Μήπως το επεξεργασμένο κρέας αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού;

 

Πόσο κακό μας κάνει το μπέϊκον  και τα αλλαντικά τελικά; Το ερώτημα προέκυψε για άλλη μια φορά με την πρόσφατη έκδοση μιας μετα-ανάλυσης που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πολλά είδη μεταποιημένου κρέατος συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού, χωρίς να είναι σε θέση όμως να θέσουν το ασφαλές όριο κατανάλωσης.

Ο καρκίνος του μαστού είναι η πιο κοινή μορφή καρκίνου στις γυναίκες και η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει επισημάνει τα επεξεργασμένα κρέατα ως καρκινογόνα, ειδικά σε σχέση με τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Η μείωση του κινδύνου μέσω του τρόπου ζωής που σχετίζεται με τον καρκίνο του μαστού είναι ένα σημαντικό βήμα για τον περιορισμό της εμφάνισής του.

Η κατανάλωση, σε τακτική βάση, επεξεργασμένου κρέατος, όπως είναι τα λουκάνικα, το ζαμπόν και το μπέικον, αλλά όχι το κόκκινο κρέας, συνδέεται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, σύμφωνα με μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση προηγούμενων μελετών που δημοσιεύθηκε στην International Journal of Cancer. Ως επεξεργασμένο κρέας αναφέρεται σε κρέας που έχει υποστεί διαδικασία καπνίσματος, ωρίμανσης και αλατίσματος ή έχει μεταποιηθεί με άλλο τρόπο για να βελτιώσει τη γεύση ή να παρατείνει τη διάρκεια ζωής του. Αρκετές μελέτες έχουν συνδέσει την κατανάλωση επεξεργασμένου και κόκκινου κρέατος με διάφορους τύπους καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού, αλλά δεν έχουν βρει καμία σχέση μεταξύ τους.

Οι ερευνητές εξέτασαν εκ νέου όλες τις μελέτες που δημοσιεύθηκαν πριν από τον Ιανουάριο του 2018, οι οποίες είχαν αξιολογήσει τη σχέση μεταξύ κατανάλωσης επεξεργασμένου και κόκκινου κρέατος και την εμφάνιση καρκίνου του μαστού. Αναλύθηκαν τα αποτελέσματα 15 μελετών οι οποίες περιελάμβαναν δεδομένα από 37.070 περιπτώσεις καρκίνου του μαστού σε περισσότερες από 1.2 εκατομμύρια γυναίκες. Τα ευρήματα έδειξαν ότι οι γυναίκες που κατανάλωναν το υψηλότερο ποσοστό επεξεργασμένου κρέατος (περίπου 25-30 γραμμάρια την ημέρα, κατά μέσο όρο) είχαν 9% μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού από εκείνες που έτρωγαν τη χαμηλότερη ποσότητα ή και καθόλου (περίπου 0-2 γραμμάρια ανά ημέρα).

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι υψηλές ποσότητες νιτρικών ή νιτρωδών (που μπορούν να οδηγήσουν στο σχηματισμό πιθανώς καρκινογόνων χημικών ουσιών) κορεσμένων λιπαρών, χοληστερόλης και ζωικού σιδήρου φαίνεται να είναι ο λόγος για τον οποίο τα προϊόντα επεξεργασμένου κρέατος  μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου και του καρκίνου του μαστού. Ωστόσο, τα αναλυθέντα αποτελέσματα των μελετών δεν έδειξαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης κρέατος κόκκινου (χωρίς επεξεργασία) και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Εξετάζοντας και άλλους παράγοντες κινδύνου καρκίνου του μαστού, όπως η εμμηνοπαυσιακή ή όχι κατάσταση των γυναικών ή τα διαφορετικά επίπεδα δραστηριότητας ενός ενζύμου που θεωρείται ότι προστατεύει από τις καρκινογόνες επιδράσεις του κρέατος, η ερευνητική ομάδα βρήκε μόνο μια σημαντική σχέση μεταξύ της μεγαλύτερης κατανάλωσης επεξεργασμένου  κρέατος και του υψηλότερου κινδύνου του καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση, αλλά όχι πριν από αυτή. Οι ερευνητές σημείωσαν ότι η απουσία στατιστικώς σημαντικής σύνδεσης σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες μπορεί να οφείλεται σε μικρότερο μέγεθος δείγματος και πρέπει να διεξαχθούν περαιτέρω μελέτες για να διευκρινιστεί αυτό.

«Οι προηγούμενες έρευνες συνδέουν τον αυξημένο κίνδυνο ορισμένων μορφών καρκίνου με υψηλότερη πρόσληψη κρέατος και αυτή η πρόσφατη μετα-ανάλυση υποδηλώνει ότι η κατανάλωση επεξεργασμένου κρέατος μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού», δήλωσε η Maryam Farvid, επικεφαλής της μελέτης και ερευνήτρια στο Harvard T.H. Chan School of Public Health «Ως εκ τούτου, η μείωση του επεξεργασμένου κρέατος φαίνεται ωφέλιμη για την πρόληψη του καρκίνου του μαστού», κατέληξε.

Ωστόσο, οι επιστήμονες παραδέχθηκαν ότι η έρευνά τους έχει κάποιους περιορισμούς λόγω μιας μεταβλητότητας μεταξύ των μελετών που εξέτασαν. Επίσης, επειδή οι περισσότερες μελέτες διεξήχθησαν στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, τα ευρήματα μπορεί να μην γενικευτούν σε γυναίκες άλλων περιοχών του κόσμου.

 

 

 

 

Πηγη .itrofi.gr