο ανταγωνισμός είναι ακόμα μεγαλύτερος και το περιθώριο κέρδους σχεδόν μηδαμινό.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα απώλειας αξίας εξαγωγών λόγω «παραδοσιακότητας» του προϊόντος είναι οι βρώσιμες ελιές. Αν και το 2014 η Ολλανδία εισήγαγε το 67% των ποσοτήτων της από τη χώρα μας, η μέση τιμή ανά κιλό ήταν μόλις 1,9 ευρώ. Αντίθετα από την Ιταλία εισήγαγε μόλις το 0,8% των ποσοτήτων της με μέση τιμή 10,1 ευρώ! Είναι προφανές ότι οι ελληνικές ελιές εισήχθησαν είτε ως «πρώτη ύλη», είτε σε «παραδοσιακή» μορφή (συσκευασία), ενώ οι ιταλικές είτε ως «τελικό προϊόν», είτε ως νέο “gourmet” προϊόν.

-Διάρκεια ζωής στο ράφι.

Κύρια απαίτηση της αγοράς τροφίμων στα νωπά προϊόντα είναι η μεγάλη διάρκεια ζωής στο ράφι, που περιορίζει το λειτουργικό κόστος. Αυτή επιτυγχάνεται, συνήθως, με νέες εξελιγμένες ποικιλίες (φρούτα, λαχανικά, καρποί). Δυστυχώς, η πλειονότητα των ελληνικών φρούτων και λαχανικών προέρχονται από «παραδοσιακές» ποικιλίες, με συνέπεια την απώλεια της ολλανδικής αγοράς.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα απώλειας αγορών λόγω μη εξελιγμένης ποικιλίας αποτελούν πορτοκάλια από συγκεκριμένη περιοχή της χώρας, με χοντρή φλούδα, που καταστρέφονται γρήγορα, ενώ αποδίδουν χυμό 30% έναντι 50% των ισπανικών και 60% των βραζιλιάνικων.

– Διατροφικές συνήθειες.

Στην πλειονότητα των καταναλωτών, η έννοια της γεύσης είναι ταυτισμένη με την έννοια του πικάντικου και του καυτερού και η έννοια του φυσικού και υγιεινού με την έννοια του τρόπου παραγωγής (HAACP). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ντομάτες. Αν και διατίθενται σε πληθώρα σχημάτων και ποικιλιών, έχουν την  ίδια σκληρότητα (κόβονται σαν τυρί) και ευπάθεια (αν παραμείνουν εκτός ψυγείου μία ημέρα, καταστρέφονται).

-Ελληνικό brand name.

Είναι ταυτισμένο κυρίως με τη φέτα, παρά το γεγονός ότι το πρώτο εξαγωγικό προϊόν της χώρας μας στην Ολλανδία είναι τα φάρμακα. Ως συνέπεια, ολλανδικές επιχειρήσεις που επιθυμούν να εισάγουν κάποιο προϊόν σπανίως το αναζητούν στη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε επανειλημμένες οχλήσεις μας σε δίκτυο διανομής, που ελέγχει το 29,0% της λιανικής αγοράς, να μας κοινοποιεί τους διαγωνισμούς του για την προμήθεια και άλλων προϊόντων πέραν της φέτας, ούτε καν λάβαμε απάντηση.

-Επιχειρήσεις «ελληνικών» συμφερόντων.

Περιορίζονται σε μία μικρή ομάδα μεγάλων επιχειρήσεων, που αξιοποιούν το φορολογικό σύστημα της Ολλανδίας, χωρίς να αναπτύσσουν κάποιου είδους δραστηριότητα, σε έναν αριθμό εστιατορίων, από τα οποία πολλά δεν χρησιμοποιούν ελληνικά προϊόντα και σε έναν μικρό αριθμό πωλητών λαϊκών αγορών, που συνήθως διαθέτουν και κάποιο webshop.