Μεγάλωσε το παιδί σου με «Χριστιανική Παιδαγωγία»

Ένας  γονείς σήμερα  που αποφασίζει να κάνει οικογένεια, παιδιά, οφείλει να βάλει και της γερές χριστιανικές βάσεις ώστε να έχει την ευλογιά και την θεία χάρη του θεού για μια υγιείς  οικογένεια.

Ποιες όμως οι γερές χριστιανικές βάσεις που πρέπει να βάλει ένας γονιός μέσα στην οικογένεια του είναι αυτές πάμε να δούμε μέσα από το παρακάτω άρθρο.

 

Ίσως σκε­φθεί κάποιος δικαιολογημένα τι έχει να πει ένας απομακρυσμένος Αγιορείτης μοναχός για την οικογένεια, για τους γονείς και την ανατροφή των τέκνων τους; Ο μοναχός δεν είναι ανέραστος, μισόκοσμος κι απομονωμένος. Ο μοναχός είναι ευχέτης υπέρ όλης της οικουμένης. Πάντοτε η Εκκλησία ήθελε ν’ ακούει τους μοναχούς. Στην ιερά ησυχία σοφίζεται, φωτίζεται, αγωνιζόμενος και καθαιρόμενος. Παρατηρεί λοιπόν τους ασκη­τές να μηνύουν στον άστατο κόσμο το «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». Η μεγάλη τρυφή του κόσμου, η υπερκαταναλωτική κοινωνία, η ευδαιμονία, η ευμάρεια δεν είναι διόλου θετικά στοιχεία για την ανάπτυξη της πνευματικής ζωής.

Ιδιαίτερα μας προβληματίζει η αδιαφορία των νέων, με τα πολλά ψυχικά τραύματα. Ταπεινά φρονούμε πως ένα τελευταίο ακόμη οχυρό είναι η οικογένεια, παρά τα όποια προβλήματά της. Το πνεύμα του κόσμου έφερε μέσα στην οικογένεια ταραχή, αποσύνδεση, εν ονόματι της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, ρήξη και διαμάχη. Η αντιλογία, η γκρίνεια, ο καυγάς, η απειλή, η ψυχρότητα σκιάζουν πολλά σπίτια. Απουσιάζει η αλληλοπεριχώρηση, η αλληλοκατανόηση και ο αλληλοσεβασμός. Η εκκλησιαστική ζωή μόνο θα μας επαναφέρει στην ευθεία. Τότε είναι περιττές όποιες άλλες γνώμες, νουθεσίες και συμβουλές. Η απεκκλησιοποίησή μας θέριεψε το εγώ μας και μας θέλει κυρίαρχους και εξουσιαστές των πάντων, ακόμη και των πολύ δικών μας ανθρώπων, των συζύγων, των παιδιών. Όταν λέμε εκκλησιαστική ζωή δεν θεωρούμε μια γενικά καλή αντίληψη για την εκκλησία, μια πίστη σε ένα ανώτατο ον, μια ευχάριστη ιδεολογία. Η ζωή της Εκκλησίας είναι συγκεκριμένη, με ορθή πίστη στο ζώντα Τριαδικό Θεό, λατρευτική ζωή, αγωνιστική πορεία καθάρσεως και αγιασμού.

 

Οι γονείς αξίζει από μικρά να οδηγούν τα παιδιά τους τακτικά στην Εκκλησία. Να συνηθίζουν, να λειτουργούνται, να ασπάζονται τις εικόνες, να κάνουν σωστά το σταυρό τους, να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων. Ας είναι ζωηρά και άτακτα, ας κλαίνε, δεν πειράζει, μαθαίνουν, μυρίζουν τα ρούχα τους λιβάνι, ευλογούνται, αγιάζονται. Με μεγάλη μου λύπη είδα σε ορθόδοξους ναούς στην Αμερική, την ώρα της θείας Λειτουργίας να είναι στο υπόγειο τα παιδάκια με την νηπιαγωγό, για να μην ενοχλούν στο ναό τους προσευχόμενους… Είναι απαραίτητο από μικρά τα παιδιά να μάθουν τον τακτικό εκκλησιασμό. Ας μη καταλαβαίνουν, η χάρη ενεργεί πλούσια εντός τους.

Με το «δι’ ευχών» δεν τελειώνει η θεία Λει­τουργία και τα «θρησκευτικά μας καθήκοντα». Χριστιανοί δεν είμαστε μόνο στην εκκλησία. Η εκκλησία θα πρέπει να επεκταθεί στο σπίτι μας. Να υπάρχει εκεί το προσευχητάρι, όχι μόνο για τις δύσκολες ώρες, αλλά καθημερινά. Εκεί ν’ αρχίζει και να τελειώνει η ημέρα. Μακάρι να είναι όλη μαζί η οικογένεια. Αν είναι δύσκολο κι ένας ένας. Τι ωραίο να συνδεθεί κανείς από μικρός με την προσευχή. Δεν θάχει ποτέ μοναξιά. Θάχει ανοικτό μόνιμο δίαυλο με τον Θεό. Αν κανείς παραπονείται από έλλειψη χρόνου, μπορεί να προσεύχεται και στον δρόμο, και στο αυτοκίνητο και στο γραφείο. Δεν χρειάζονται βιβλία και γνώ­σεις· κι ένα «Κύριε ελέησον» εγκάρδιο, είναι ωραία προσευχή. Αρκεί να λέγεται με συναίσθη­ση, με ταπείνωση. Οι μητέρες, οι νοικοκυρές, οι δασκάλες, οι νοσοκόμες, όλες οι γυναίκες, οι άνδρες, στα κτήματα, στις οικοδομές, στις τρά­πεζες, στα ταξίδια, τα παιδιά και στο παιχνίδι και στο σχολείο και στο δωμάτιό τους μπορούν να λένε μία μικρή προσευχή μόνο πέντε μικρών λέξεων: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!»

Να μάθει κανείς από νωρίς να κάνει τον σταυρό του, που ξυπνά, που κοιμάται, που ξεκινά κι επιστρέφει στο σπίτι, που αρχίζει και τελειώνει το φαγητό του ή την εργασία του, που πιάνει το τιμόνι ή το μολύβι. Τι ωραίο να ζητάμε πάντα τη βοήθεια του Θεού για όλα. Και θα την έχουμε. Γι’ αυτό υπάρχει, για να δίνει σε αυτούς που του ζητούν, για ν’ ανοίγει σε αυτούς που του κρούουν, για ν’ ακούει αυτούς που τον επικαλούνται.

Εμπνευστής, χειραγωγός, συνδετικός κρίκος της οικογένειας είναι ένας καλός κι έμπειρος πνευματικός πατέρας. Καλό είναι να είναι ένας για όλα τα μέλη της οικογένειας. Όταν όμως για διάφορους λόγους δεν γίνεται, δεν πειράζει πολύ. Σημασία έχει να υπάρχει πνευματικός κι ας μην είναι κοινός, ώστε να δίνει κοινή γραμμή πλεύσε­ως. Καλό επίσης είναι από μικρά και τα παιδιά -από τότε που καταλαβαίνουν- να μάθουν την εξομολόγηση. Ούτε να τα ξεθαρρεύουμε ούτε και να τα φοβίζουμε γι’ αυτό. Φυσιολογικά, απλά, ειρηνικά, με φόβο Θεού, με σεβασμό, ειλικρίνεια και τιμιότητα. Σε αυτό θα βοηθήσουν και οι γονείς και οι πνευματικοί, δίχως βία, πίεση και καταπίεση, που φέρνουν αντίδραση κι άσχημα αποτελέσματα.

Για την οικογένεια και τη σύνδεσή της απα­ραίτητη είναι η ησυχία. Όχι απλά οι λεγόμενες ώρες κοινής ησυχίας, αλλά γενικά είναι πολύ χρή­σιμη η ωραία ησυχία. Ακούει κανείς μουσική στο δωμάτιό του, γιατί να την έχει τόσο δυνατά και να ενοχλεί όλους τους άλλους. Το ίδιο και με την τηλεόραση, στην οποία θα επανέλθουμε, ή όταν μαστορεύει κάποιος κάτι ή όταν συζητά. Γιατί συνεχώς να φωνάζουμε, σαν να μαλώνουμε, για­τί να επιτρέπουμε τόσο θόρυβο και μέσα στο σπί­τι μας; Ο θόρυβος δημιουργεί ανησυχία, ταραχή, ένταση, νευρικότητα, θυμό. Χρειάζεται να βρούμε και τις ώρες της προσωπικής ησυχίας προς μελέτη και περισυλλογή. Γεμίζουμε στενά το πρό­γραμμά μας, δεύτερες εργασίες, πολλές υποχρε­ώσεις, δραστηριότητες, ανάγκες, μέριμνες, κοι­νωνικές εκδηλώσεις, επισκέψεις, δημόσιες σχέσεις και λοιπά. Ο πιο άγνωστος τελικά είναι ο πλη­σιέστερος εαυτός μας. Μήπως φοβόμαστε να μείνουμε μόνοι; Μήπως τελικά αδυνατούμε να δούμε κατάματα το εσωτερικό μας κενό; Πρέπει οπωσδήποτε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις κι ευκαιρίες ησυχίας. Ν’ αφιερώσουμε λίγη ώρα και στον δικαιολογημένα απαιτητικό εαυτό μας. Αυτό δεν είναι εγωιστικός ατομισμός. Αν δεν βοηθηθούμε δεν μπορούμε να βοηθήσουμε ποτέ κανένα.

Πάρτε τα παιδιά σας και πηγαίνετε σ’ ένα μοναστήρι, σ’ ένα εξωκκλήσι στην εξοχή, ανάψτε ένα κεράκι, κάντε ευλαβικά τον σταυρό σας, αναπνεύστε, ξελαχανιάστε, αναπαυθείτε, πέστε δυο λόγια εγκάρδια με τους δικούς σας ανθρώπους.

Πάτε να ψυχαγωγηθείτε στα λεγόμενα κέντρα διασκεδάσεως και η πολυκοσμία, ο καπνός, ο θόρυβος, η αναμονή σας κουράζουν πιο πολύ. Πάτε για διακοπές και βρίσκετε πιο πολύ κόσμο εκεί απ’ ό,τι στη γειτονιά σας. Πάτε σ’ ένα προ­σκύνημα, σ’ ένα Γέροντα, σ’ έναν φτωχό. Μάθετε τα παιδιά ν’ αγαπάνε, να προσφέρουν, να δίνουν, να χαίρονται. Πάτε σ’ ένα φιλικό σπίτι που δεν θα συγχισθείτε με πολιτικολογίες και κουτσομπολιά, αλλά θα κερδίσετε κάτι πνευματικά. Πρέπει να συνδέονται οι χριστιανικές οικογένειες, να πιά­νουν καλές φιλίες τα παιδιά τους. Στον δύσκολο κόσμο είναι αναγκαίες οι καλές συναναστροφές. Όλοι στο βάθος μας ζητάμε πνευματική ενίσχυ­ση , συμπαράσταση, παρηγοριά.

Τον ελεύθερο χρόνο του δεν θα τον χαρεί αλη­θινά κανείς ούτε στο καφενείο, ούτε στη ντισκο­τέκ, ούτε στην τηλεόρασηΗ τηλεόραση έχει καταλάβει κεντρική θέση στη ζωή του νεοέλληνα. Είναι κάτι σαν την αρχαία εστία, σαν βωμός, σαν άμβωνας. Αγαπάται, προσέχεται, επηρεάζει, συντονίζει, αλέθει. Μαθαίνει νέο τρόπο σκέψεως και εκφράσεως, τι θα φορέσουμε, τι θα φάμε, που θα πάμε, τι θα κάνουμε. Πρότυπα οι «ήρωες» των φθηνών εκπομπών συνεχείας κι όχι οι ήρωες της πατρίδος· οι εκφωνητές κι όχι οι άγιοι. Πήγα σ’ ένα σπίτι στην Αθήνα. Ήταν οι γονείς με τα δυο τους παιδιά. Είχαν τέσσερις τηλεοράσεις, μία για τον καθένα. Τέλεια απομόνωση. Λέω· τουλά­χιστον βάλτε τη μία στο σαλόνι, να κάθεστε όλοι μαζί, να συζητάτε αυτά που βλέπετε, έστω κι αν δεν συμφωνείτε…

Όταν λοιπόν κανείς κάθεται ώρες στην τηλεό­ραση και ζαλίζεται από τα μύρια που βλέπει κι ακούει, πώς να ησυχάσει, πώς να προσευχηθεί, να δει τον εαυτό του και τους δικούς του; Πώς θ’ ακουσθούν τα λόγια μου, όταν σας πω να φέρετε στο σπίτι σας έναν ιερέα, να κάνει έναν αγιασμό ή ένα ευχέλαιο; Να φυλάτε αντίδωρο κι αγιασμό, να παίρνετε κάθε πρωί, ν’ ανάβετε το καντήλι, να θυμιάζετε, να μαθαίνουν και τα παιδιά, να χαίρονται, να κατανύσσονται, να ευλογούνται. Να μάθουμε να πηγαίνουμε και στις αγρυπνίες. Εδώ στον κόσμο δεν είναι μακρές και μεγάλες. Δίνουν χάρη στην ψυχή. Επίσης ιδιαίτερα καλό είναι ο σύνδεσμος με την ενορία μας, τον εφημέριο της ενορίας μας, το κατηχητικό για τα παιδιά, τον κύκλο ομιλιών για τους μεγάλους, το φιλόπτωχο ταμείο. Το αγροτικό ιατρείο, δίνει τις πρώτες απαραίτητες βοήθειες, έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, κι αυτό είναι η ενορία· τα μονα­στήρια είναι οι κλινικές για έκτακτες ανάγκες.

Να συνδεθούμε με τον άγιο της ενορίας μας, με τον άγιο του οποίου φέρουμε τ’ όνομα. Στο δωμάτιο του παιδιού νάχουμε την εικόνα του αγίου του, τον άγγελό του κι όχι εκείνα τ’ ανθρωπόμορφα τέρατα των πολεμοχαρών παιχνιδιών και των εκκεντρικών τραγουδιστών με τις αλυσίδες και τους χαλκάδες, ως σκλάβους παθών εξουσιαστικών. Να εορτάζουμε περισσότερο τον άγιο που φέρουμε τ’ όνομα, δίχως να το παρα­ποιούμε, το συντομεύουμε και το κάνουμε ξενι­κό, κι όχι να εορτάζουμε μόνο τα γενέθλια δίχως εκκλησιασμό. Ούτε να ζητάμε από τους ιερείς να δίνουν στη βάπτιση ονόματα ξενόφερτα, που δεν υπάρχουν άγιοι τιμώμενοι με τέτοια ονόματα.

Να αφιερώνουμε αρκετό χρόνο στα παιδιά μας, να συζητούμε, να αστειευόμαστε μαζί τους, να αναπτύσουμε διάλογο. Όταν σταματήσει ο διάλογος τότε να φοβόμαστε. Για να υπάρχει διάλογος χρειάζεται απαραίτητα αγάπη, υπομονή, χρόνος, κατανόηση, καταδεκτικότητα. Αν το παιδί φοβάται, σκέφτεται πώς θα αντιμετωπίσει τον αδέκαστο κριτή πατέρα ή την αυστηρή και παράξενη μητέρα κλείνεται στον εαυτό του, θα προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημά του με τους φίλους του, που δεν είναι πάντα οι καλύτεροι σύμβουλοι. Αν δεν έχουμε την καλή αυτή επικοινωνία με τα παιδιά μας και δεν τους δώσουμε την άνεση να μας εκμυστηρευτούν τα μυστικά τους, τις αγωνίες τους, τις σκέψεις, τα σχέδια και τα όνειρά τους είναι σαν να τους κόβουμε τα φτερά και να τα φυλακίζουμε στο κλουβί. Τα παιδιά πρέπει να τα ακούμε κιόλας. Τα παιδιά δεν είναι μόνο να τα διδάσκουμε, λέει ο Ντοστογιέφσκυ, αλλά και να διδαχθούμε αρκετά από αυτά και κυρίως την ακακία, τον αυθορμητισμό, τον ενθουσιασμό. Μη θέλουμε να τα κάνουμε ακριβή αντίγραφα του εαυτού μας, να τα κάνουμε- μπορούν δεν μπορούν- αυτό που δεν μπορέσαμε να γίνουμε εμείς. Τα παιδιά δεν πρέπει να γίνουν προέκταση του εγώ μας. Να τα βοηθήσουμε στην κλήση τους. Να τα εμπιστευθούμε, να τους δώσουμε καλές βάσεις. Κυρίως στην υγιή θρησκευτική αγωγή και όχι στη θρησκοληψία και τον φανατισμό.

Να μην τα πιέζουμε, να μην τα εξαναγκάζου­με εξουσιαστικά κι απειλητικά, γιατί αργά ή γρή­γορα θ’ αντιδράσουν. Να τα εμπνέουμε πιο πολύ με το παράδειγμά μας παρά με τα λόγια μας. Δεν μπορεί όλη μέρα το ανδρόγυνο να καυγαδίζει και να γκρινιάζει και να θέλει τα παιδιά να είναι ήσυχα και ήρεμα. Οι συζυγικοί καυγάδες καταματώνουν τις παιδικές ψυχές. Κυρίως τα διαζύ­για. Τα παιδιά γίνονται θλιμμένα, νευρικά, άτακτα, ανυπάκουα, με μαθησιακές δυσκολίες στο σχολείο. Ντρέπεται, κλαίει, θυμώνει, οργίζεται το παιδάκι όταν δεν βλέπει τους γονείς του μονια­σμένους. Η ορθή θρησκευτική αγωγή από νωρίς έχει μεγάλη σημασία. Η Εκκλησία πρέπει να παρουσιασθεί σαν το σπίτι του ουράνιου κοινού πατέρα μας κι όχι σαν κάτι ξένο, μακρινό, μεγά­λο και περίεργο. Να ερμηνεύσουμε στα παιδιά, αφού βέβαια γνωρίζουμε εμείς καλά πρώτα, τι περιμένει η Εκκλησία από εμάς. Ποιος είναι ο σκοπός και το νόημα της ζωής. Γιατί ήλθε ο Χρι­στός στη γη, γεννήθηκε, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε κι αναλήφθηκε, ώστε από μικρά να νιώσουν με φιλότιμο και λαχτάρα τον πόθο του αγαθού, της αρετής, του καλού, του αγιασμού και της σωτηρίας.

Όλα με διάκριση, με τάξη, με σεβασμό, με ευγένεια. Να μη μπουχτήσουμε, να μη κουράσουμε και ζαλίσουμε τα παιδιά με πολλά και μεγάλα. Η υπερπροστατευτικότητα είναι κακή όσο και η αδιαφορία. Δεν θα τάχουμε αλυσοδεμένα, φοβισμένα και κυνηγημένα τα παιδιά. Θα σεβόμαστε την ελευθερία τους. Δεν θα τα παρατηρούμε υπεράγαν αυστηρά συνέχεια, δεν θα τα βλέπουμε καχύποπτα, ως τηλεκατευθυνόμενα και ανόητα. Λέγει ένας σύγχρονος Γέροντας: «Η μεγάλη έγνοια μας κάνει να είμαστε πολύ αυστηροί. Μας κάνει να είμεθα πάρα πολύ αυστηροί και πολλές φορές άτεγκτοι και ανυποχώρητοι σε μερικά πράγματα. Πρέπει, αγαπητοί μου, να το χωνέψουμε ότι τα παιδιά, τα σύγχρονα παιδιά, δεν έχουν δύναμη να αντέχουν την αυστηρότητα, που αντέχατε εσείς οι παλαιότεροι. Αλλά πρέπει διά του διαλόγου και διά της πειθούς να τους λέμε το καλό και μετά διά προσευχής να αναπληρώνουμε. Γι’ αυτό μην ανησυχείτε· εσείς να προσεύχεσθε για τα παιδιά σας και μην έχετε άγχος» (Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινός).

Νομίζω πως δεν έχουμε αγαπήσει πολύ την προσευχή, δεν έχουμε πιστεύσει δυνατά στη δύναμή της. Θεωρούμε πιο ικανά τα δικά μας λόγια και όχι τη θεία φώτιση. Πιστεύουμε στον εαυτό μας περισσότερο απ’ ότι στον Θεό. Τα παι­διά κάποιας οικογένειας, όποτε γυρνούσαν στο σπίτι αργά το βράδυ, έβρισκαν τη μητέρα τους γονατιστή στις εικόνες. Έτσι, το σκέφτονταν πολύ ν’ αργήσουν, γιατί καθυστερούσαν τη γονυκλισία της μητέρας τους. Μια άλλη χήρα, μητέρα δύο παιδιών, φτωχή, που καθάριζε σκάλες για να ζήσει, έγραφε στον γέροντα Παΐσιο: «Γέροντα, να προσεύχεστε για μένα, γιατί προσεύχομαι μόνο έξι ώρες την ημέρα»!… Προφανώς έλεγε την ευχή του Ιησού.

Θέλετε να είμαι ειλικρινής μαζί σας; Ή θέλετε να σας κολακεύω και να σας ψευτοπαρηγορώ. Φρονώ πως μόνο η αλήθεια, με αγάπη βέβαια, ελευθερώνει κι αναπαύει. Μη φοβόμαστε τα παι­διά. Μην πανικοβαλόμαστε με το πρώτο πρόβλημά τους, μη χάνουμε την ψυχραιμία μας, εκνευριζόμαστε, θυμώνουμε και φωνάζουμε. Ας δούμε με καθαρότητα κι αληθινότητα τα πράγ­ματα. Μήπως το πρόβλημα του παιδιού μας θίγει τον εγωισμό μας; Μήπως είχαμε κατασκευάσει μια ωραία βιτρίνα, που το εσωτερικό της είχε στοιχεία φαρισαϊκής υποκρισίας, ταπεινοσχημίας αξιοκατάκριτης και μια ονειρική κι όχι πραγμα­τική εικόνα; Ήταν κάποτε μία μητέρα κι ανησυ­χούσε πολύ για την αντίδραση του παιδιού της που ήταν στην εφηβεία. Ανησυχούσε για το καλό τους όνομα, τι θα πει η κοινωνία που τους σέβε­ται, τι θα πει ο κόσμος που τους αναγνωρίζει ως καλούς. Πήγε στον γέροντα Πορφύριο να παρα­πονεθεί για την κατάσταση του παιδιού της. Φοβάμαι πως πιο πολύ ανησυχούσε για το γόη­τρό της, για το καλό της όνομα, για το τι θα πει τώρα ο κόσμος, παρά για το μικρό μαρτύριο του παιδιού της. Περίμενε κι ο Γέροντας να της πει πόσο καλή ήταν εκείνη και πόσο κακός ο γιος της. Ο Γέροντας όμως κατάλαβε πολύ καλά τι συνέ­βαινε και της είπε: Για να δω τα γόνατά σου… Δηλαδή το πρόβλημα του παιδιού σου το έκανες προσευχή, το εναπόθεσες στον Θεό, ταπεινώθη­κες, έσκυψες μπροστά του;

Μην πιέζετε πολύ τα παιδιά, μη ζητάτε υπερ­βολικά κι απραγματοποίητα πράγματα, μη δημι­ουργείτε ένα αφόρητο κλίμα στο σπίτι, νοσηρής ευλάβειας, που απωθεί και δεν συγκεντρώνει τους νέους στο σπίτι. Οι ιδανικοί γονείς υποχω­ρούν κιόλας, ανέχονται, παρακαλούν, ζητούν και συγνώμην αν χρειασθεί κάποτε. Το παιδί χρειά­ζεται και κατανοεί την εμπιστοσύνη που θα του δείξετε, την αγάπη που θα σέβεται την ελευθερία του. Η αγάπη να μη σκλαβώνει, πνίγει, φιμώνει κι απομακρύνει την άνεση να πει και τη γνώμη του, την αντίρρησή του, την αμφιβολία του. Νάμαστε έτοιμοι να τ’ ακούσουμε όλα με κατανόηση.

Δεν μπορεί συνέχεια ν’ απαγορεύουμε και τίποτε να μην επιτρέπουμεΠρέπει να δώσουμε κι εναλλακτικές λύσεις. Μην τα κάνουμε τα παι­διά τρομοκρατημένα και φοβισμένα να βγουν στον δρόμο. Ένας στείρος ηθικισμός δεν βοηθά τα παιδιά. Όχι όλο να τα κυνηγάμε. Να μην κουραζόμαστε να συζητάμε μαζί τους. Να τους πούμε τα τυχόν παράπονά μας γι’ αυτά, να μας πουν και κείνα τα δικά τους παράπονα. Να τ’ ακούμε ταπεινά. Να κοιτάμε βαθιά μέσα μας, αναζητώντας το γιατί θυμώνουμε τόσο όταν δεν κάνουν κάτι που τους είπαμε: Επειδή παρακούν και σφάλλουν κι αδικούν τον εαυτό τους, ή επει­δή δεν πέρασε το δικό μας και θίγεται ο πολύς εγωισμός μας; Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να είμαστε προσεκτικά ειλικρινείς. Τα παιδιά βλέ­πουν βαθύτερα, μακρύτερα και καθαρότερα απ’ ότι νομίζουμε. Μη θέλουμε να τα κοροϊδεύουμε. Τα παιδιά μας αυτό που θα πάρουν θα δώσουν αύριο και στα παιδιά τους. Μη βιαζόμαστε να δούμε άμεσους καρπούς των λόγων μας.

Δυστυχώς τα σχολεία σήμερα δεν προσφέρουν γνήσια ορθόδοξη παιδεία. Έτσι πρέπει κατά κάποιο τρόπο να γίνει το σπίτι σχολείο. Το παιδί από μικρό, με ωραίο και διακριτικό τρόπο, να μάθει τις ευαγγελικές ζωοποιές αλήθειες, ώστε να μην μπορεί αργότερα κανένας μοντέρνος δάσκα­λος, ορθολογιστής καθηγητής και προοδευτικός φίλος να τις ξεριζώσει από την καρδιά του. Γρά­φει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στη «Χρι­στιανική Παιδαγωγία» προς τους γονείς και δασκάλους: «Πρέπει να γνωρίζουν οι ευσεβείς γονείς και οι ενάρετοι διδάσκαλοι ότι τα παιδία, εις την πρώτην ηλικία τους, δηλαδή μέχρι επτά χρόνων, πολεμούνται από αταξία και αγνωσία, ενώ εις την δευτέραν ηλικία τους, δηλαδή μέχρι δεκατεσσάρων χρόνων, από λαιμαργία και γαστριμαργία. Ανάγκη, λοιπόν, είναι να τα διδά­ξουν την ευταξία, την γνώσι, την εγκράτειαν και τη σεμνότητα. Και οι μεν γονείς πρέπει να δίδουν εις αυτά το καλό παράδειγμα της καλής και εναρέτου ζωής τους… Οι δε ευσεβείς διδάσκαλοι ας έχουν ως πρότυπο της ζωής τους τον Χριστόν…». Ο άριστος παιδαγωγός άγιος Νικόδημος αντιδρώντας στον άθεο ευρωπαϊκό διαφωτισμό σε αυτό τον λόγο του «περί παίδων καλής αγωγής» να τι λέει, μεταξύ άλλων, να λένε οι δάσκαλοι στους τελειόφοιτους μαθητές τους: «Τους γονείς και διδασκάλους ημών έως τέλους, χρεωστικώς και καθώς ο θείος Νόμος προστάζει, λόγω και έργω, με πολύ σέβας να αγαπάτε. Τους πτωχούς, γυμνούς και φυλακωμένους, κατά την ευαγγελικήν φωνήν, να ελεήτε. Τους ασθενείς και αρρώστους, να επισκέπτησθε και να υπηρετήτε. Τους ξένους εις τους οίκους υμών να εισάγητε. Τους εν ανάγκη να προφθάνητε και να βοηθήτε. Και απλώς, όλους τους ανθρώπους, (ως πλάσμα Θεού!) ωσάν τον εαυτόν σας αείποτε να αγαπάτε, και του καθ’ ενός το καλόν να θέλητε, τόσον των πιστών, όσον και των απίστων».

Του Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου 

Διαδώστε το χριστιανοί