‘’Να φύγουμε…

Καθόμαστε με τον άντρα μου σ’ ένα παγκάκι στο πάρκο. Γύρω μας τα παιδιά κελαηδάνε σαν πουλάκια. Τι θέλουμε εμείς εδώ; Έχουμε δέκα μέρες να μιλήσουμε μεταξύ μας. Μιλάμε με τα μάτια. Και με την καρδιά. Είμαστε χαμένοι κι οι δυο μας.

Από τότε που χάσαμε το μωρό μας στα κύματα, χάσαμε και τον εαυτό μας. Κοιτάζω τις άλλες μανάδες που τρέχουν πίσω από τα παιδιά τους και σχίζεται η καρδιά μου. Ραγίζει όπως ραγίζει το γυαλί σε χιλιάδες κομμάτια όταν σπάει. Ο Φαρίντ πλάι μου βαριανασαίνει. Να φύγουμε, λέω από μέσα μου, να φύγουμε… δεν είναι για μας εδώ. Η ανάσα μου βγαίνει με κόπο. Το κεφάλι μου με πονάει αφόρητα. Τα μάτια μου πονάνε κι αυτά όπου κι αν ακουμπήσουν.

  Κάθε βράδυ ο ίδιος εφιάλτης. Δε θέλω πια να κοιμάμαι. Δε θέλω να θυμάμαι. Να φύγουμε θέλω. Να φύγουμε… Δεν ξέρω πού να πάμε. Δε με χωράει ο τόπος. Σήμερα μ’ έβγαλε απ’ το σπίτι με το ζόρι. Στενοχωριέται που δε μιλάω. Ούτε κι αυτός μιλάει. Δεν μπορούμε να μοιραστούμε τον πόνο μας με λόγια. Μονάχα με την καρδιά. Σήμερα θα γίνει εδώ στο πάρκο μια συναυλία με μουσική απ’ την πατρίδα μας, μου είπε. Θα είναι όλοι οι δικοί μας μαζεμένοι. Πάμε να ξεχαστούμε. Εγώ δεν ήθελα. Ούτε να δω δικούς μας θέλω. Όταν συναντάμε κανέναν δεν ξέρω τι να πω. Στα μάτια τους διαβάζω όσα έχω στην ψυχή μου. Είμαστε όλοι ανάπηροι. Σε όλους κάτι λείπει. Πουθενά δεν ήθελα να πάω. Μονάχα να φύγουμε από δω, μα δεν του το είπα. Τον ακολούθησα. Γι’ αυτόν βγήκα. Για να ξεχαστεί. Εμένα δε με χωράει κανένας τόπος. Να φύγουμε θέλω… Κι όπου μας βγάλει ο δρόμος.

 Προχθές συνάντησα μια γνωστή μου. Τη Σέλντα. Κρατούσε από το χέρι το μικρό της γιο. Τον άλλον τον έχασε κι αυτή εκεί στα κύματα. Κοιταχτήκαμε για λίγο στα μάτια κι ύστερα αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας. Έμενε δυο στενά κάτω απ’ το σπίτι μας στην πατρίδα. Τα παιδιά της έπαιζαν μπροστά στο δρόμο μας τα καλοκαίρια. Το δικό μου δεν πρόλαβε να παίξει. Ήτανε μωρό. Πέρυσι τέτοια μέρα είχε γενέθλια. Έσβησε το πρώτο του κεράκι. Δεν πρόλαβε να σβήσει άλλο. Είχαμε προσκαλέσει σπίτι μας και δυο φιλικά μας ζευγάρια. Τη Σέλντα με τον άντρα της κι έναν συνάδελφο του άντρα μου με τη γυναίκα του και τα παιδιά  τους. Τον Αχμέντ και τη Μαριάμ. Πέρυσι τέτοια μέρα είχαμε γιορτή στο σπίτι μας, σκέφτομαι και τρελαίνομαι. Μια κλωστή με χωρίζει απ’ τη τρέλα. Τόσο κοντά της βρίσκεται το μυαλό μου. Ειδικά όταν σκέφτομαι. Το πριν και το τώρα.  

 Μέναμε σε μια συνοικία στη Χάμα. Μια πανέμορφη πόλη χτισμένη στις όχθες του Ορόντη. Κάθε καλοκαίρι κατεβαίναμε με τον Φαρίντ τα απογεύματα στον ποταμό και χαζεύαμε τους ξύλινους νερόμυλους. Ο άντρας μου δούλευε στο δημόσιο κι εγώ για τρία χρόνια σ’ ένα ζαχαροπλαστείο κοντά στη γειτονιά μου. Έμεινα έγκυος μετά και σταμάτησα να δουλεύω. Περίμενα με λαχτάρα το μωρό μας. Όταν γέννησα και το κράτησα στην αγκαλιά μου για πρώτη φορά, κατάλαβα πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία απ’ αυτή για μια γυναίκα. Μέσα σε δυο χρόνια έμελλε να γνωρίσω και τη μεγαλύτερη δυστυχία. Αυτή τη δυστυχία που δεν περιγράφεται με λέξεις. Ούτε μοιράζεται. Αυτή η πληγή δεν επουλώνεται ποτέ. Όπως κι ο ξεριζωμός απ’ την πατρίδα.

 Ο ουρανός σκοτείνιασε. Τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν. Οι δικοί μας μαζεύτηκαν για τη συναυλία. Ξεχωρίζουν οι γυναίκες με τις μαντήλες. Το παγκάκι το δικό μας είναι απόμερο. Κανένας δεν μας πρόσεξε ακόμα. Οι μουσικοί ετοιμάζουν τα όργανά τους. Κι εμείς με τον Φαρίντ είμαστε βυθισμένοι στη σιωπή. Να φύγουμε, λέω από μέσα μου, να προλάβουμε να φύγουμε… Πριν οι νότες ξεχειλίσουν σαν ποτάμι και μας πνίξει η νοσταλγία. Η μουσική όμως αρχίζει κι απ’ τα μικρόφωνα ξεχύνονται οι αναμνήσεις απ’ την πατρίδα. Ανατριχιάζω από συγκίνηση. Ένα παράπονο βαθύ με συνεπαίρνει και νιώθω τα μάτια μου να καίνε απ’ τα δάκρυα. Ένα κύμα νοσταλγίας για τον τόπο μου φουσκώνει στο στήθος μου και νιώθω πως γυρεύει να με πνίξει.

 Κοιτάζω τον άντρα μου. Η λάμπα του πάρκου φωτίζει το βουρκωμένο βλέμμα του. Να φύγουμε, λέω ξανά από μέσα μου, να φύγουμε… Κι όπου μας βγάλει ο δρόμος. Μα εκείνος θέλει να ξεχαστεί, μου είπε. Δεν ξέρω πώς πατάει ένα κουμπί ο άνθρωπος και ξεχνιέται. Η μουσική άρχισε να  μας ταξιδεύει πίσω στην όμορφη πόλη μας, τη Χάμα. Για μια στιγμή φαντάστηκα πως ήμουνα δίπλα στους ξύλινους ανεμόμυλους του Ορόντο και κρατούσα το μωρό μου αγκαλιά. Μια απερίγραπτη γλυκιά αίσθηση αναρρίγησε το κορμί μου. Τρέμω σαν να κρυώνω και ν’ ανεβάζω πυρετό. Ο Φαρίντ γυρνάει προς το μέρος μου και με τυλίγει στην αγκαλιά του. Δεν μπορώ ν’ ανασάνω. Πνίγομαι από τον πόνο της νοσταλγίας. Πνίγομαι απ’ τον πόνο της απώλειας. Ο άντρας μου με σφίγγει πάνω του και μουρμουρίζει το σκοπό του τραγουδιού. Τα μάτια του τρέχουνε από δάκρυα καυτά. Για το χθες που χάσαμε για πάντα. Για το αύριο που δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει. Να φύγουμε, του λέω ψιθυριστά και το κορμί μου τρέμει. Να φύγουμε… Δε με χωράει ο τόπος.         

  

  Γράφει η Νίκη Μπλούτη