Μοναστηριακός Τουρισμός: Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Σκιάθου.

Ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν ἔριδα τῶν Κολλυβάδων τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὡς γνωστό, τό ἔτος 1754 ἄρχισε στό Ἅγιο Ὄρος ὁ ὀρθόδοξος φωτισμός τῶν κολλυβάδων πού κήρυτταν τήν ἐπιστροφή στήν παράδοση τῆς ἐκκλησίας. Ἡ ὅλη διένεξη κράτησε πάνω ἀπό πενήνταχρόνια, μέ τό γνωστό ἀποτέλεσμα πολλοί μοναχοί νά ἀναγκαστοῦν νά ἐγκαταλείψουν τόν τόπο τῆς μετανοίας τους καί νά ἀναζητήσουν νέο.

Ἡ μονή ἄρχισε νά χτίζεται τό 1794 ἀπό μία μικρή ὁμάδα μοναχῶν τοῦ κινήματος τῶν ἱεροπρεπῶν “Κολλυβάδων”. Ἐπικεφαλῆς τῆς ὁμάδας ἦταν ὁ Ἱερομόναχος Νήφων, κατά τόν κόσμο Νικόλαος “ἐκ τῆς γενεᾶς τῶν Νικολαράδων”, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε τό 1736 στά Πατρικά της Χίου. Ὁ ὅσιος μόνασε στή Μονή Μέγιστης Λαύρας, στή Σκήτη τοῦ Παντοκράτορος καί στήν Καψάλα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀρχικά μετέβη στήν Χίο, τή Σάμο, τήν Πάτμο, τή Λειψῶ καί Ἰκαρία, ὅπου τό 1775 ἵδρυσε, στή θέση Λευκάδα, τή Μονή τῆς Εὐαγγελιστρίας. Ἀνάμεσα στούς μοναχούς τῆς Εὐαγγελίστριας Ἰκαρίας ἦταν καί ὁ Γρηγόριος Χατζησταμάτης, Σκιαθίτης στήν καταγωγή, ὁ ὁποῖος μετά τό θάνατο τοῦ πατρός Ἰωάννη κληρονόμησε τήν μεγάλη περιουσία του στήν Σκιάθο.

Ἔχοντας λοιπόν αὐτή τή μεγάλη περιουσία, ὁ Γρηγόριος ἔπεισε τόν ὅσιο Νήφωνα νά μεταβοῦν στήν δασοστεφή Σκιάθο καί νά οἰκοδομήσουν νέα μονή, ἐγκαταλείποντας τήν Ἰκαρία “διά τό πάντη ἄγονον καί ἄκαρπον καί τό νοσῶδες τοῦ τόπου”. Οὕτω κατά τό 1794 ἐκτίσθη ἐν Σκιάθῳ το περιβόητον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, εἰς τῆς Ἀγαλλιανοῦς τό πλατανοφύτευτον ρεῦμα, ἔνθα ὑπῆρχε παλαιόν τι μονύδριον πρό χρόνων ἐρημωμένον. Τῷ ὄντι τῇ ἕκτῃ Ἰουνίου 1794 ἡ κοινότης ὅλη, γέροντες καί προεστῶτες με τήν γνώμην καί θέλησιν τῶν λοιπῶν οἰκοκυραίων καί ραγιάδων, ἱερέων τε και λαϊκῶν, καθώς λέγει ἔγγραφόν τι τῆς μονής, μετά πολλῆς χαρᾶς ἐδέχθησαν τόν παπᾶ Νήφωνα καί τόν συμπολίτην Γρηγόριον Χατζησταμάτην καί τούς ἄλλους μοναχούς, καί πολλά κτήματα γειτονικά ἀφιέρωσαν πρός αὐτούς.

Ἡ κατασκευή τοῦ συγκροτήματος τῆς Μονῆς ὁλοκληρώθηκε τό 1806 καί κατέστη τό κυριότερο ἔργο τῶν κολλυβάδων, τόσο κατά τή διάρκεια τῆς ἔριδος ὅσο καί τούς μετέπειτα χρόνους. Τό πνεῦμα τῶν κολλυβάδων ἐπηρέασε ἔντονα τή ζωή τῶν κατοίκων τῆς Σκιάθου, καθώς καί τῶν

ἐξαδέλφων Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη καί Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη. Ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅπως καί οἱ ἄλλες μονές τοῦ νησιωτικοῦ συμπλέγματος, ἔχουν ἰδιαίτερη τοπική σημασία. Περικλείουν μέσα τους ἀναμνήσεις καί παραδόσεις τῆς ἐποχῆς τους πού βοήθησαν καταλυτικά στή διαμόρφωση τῆς θρησκευτικότητας τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ, ἀλλά, συνάμα, καί τῆς λογιοσύνης καί πνευματικότητας. Παρηγόρησαν τούς πονεμένους κατοίκους στά δύσκολα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ἐνῶ συνάμα δυνάμωσαν τούς δεσμούς τους μέ τό Ἅγιο Ὄρος, φέρνοντας τους κατοίκους πιό κοντά στίς ἀρχαῖες παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας μας.

Ὁ ἱερομόναχος Νήφων, πρῶτος ἡγούμενος καί ἱδρυτής τῆς Μονῆς, γνήσιος ἐνσαρκωτής τοῦ πνεύματος τῶν κολλυβάδων, ἔδωσε στό ἱερό κοινόβιο τό πνεῦμα του καί ἔθεσε γερές βάσεις, πάνω στίς ὁποῖες στηρίχτηκε, γιά νά ἐξελιχθεῖ σ’ ἕνα ἀπό τά λαμπρότερα πνευματικά κέντρα τῆς χώρας μας τό ΙΗ΄ αἰῶνα. Τό 1797 τό μοναστήρι εἶχε μόνο τό καθολικό καί λίγα κελιά, ἐνῶ μέ ἐνέργειες τοῦ ἡγουμένου τό Σεπτέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ἀπολύεται πατριαρχικό γράμμα, ὅπου ἔδιδε στή μονή τή σταυροπηγιακή ἀξία. Μόλις δώδεκα χρόνια μετά τήν ἵδρυσή της, ἡ μονή εἶχε κιόλας ἑξήντα πέντε κελιά, τριώροφες πτέρυγες, φρουριακά τείχη, καί πάνω ἀπό ἑβδομήντα μοναχούς, οἱ ὁποῖοι διακρίνονταν γιά τήν ἀρετή, τή σεμνή πολιτεία καί τήν παιδεία τους. Ὁ ὅσιος Νήφων ἐκοιμήθη στίς 28 Δεκεμβρίου τοῦ 1809 σέ ἡλικία 73 ἐτῶν, ἀφοῦ εὐτύχησε νά δεῖ τό μοναστήρι νά γίνεται Σταυροπήγιο ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Δεύτερος ἡγούμενος διετέλεσε ὁ συνιδρυτής καί συνάμα δωρητής τῆς πατρικῆς του μεγάλης περιουσίας ὁ Σκιαθίτης Γρηγόριος Χατζησταμάτης (1809-1815).

Μέχρι τό 1833 τό μοναστήρι εἶχε 111 κτήματα, ἐλαιῶνες, ἀμπέλια καί χωράφια, ἀπό τά ὁποῖα τά 22 ἦταν περιουσία ἄλλοτε τῆς μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ Κάστρου, ἐνῶ στή συνέχεια προστέθηκαν καί ἄλλες δωρεές. Στή Σκιάθο εἶχε δυό μεγάλα μετόχια στον Πύργο, ἀλλά καί στό μεγάλο Τσουγκριά, ἀλλά καί ἕνα ὁλόκληρο νησάκι στίς μικρές βόρειες Σποράδες, τό Πιπέρι, ὅπου ὑπάρχει τό ἐκκλησάκι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἄλλοτε σταυροπήγιο μοναστήρι.