Μίκης Θεοδωράκης: Τον Χάρο τον έχω νικήσει. Ας έρθει λοιπόν όποτε θέλει.

 

«Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΟΤΑΝ ΒΡΕΘΕΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ ΕΙΝΑΙ ‘Η ΡΑΓΙΑΣ ‘Η ΗΡΩΑΣ»

«Εδώ και καιρό είμαι πλήρης ημερών οπότε έχω συμφιλιωθεί με τον θάνατο. Αλλωστε στο τραγούδι μου ”Στα Περβόλια” έχω… χορέψει μαζί του.

Ο,τι και να γίνει εγώ τον Χάρο τον έχω νικήσει. Ας έρθει λοιπόν όποτε θέλει»: έτσι αντιμετωπίζει ο Μίκης Θεοδωράκης το τέλος. Δεν το φοβάται. Αντιθέτως, το περιμένει με την πόρτα ορθάνοιχτη γιατί μέσα του νιώθει νικητής. Τις παραπάνω σκέψεις του μοιράστηκε μαζί μας ο κορυφαίος συνθέτης χθες το μεσημέρι που βρεθήκαμε φιλοξενούμενοι στο σπίτι του, κοιτώντας από τη μία έναν ζωντανό μουσικό θρύλο κι από την άλλη το αιώνιο ελληνικό θαύμα του Παρθενώνα.

το νέο βιβλίο του Μίκη Θεοδωράκη με τίτλο «Μονόλογοι στο λυκαυγές», το οποίο, όπως εξομολογείται ο ίδιος στον άκρως συγκινητικό επίλογό του, είναι το τελευταίο του, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ιανός»

Αφορμή γι’ αυτήν τη συνάντησή μας ήταν η κυκλοφορία, από τις εκδόσεις «Ιανός», του νέου του βιβλίου, «Μονόλογοι στο λυκαυγές», το οποίο, όπως εξομολογείται ο ίδιος στον άκρως συγκινητικό επίλογό του, είναι το τελευταίο του. Το τέλος, ωστόσο, δεν ήταν η έννοια που μονοπώλησε τη συζήτησή μας. Πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού ο Μίκης παραμένει ένα πλάσμα γεμάτο ζωντάνια, με πλήρη διαύγεια και ασίγαστο πάθος για τη διαχρονική διεκδίκηση μιας καλύτερης ζωής.

Μιας ζωής για την οποία ο ίδιος πάλεψε δεκαετίες ολόκληρες. Και αυτή ακριβώς είναι και η συμβουλή του προς τους νέους: να μη σταματούν να αγωνίζονται παρά τις δύσκολες συνθήκες: «Μπορεί οι ξένοι να μας θεωρούν σκουπίδια. Ο Σόιμπλε όταν μας κουνάει το χέρι μάς θεωρεί δούλους. Εχουμε υπογράψει πως είμαστε δούλοι. Η Ιστορία όμως έχει αποδείξει ότι τα ”σκουπίδια” μπορούν να μετατραπούν σε δυναμίτες, σε έκρηξη. Γιατί ο Ελληνας, όταν βρεθεί στον τοίχο, είναι ή ραγιάς ή ήρωας».

Ο συνθέτης τοποθετεί τη μεγάλη κρίση που διέρχεται η χώρα μας τα τελευταία χρόνια σε ένα ευρύτερο πλαίσιο όπου τα γεγονότα δείχνουν να επαναλαμβάνονται: «Η Ελλάδα έχει τρία πλεονεκτήματα που μετατρέπονται σε μειονεκτήματα: κομβική γεωγραφική θέση, απίστευτο κάλλος και κρυφό εθνικό πλούτο. Ολα αυτά οι ξένες δυνάμεις δεν μας επιτρέπουν να τα χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας. Κάθε φορά που ο λαός μας πάει να σηκώσει κεφάλι στρέφονται εναντίον μας. Είναι ιεροσυλία αυτό», εξηγεί και συνεχίζει: «Μία είναι η λύση: ουδετερότητα. Να κάνουμε δηλαδή την Ελλάδα κέντρο της παγκόσμιας ειρήνης, του παγκόσμιου αθλητισμού και του παγκόσμιου πολιτισμού».

Ο Μίκης Θεοδωράκης υπογράμμισε επίσης τη σημαντικότητα του ελεύθερου χρόνου ως όπλου ελευθερίας και δημιουργίας: «Ολα τα μεγάλα έργα έγιναν από λαούς που είχαν πολύ ελεύθερο χρόνο. Το σύστημα της βιομηχανικής εποχής όμως δημιουργεί ανθρώπους χωρίς σωματική και ψυχική υγεία, δίνει τις λιγότερες ανθρωπομονάδες όπως τις λέω εγώ. Γι’ αυτό βλέπετε την ανάπτυξη της βαρβαρότητας. Να αλλάξουμε λοιπόν. Να κλείσουμε τις βιομηχανίες πολέμου και να φτιάξουμε βιομηχανίες ειρήνης».

Ο μεγάλος συνθέτης μάς διηγήθηκε πολλές ιστορίες. Απ’ όλες αυτές όμως μία είναι αυτή που θα ήθελε να ξαναζήσει: «Να ξαναγύριζα στον Πύργο της Ηλείας, τότε που πήγαινα στη Γ’ Γυμνασίου κι έγραφα τα πρώτα μου τραγούδια και κάθε βράδυ καθόμαστε στο τραπέζι ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο Γιάννης κι εγώ. Κι όταν άκουγαν το τραγούδι μου, τραγουδάγαμε όλοι μαζί. Κι αν το τραγούδι μου είχε έναν ρυθμό βαλς, σηκωνόταν ο πατέρας κι έπαιρνε τη μαμά και χορεύανε…».

Αναστασία Κουκά