Μετέωρα: Η νήσος της γαλήνης – Του Απόστολου Βεργή

Βρέθηκα στην περιοχή των ιερών βράχων των Μετεώρων, κουβαλώντας στη ράχη μου τρεις φωτογραφικές μηχανές, με στόχο το να τραβήξω όσο πιο πολλές φωτογραφίες ήτανε δυνατό. Βρέθηκα και αμέσως ένιωσα να με θαμπώνει το τοπίο.

 

Να με θαμπώνει και να γίνεται κάτι περισσότερο από εικόνων σύνολο, να έχει υφή διαφορετική από τα αστικά τοπία τα οποία φωτογράφιζα χθες και προχθές, να σε παίρνει και να σε πηγαίνει: Ο χώρος των Μετεώρων, κατάλαβα, έχει το χάρισμα τού να σε ταξιδεύει γενικώς, τού να σε ταξιδεύει από τις εποχές πριν από τον κατακλυσμό ως και το σήμερα, από την εποχή που αυτοί οι βράχοι, οι τόσο αρμονικά πλασμένοι, βρισκόταν μέσα σε μια θάλασσα ως και τις μέρες μας, τις μέρες των αυτοκινήτων και τού τουρισμού, των Ρώσων, των Εγγλέζων, των συμπαθέστατων Ιαπώνων, των selfies, τού instagram, τής αποθέωσης των προβολών τού εγωισμού μέσα στο είναι.

Στην περιοχή των ιερών βράχων, έγραψα πιο πριν. Γιατί ιερών;

Γιατί εγώ ο αγνωστικιστής, ο αμφισβητίας, ο αναθεωρητής, έδωσα σε αυτή την περιοχή αυτόν τον τόσο βαρύ χαρακτηρισμό;

Όχι, δεν τον έδωσα λόγω αμιγούς θρησκευτικής πίστης (παρότι αυτή ιστορικά παίζει σημαντικότατο ρόλο) αλλά γιατί βρήκα εκεί ένα αμάλγαμα φύσης, θεωριών, καταστάσεων, τέχνης, ιστορίας, ανθρώπων, που ανταμώνοντάς το ένοιωσα σαφώς καλύτερος, πιο υπομονετικός, να δείχνω κατανόηση, να ψάχνω για αόρατα μηνύματα και νεοτερισμούς που δεν θα σταματήσουνε ποτέ να καταφθάνουν. Να θέλω το Εγώ μου να εξελίσσεται, να γίνεται όλο και πιο δημιουργικό, ποιοτικό, ξεχωριστό, κάτι σαν και αυτό τον τόπο. Έναν τόπο ο οποίος προϋπήρχε ημών των ανθρώπων, έναν τόπο ο οποίος προϋπήρχε  τής προϊστορίας  μας.

Και έπειτα: θέα, θέα 360 μοιρών που σαν ανέβεις σε κάποια από τα πιο  ψηλά σημεία των βράχων, σε κάνει να στριφογυρνάς σαν σβούρα:

Θέα προς τα κάτω, θέα προς τα πάνω, θέα προς το χωριό Καστράκι ή την πόλη Καλαμπάκα (Σταγοί λεγόταν πιο παλιά), προς ανθρώπινες δραστηριότητες: δρόμους, αμπέλια, περιβόλια, ταβέρνες και τουριστικά ξενοδοχεία.

Προς τον πολιτισμό, προς τον ανθρώπινο πολιτισμό που ανεβαίνει διαρκώς, που τείνει να καταλάβει και τούς βράχους, αγνοώντας τη ματαιότητα, την ματαιότητα αυτής του τής προσπάθειας, προσπάθεια που γίνεται αγνοώντας πως οι κατακτήσεις τού πολιτισμού μας δεν είναι τίποτα πιο πολύ από κατακτήσεις στιγμών: Κάτι ασήμαντο μα και αντάμα σημαντικότατο, καθώς αυτές οι κατακτήσεις στιγμών εντέλει αποτελούν την ιστορία. Και πόση ιστορία πέρασε από αυτούς τούς βράχους… Από την εποχή τού τίποτα και τής αδιαφορίας ως το Βυζάντιο και την τουρκοκρατία.

Και ύστερα τούς Γερμανούς κατακτητές-πλιατσικολόγους• και τώρα την τεχνολογία, τα κινητά με τις εξελιγμένες κάμερες και τούς μεταμοντέρνους επισκέπτες να κρέμονται σαν τα τσαμπιά απ’ τα σταφύλια απ’ τούς βράχους, ψάχνοντας για να βρούνε και να πάρουν λάφυρα selfies, selfies, selfies.

Κι η φύση πάντοτε εκεί, υπέρτερη, για κάποιους αντικείμενο μελέτης, για άλλους εργαλείο, για άλλους θεραπεία, για άλλους τού Θεού το πρόσωπο, για άλλους να ‘ναι συνοδός, φίλος καλός, ένα γεράκι που πετά, μια χρωματιστή κλιματίδα η οποία ταξιδεύει πάνω σε έναν απ τούς βράχους, ένα αμπέλι στα ριζά των βράχων γραμμικό, ένα όμορφο μάτσο από κυκλάμινα ανάμεσα σε ηρωικές βελανιδιές ή έρωτας που ξεπερνά τον υλικό μας κόσμο. Κι η φύση και οι άνθρωποι, πια όχι λίγοι άνθρωποι αλλά εκατοντάδες (μην πω χιλιάδες), με ρόλους επόμενους από αυτούς των πρώτων ασκητών, τού Βαρλαάμ, των Αψαράδων, τού Αθανασίου τού Μετεωρίτη.

Ρόλους κυρίως περί κι όχι εντός όλου του αρχικού συστήματος, έχοντας ως στόχο όλο και λιγότερες στιγμές, πιο πολύ ακουμπώντας την ουσία των Μετεώρων και λιγότερο κατέχοντάς την. Δηλαδή: Όσο μια selfie διαρκεί, όσο κρατά η μνήμη ή, πιο σωστά, μια διαφήμιση εαυτού, μια εκμετάλλευση τού χώρου, αδιαφορώντας για τον χρόνο και για την διασάλευση τής ησυχίας. Θα μου πείτε, ψάχνεις και συ μαγεία σε μέρες που ο καπιταλισμός κυριαρχεί, δυστυχώς, όχι προτάσσοντας τη δημιουργία (όπως θα έπρεπε) αλλά ισοπεδώνοντας ως αν μία τεράστια μπουλντόζα.

Τι να κάνουμε, το λοιπόν… Προσαρμοζόμαστε και κάποιοι ενοχλητικοί (γενικώς) σαν και τού λόγου μου, ψαχτήρια, τραβάμε μόνοι μας άγιες γραμμές και περπατάμε πάνω τους ως άλλοι σχοινοβάτες διαφορετικοί από αυτόν τού Νίτσε…

Περπάτησα πολύ εκείνη την ημέρα, δούλεψαν και πολύ τα δάχτυλα των χεριών μου πάνω στις μηχανές. Ένιωσα όμως να μην είμαι εγώ ο εξουσιαστής των φωτογραφικών μου μηχανών, ένιωσα τα κάδρα να με βρίσκουν από μόνα τους και να εξουσιάζουνε αυτά τα δάχτυλά μου. Να με βρίσκουν τα κάδρα, οι εικόνες, οι στάσεις. Να με βρίσκει η τέχνη, να με βρίσκει (μπορώ να πω) απροετοίμαστο να την αντέξω εύκολα και ταυτοχρόνως (δεν ξέρω πώς) να μου συγχωρεί τα όποια λάθη, να μου κρύβει σκόπιμα όλα εκείνα τα ουσιαστικά πολύτιμα, τα οποία για να τα βρω πρέπει υποχρεωτικά να ψάξω, να ψάξω γύρω μου, να ψάξω και εντός μου. Και μιας και βρέθηκα στα εντός, θα αναφερθώ και στα εντός τής τέχνης και θα σταθώ ιδιαιτέρως στις τοιχογραφίες τις οποίες για γραφειοκρατικούς λόγους δεν τις φωτογράφισα.

Στις τοιχογραφίες του Φράνκο Κατελλάνο, του Θεοφάνη από την Κρήτη και σε εκείνες άλλων ελασσόνων αγιογράφων, όχι απλών αγιογράφων μα καλλιτεχνών στην κυριολεξία. Πώς το κατάλαβα αυτό; Μα μια  ματιά να ρίξει κανείς στην θεματολογία των αγιογραφιών γίνεται ολοφάνερο: Δεν βλέπει κανείς απλές απεικονίσεις του Χριστού, τής Παναγίας, των Αγίων. Αυτοί οι Δημιουργοί (με κεφαλαίο το δέλτα) εικονογράφησαν εκεί ολόκληρες ιστορίες από τη Βίβλο, μάλιστα ο Θεοφάνης στην τοιχογραφία του “Η δευτέρα παρουσία” στην Ι.Μ Αγ. Νικολάου του Αναπαυσά μετέφερε σε τοίχο του καθολικού της ιερής μονής όλες τις μοντέρνες (για εκείνη την εποχή) τεχνικές τής αγιογραφίας των φορητών εικόνων, ανοίγοντας καινούριους καλλιτεχνικούς δρόμους, δημιουργώντας πλάνα (ολόκληρες κινηματογραφικές σεκάνς) , αγιογραφώντας πάνω στον τοίχο μια σειρά από εικόνες οι οποίες διηγούνται στον παρατηρητή το τι πρόκειται (κατά την ορθόδοξη παράδοση) να συμβεί κατά τη δευτέρα παρουσία, φτιάχνοντας έτσι κάτι σαν θρησκευτικό κόμικ που αν το τρέξει κανείς με την φαντασία του μπορεί  να το δει και σαν μια κινηματογραφική ταινία.

Τόσο μπροστά, λοιπόν, και πάντα υπαρξιακά, στα πλαίσια τής γαλήνης των Μετεώρων και πάντοτε συνθέτοντας. Όλοι αυτοί που αγιογραφήσανε τις ιερές μονές συνδύασαν πολλα τεχνικά  στοιχεία κι όχι μόνο. Κάποια από αυτά ίσως τα φέρανε από αλλού:Τα έντονα χρόνια και την δραματικότητα των σκηνών από την δύση, την σοβαρότητα των προσώπων από το ύστερο Βυζάντιο… Την σοβαρότητα  κι όχι την αυστηρότητα ή την κατάθλιψη που εμφανίζεται στα πρόσωπα που βρίσκονται σε τοιχογραφίες αγιογράφων τής παραδοσιακής σλαβικής σχολής. Υπάρχουν δε διάσπαρτες και αγιογραφίες που παραπέμπουν στα πρώτα χρόνια τού Χριστιανισμού, με ξεκάθαρες επιρροές από την ρωμαϊκή μα και την αρχαιοελληνική ζωγραφική, που σημαίνει ότι στα Μετέωρα τα πάντα σμίγουν, σμίγουν κι αργότερα μεγαλώνουν κι ίσως και να γεννάνε.

Παραδόξως, όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα σημαντικές αναφορές σε αρχαιοελληνικές πηγές για την περιοχή των Μετεώρων, ούτε και γύρω τους αρχαιοελληνικά απομεινάρια – είναι γνωστή η τάση των αρχαίων Ελλήνων για ανακάλυψη “φορτισμένων”  περιοχών και την δημιουργία εκεί βωμών, ναών, θεάτρων, ασκληπιείων  κτλ. Τα Μετέωρα είναι γέννημα του Βυζαντίου (τού ύστερου Βυζαντίου μάλιστα), είναι ένα από τα τέσσερα (κατά τη γνώμη μου) πιο σημαντικά μυστηριακά γεννήματα τού Βυζαντίου (τα άλλα είναι το Άγιο Όρος, η περιοχή των βράχων (πάλι βράχοι) τής Καππαδοκίας  και ο Μυστράς), γεννήματα φορτισμένα έντονα που υπερίπτανται  των εποχών, όντας όχι παρατηρητές τής ιστορίας, όντας η ιστορία η ίδια, εκπέμποντας, πρώτα απ’ όλα, σεβασμό.

Όταν κατέβηκα στην Καλαμπάκα και στάθηκα σε μια καφετερία για να ξαποστάσω πίνοντας καφέ, παρατηρώντας από μακριά τούς βράχους και τραβώντας με τον τηλεφακό της φωτογραφικής μου μηχανής τις τελευταίες στάσεις από τα Μετέωρα, κατάλαβα ότι είχα φορτιστεί, πως ήμουν (και είμαι) διαφορετικός από τα πριν. Σοφότερος; – Δεν ξέρω. Άρχισα να νιώθω πιο χρονικά οικουμενικός, πιο προς τα πίσω, πιο προς τα μπρος, πιο γνώστης την πολυπλοκότητάς μου, έχοντας μέσα μου προσθέσει ένα φίλτρο στον εγωισμό μου, μια θέληση υπέρβασης, υπέρβασης της νεοελληνικής μιζέριας τού καιρού μου. Άλλωστε και τα Μετέωρα (ως συμβολισμός) γεννήθηκαν σε περίοδο μιζέριας, στην εποχή τής παρακμής του Βυζαντίου. Γεννήθηκαν ως αντίσταση στη θύελλα των τότε αλλαγών, γεννήθηκαν ως συμβολισμός προσωπικής αντίστασης κάποιων στην μιζέρια τού τότε, ως νήσος τής γαλήνης.

 

 

Πηγή Palmografos.com