Nα με θυμάσαι… Διήγημα.  

Από τη συλλογή διηγημάτων – Το Κίτρινο δάνειο Νίκη Μπλούτη

Μακάρι να γινόταν εκείνη καλά κι ας τους έπαιρναν το σπίτι κι όλα τους τα υπάρχοντα. Τίποτα δεν υπολογίζει ο άνθρωπος μπροστά σε μια τέτοια καταστροφή. Να χάσει έναν αγαπημένο του… Ας τα έχαναν όλα, θα είχαν όμως τα παιδιά του τη μάνα τους δίπλα, θα είχαν την ανάσα της να τα ζεσταίνει και το χέρι της να το σφίγγουν στη χούφτα τους, να νιώθουν σιγουριά κι ασφάλεια. Θα είχε κι αυτός τη σύντροφό του στο πλάι του. Μακάρι να γινόταν ένα θαύμα και να ξυπνούσε ξαφνικά από έναν άσχημο εφιάλτη. Όλη τη νύχτα προσεύχεται στο προσκεφάλι της. Ακούει την ανάσα της αργή και κουρασμένη, παρακολουθεί το στήθος της που ανεβοκατεβαίνει και προσεύχεται στον Θεό να εισακούσει τις προσευχές του.

 Τι κρίση και τι δάνεια συζητάνε όλοι κι απελπίζονται; Εδώ σε θέλω καπετάνιε! Μουρμουρίζει στον εαυτό του, όταν αναλογίζεται, πόσο απελπισμένος αισθανόταν κι αυτός πριν λίγο καιρό, όταν  κινδύνεψε να χάσει το σπίτι του και τη σειρά του. Τους κόπους τους όλα αυτά τα χρόνια που μόχθησαν με τη γυναίκα του ν’ αποκτήσουν. Τα επισφαλή οικονομικά τους, στοίχειωναν τότε τις νύχτες τους. Ενώ τώρα, μπροστά σ’ αυτή τη συμφορά, τα ξέχασε όλα. Ένα μαγικό σφουγγάρι τα έσβησε όλα από τη μνήμη του, όλα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Κι ας χρωστάει τα μαλλιά της κεφαλής του. Τώρα κατάλαβε τι αξίζει πραγματικά στη ζωή. ‘’Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε…’’ έλεγε ο παππούς του στα γεράματα, ρουφώντας το κρασάκι του, κι είναι σίγουρο, πως μόνο τότε οι άνθρωποι, στο κατώφλι των γηρατειών βλέποντας τη σκιά του θανάτου να κοντοζυγώνει, αντιλαμβάνονται την ουσία της ζωής.

 Μακάρι όλος ο κόσμος να μπορούσε ν’ αντιληφθεί την ουσία της, χωρίς να χρειαστεί να περάσει όσα πέρασε εκείνος το τελευταίο διάστημα. Μακάρι να ξυπνήσουν όλοι μια μέρα και να καταφέρουν να διαολοστείλουν όλους τους υπεύθυνους της μιζέριας τους. Τίποτα δε συγκρίνεται μ’ αυτόν τον τρόμο που αισθάνεται κανείς, όταν κινδυνεύει να χάσει τον άνθρωπό του. Ούτε σπίτια, ούτε δουλειά, ούτε λεφτά. Τίποτα.

  ‘’Ετούτα είναι βάσανα κι όχι τα περασμένα…’’ θυμάται τον πατέρα του να μονολογεί συνέχεια σαν χαμένος, τότε που έχασαν τη μάνα του. Έφυγε πρόωρα κι αυτή,  όταν ο Αργύρης ήταν στα πρώτα σκαλιά της εφηβείας. Δύσκολα κι εκείνα τα χρόνια του, τα παιδικά. Κάθε φορά που τα φέρνει στη θύμησή του, ένας κόμπος στρογγυλοκάθεται στο στομάχι του και δεν τον αφήνει να ηρεμήσει. Η φουκαριάρα η μάνα του, δούλευε μεροκάματα στα ξένα χωράφια, για να βοηθήσει τον πατέρα του και να μπορέσουν να θρέψουνε τα τέσσερα στόματα της οικογένειας. Ο πατέρας πάλι, έτρεχε απ’ τα ξημερώματα σε δυο τρεις δουλειές τη μέρα, για να μην τους λείψει τίποτα. Τα χαράματα, θυμάται αχνά, σάκιαζε βαμβάκι σ’ έναν φίλο του και φορτώνανε τις σάκες σε φορτηγά για να φύγουνε. Ύστερα έπινε ένα καφεδάκι βιαστικά στο πλαϊνό καφενείο και μόλις ξημέρωνε για τα καλά, τον περίμενε το μυστρί του κι η λάσπη στην οικοδομή για να λάβει το καθημερινό μεροκάματο. Κι ύστερα αργά το μεσημέρι που γυρνούσε στο σπίτι τους, με την ψυχή στο στόμα, μούσκεμα στον ιδρώτα, τσιμπούσε στα όρθια απ’ το τραπέζι που ’χε στρωμένο η μάνα του κι έφευγε ξανά για τα χωράφια. Να ποτίσει, να σκαλίσει, να τα φροντίσει κι αυτά, για να μπορέσουν να βγάλουν ένα έσοδο παραπάνω.

 Αργά τα βράδια όταν τα παιδιά πήγαιναν στα κρεβάτια τους, έμεναν οι γονείς του στην αυλή και μιλούσαν ψιθυριστά για την επόμενη μέρα και τις σκοτούρες που τους περίμεναν. Αυτή η ώρα θυμάται ο Αργύρης, του άρεσε πιο πολύ απ’ όλες τις άλλες. Ακόμα κι απ’ αυτές που γυρνοβολούσε στις γειτονιές του χωριού του και χόρταινε παιχνίδι με τους φίλους του στα σοκάκια του. Αυτή, ήταν γι’ αυτόν, η πιο όμορφη ώρα της μέρας του. Ν’ ακούει τους ψιθύρους των γονιών του και ν’ αποκοιμιέται ήσυχος, με τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου να τον ζαλίζει ευχάριστα.

 Όμορφα χρόνια! Κι ας ήταν δύσκολα για όλους. ‘’Τότε, δε μας ένοιαζε και τόσο, που τα παιδιά μας δεν είχαν παπούτσια να φορέσουν’’, θυμάται να του λέει ένας ηλικιωμένος, φίλος του πατέρα του, ‘’επειδή κανένα παιδί δεν είχε για να ζηλέψουν τα δικά μας… Τώρα εσείς, που τους τα είχατε όλα, δυσκολεύεστε με την κρίση και σας κακοφαίνεται να στερήσετε απ’ τα παιδιά σας πράγματα, που στην ουσία δεν τους είναι απαραίτητα…’’ Προφανώς, δεν εννοούσε τα παπούτσια ο άνθρωπος, αλλά όλα εκείνα που οι γονείς φροντίζουν να παρέχουν στα παιδιά τους για να μη ζηλεύουν τον διπλανό τους, κι ας μην το λέει η τσέπη τους.

 Πόσους καβγάδες δεν είχε ρίξει με τη γυναίκα του γι’ αυτά τα διαβολοτάμπλετ που μπήκαν στη ζωή τους και δεν αφήνουν όλου του κόσμου τα παιδιά, να βγουν στις πλατείες και να χορτάσουν παιχνίδι; Πόσες φορές δε διαφώνησαν  για τις δραστηριότητες που σώνει και καλά έπρεπε να στριμώξουν τα παιδιά στο πρόγραμμά τους; Η μεγάλη του κόρη η Γιώτα, δέκα χρονών κοριτσάκι και πού δεν έτρεχε κάθε μέρα. Μπαλέτο τρεις φορές τη βδομάδα, ρυθμική δυο φορές τη βδομάδα, πιάνο –μια φορά ευτυχώς–  συν το διάβασμα για το σχολείο, συν τα Αγγλικά στο φροντιστήριο. Πώς να τα καταφέρουν τα παιδιά όλ’ αυτά; Και ποιος είναι υπεύθυνος για το τόσο δύσκολο ωράριο που τους φόρτωσαν στην παιδική πλατούλα τους από τώρα; Οι γονείς βέβαια, ισχυριζόταν με σθένος ο Αργύρης στην Κική και τη μάλωνε που δεν έλεγε ποτέ ‘’όχι’’ στα παιδιά σε ό,τι της ζητούσαν.

 Ο μικρός τους ο Λευτέρης πάλι, μια σταλιά άνθρωπος, όταν άρχισε το σχολείο δεν τον έβλεπε το σπίτι σχεδόν καθόλου. Ξάπλωνε ο καημενούλης το βράδυ στον καναπέ, μέχρι να του φτιάξει η μάνα του το γάλα κι αποκοιμιόταν απ’ την κούραση στο λεπτό, ούτε τα ρούχα του δεν προλάβαινε να βγάλει. Μπάσκετ, κολυμβητήριο, Αγγλικά… και του χρόνου, του έλεγε η Κική μια μέρα, θα γραφτεί  και στο ποδόσφαιρο επειδή πάνε δυο φίλοι του. ‘‘Έλεος, ρε Κική! Και πότε θα παίζουν τα παιδιά;’’ Της φώναξε αυτός τότε αγανακτισμένος μήπως και την προσγειώσει.

 ‘Όλα αυτά, βέβαια, συνέβαιναν πριν η κρίση σφίξει για τα καλά τα λουριά σε όλα τα νοικοκυριά των ελληνικών σπιτιών. Έτσι και στο δικό τους, αναγκάστηκαν να μειώσουν πολλά από τα έξοδά τους κι αφού ο μισός μισθός του πήγαινε στις δραστηριότητες των παιδιών, κόπηκαν κι αυτές μια μια. Κράτησαν μονάχα, με νύχια και με δόντια, που λένε, τα Αγγλικά των παιδιών και το μπαλέτο της μικρής για να μην τη σταματήσουν στη μέση της χρονιάς. Βέβαια, αυτό το έξοδο, δεν το λογάριαζε η Κική για δικό τους, επειδή το μπαλέτο το έκανε δώρο η μάνα της στη μικρή. Ο Αργύρης νευρίαζε μ’ αυτή τη λογική της και της έλεγε,  πως μ’ αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να κλείσουν καμία ‘’άλλη τρύπα’’, να καλύψουν κάποιο έξοδο τέλος πάντων πιο σημαντικό. Οι γυναίκες όμως, κατέληγε μετά από σκέψη πολλές φορές, βλέπουν τα πράγματα εντελώς διαφορετικά.

  Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το στήθος της γυναίκας του με κόπο κι έκοψε τις σκέψεις του στα δυο. Πλησίασε ακόμα πιο κοντά στο πρόσωπό της και την ακούμπησε μαλακά στο μέτωπο για να ελέγξει τη θερμοκρασία της. Η νοσοκόμα που πέρασε πριν μια ώρα, τον βεβαίωσε πως της έπεσε ο πυρετός, αλλά θα ξαναγυρνούσε να τον ελέγξει σε καμιά ώρα, να έχει κι αυτός τον νου του καλού κακού, του σύστησε φεύγοντας αθόρυβα απ’ το δωμάτιο. Να έχει τον νου του… Και τι άλλο του μένει να κάνει τώρα πια; Να έχει τον νου του μην ανεβάσει πυρετό, να έχει τον νου του στην ανάσα της όλη νύχτα, να έχει τον νου του μη χρειαστεί κάτι και δεν είναι δίπλα της να τη φροντίσει.

Πέντε μήνες τώρα, δεν μπορεί να συγκεντρώσει το μυαλό του πουθενά αλλού. Ακόμα και τα παιδιά που τα έχει αφήσει στην αδερφή του να τα προσέχει, ακόμα κι αυτά, κάποιες φορές τα ξεχνάει από την κούραση κι όταν εκείνα τον παίρνουν τηλέφωνο να δούνε τι κάνει η μάνα τους και πότε θα γυρίσει αυτός στο σπίτι, για να περάσει να τα πάρει απ’ τη θεία τους, αισθάνεται ενοχές, που δεν τα νοιάστηκε όλη τη μέρα. Πάλι καλά που έχει και την αδερφή του! Κι είναι κοντά και βολεύεται να τ’ αφήνει. Πάλι καλά που έχει κι έναν άνθρωπο να τον συμμερίζεται και να τον συντρέχει αυτές τις δύσκολες ώρες. Αλλιώς τι θα έκανε; Αναλογίζεται συνέχεια τον τελευταίο καιρό, από τότε που ‘’τους βρήκε το κακό’’. Έτσι θυμάται έλεγαν στο χωριό του παλιά, όταν κάτι άσχημο συνέβαινε στη ζωή κάποιου. Άσε που τον καρκίνο, ούτε που τολμούσε να τον συλλαβίσει κανένας, ‘’έχει εκείνο, το ξορκισμένο…’’ έλεγαν κι έφτυναν στον κόρφο τους όταν κάποιος αρρώσταινε σοβαρά.

 Η γυναίκα του, όμως, δε δίστασε καθόλου να τον συλλαβίσει και να τον ενημερώσει για την κατάστασή της, όταν έμαθε για πρώτη φορά την αρρώστια της απ’ τους γιατρούς. ‘’Έχω καρκίνο Αργύρη…’’ του είπε ένα μεσημέρι, που γύρισε σπίτι τους και του είχε στρώσει το τραπέζι να φάει, όπως έκανε κάθε μέρα. Κι ο Αργύρης, ένιωσε να χάνει πρώτη φορά στη ζωή του τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Την κοιτούσε σαν χαμένος, ίσια στα μάτια, με το πιρούνι στο χέρι έτοιμος να βάλει την πρώτη μπουκιά στο στόμα του. Το τραπέζι ήταν στρωμένο μπροστά του κι η γυναίκα του όρθια στο νεροχύτη, όπως κάθε μεσημέρι, μόνο που σήμερα, του έλεγε πως έχει καρκίνο. Τα παιδιά τους έπαιζαν στο σαλόνι κι ακούγονταν οι φωνές τους, που μάλωναν μεταξύ τους για το κοντρόλ της τηλεόρασης και το πρόγραμμα που θα δούνε. Όπως κάθε μεσημέρι, έτσι και σήμερα. Τίποτα δεν άλλαξε, σκέφτηκε ο Αργύρης κρατώντας το πιρούνι ακόμα στα χέρια του, μονάχα που η γυναίκα του τού έλεγε πως έχει καρκίνο. Έτσι απλά. Δίχως καμιά εισαγωγή στο θέμα. Σαν να του έλεγε, πως το απόγευμα θα πάει με τα παιδιά στο μάρκετ της γειτονιάς ή πως ο μικρός έκανε ζημιά κι έσπασε την κορνίζα στο κομοδίνο τους, όπως του είπε χθες το μεσημέρι, που έκατσε να φάει πάλι μόνος του επειδή είχε καθυστερήσει στο συνεργείο που δούλευε τελευταία.

 Έτσι απλά, χωρίς κανένα φόβο για τη λέξη που ξεφούρνισε στα καλά του καθουμένου. Δεν είπε, ‘’είμαι άρρωστη’’, δεν είπε ‘’βγήκαν οι εξετάσεις και δεν ήταν καλές’’, ούτε ότι ‘’ο γιατρός μού είπε πως μπορεί να έχω κάτι άσχημο…’’ Δεν είπε τίποτα τέλος πάντων, για να κουκουλώσει λίγο τη συμφορά που τους βρήκε στα καλά καθούμενα! Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη έρχονται οι συμφορές δίχως να σε προειδοποιήσουν καθόλου τελικά; Έτσι έφυγε κι ένας γνωστός τους τις προάλλες, θυμήθηκε ο Αργύρης, -εκείνη ακριβώς τη στιγμή που κοιτούσε ίσια στα μάτια την Κική- έβλεπε τηλεόραση ο άνθρωπος κι έπαθε ανακοπή. Στα καλά καθούμενα!

Προσπαθούσε να διαβάσει τα μάτια της εκείνη την καταραμένη ώρα, αφού η φωνή του δεν έλεγε να βγει απ’ το λαρύγγι του. Και πώς θα μπορούσε να σκεπαστεί μια τέτοια συμφορά που ήρθε σαν ξαφνική καταιγίδα, σαν σφοδρή ανοιξιάτικη μπόρα, στη λιακάδα της ζωής τους να μαυρίσει τον ουρανό τους; Με ποιες λέξεις θα ντυνόταν πιο όμορφα μια τέτοια συμφορά; Αναρωτιόταν αργότερα, καθώς έφερνε στον νου του ξανά και ξανά τα λόγια της.

ΦΟΒΟ. Αυτό διάβασε γραμμένο ξεκάθαρα στο γαλανό της βλέμμα. Φόβο για το σήμερα, για το αύριο, για το μετά. Φόβο για τα παιδιά που θα μείνουν μόνα τους. Φόβο και γι’ αυτούς τους δυο που θα χωριστούνε για πάντα. Αυτός, ο ίδιος φόβος για το άγνωστο, φώλιασε από εκείνο το μεσημέρι μέσα του και του τραγάνιζε κι αυτουνού τα σπλάχνα. Αυτός, ο ίδιος φόβος, που διάβασε στα μάτια της γυναίκας του εκείνο το μεσημέρι, σκίασε και το δικό του βλέμμα από τότε κι έμεινε μόνιμα εκεί, να τον διακρίνει στον καθρέφτη  όποτε αντίκριζε τον εαυτό του.

  Αυτή η μεσημεριανή σκηνή που του ανακοίνωσε η Κική το πρόβλημά της, έχει στοιχειώσει τον ύπνο και τον ξύπνιο του. Αυτή η ανακοίνωση, που έμελλε ν’ αλλάξει τη ζωή τους για πάντα, ξέρει καλά, πως δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ, όσο κι αν προσπαθεί να την αποδιώξει όταν περνάει από μπροστά του σαν σκηνή από ταινία. Ωστόσο, ποτέ δεν τα καταφέρνει να την έχει ακέραιη στη μνήμη του. Όλο κάτι προσθέτει ή κάτι αφαιρεί. Δε θυμάται ποια ήταν η πρώτη του κουβέντα μετά απ’ τα λόγια της γυναίκας του.  Ήταν τόσο σαστισμένος, που δεν έβρισκε καμία κατάλληλη λέξη να της πει. Κι όσο εκείνη συνέχισε να τον καρφώνει με τα μάτια της, περιμένοντας την αντίδρασή του, τόσο αυτός γύρευε μάταια μια λέξη κατάλληλη να ψιθυρίσει.

 Τι της είπε τελικά; ‘’Ποιος σου το ‘πε;’’ Τη ρώτησε με μια βραχνή, ξένη φωνή, που δεν την αναγνώριζε για δικιά του. Άκου ερώτηση! Ποιος της το ‘πε… Σαν ποιος θα της το έλεγε δηλαδή; Ποιον περίμενε; Τον περιπτερά ή τη γειτόνισσα να της το πει; Χαζή ερώτηση, παραδέχτηκε σχεδόν αμέσως από μέσα του όταν την ξεστόμισε.

‘’Ο Κωνσταντίνος, ποιος άλλος; Βγήκε η βιοψία σήμερα το πρωί…’’ του απάντησε η Κική με μια ψυχραιμία αξιοθαύμαστη. Κι αυτός, δε ρώτησε τίποτα άλλο. Σηκώθηκε από το τραπέζι, πήγε στο νεροχύτη, ήπιε ένα ποτήρι γεμάτο κρύο νερό κι ύστερα γύρισε στην Κική που τον ακολουθούσε με το βλέμμα της και της είπε πως θα βγει για λίγο, πως έχει ανάγκη από αέρα. Πνιγότανε στ’ αλήθεια. Ένιωθε πως το οξυγόνο του είχε μειωθεί και δεν μπορούσε ν’ ανασάνει.

 Γιατί δεν την πήρε μια αγκαλιά; Γιατί δεν άφησε τη συγκίνησή του να εκδηλωθεί μπροστά της; Γιατί δεν της ψιθύρισε ένα ‘’σ’ αγαπάω’’; Γιατί οι άντρες είναι τόσο κόπανοι και δεν ξέρουν πώς πρέπει να φερθούν σε μια γυναίκα; Στη γυναίκα τους; Ρωτούσε τον εαυτό του τα πρώτα βράδια, όταν αναλογιζόταν εκείνη τη στιγμή, που παράτησε την Κική στη μέση της κουζίνας άφωνη, να τον ακολουθεί με το χαμένο βλέμμα της, μέχρι που βγήκε κι έκλεισε πίσω του την πόρτα.

 Βγήκε απ’ το σπίτι σαν χαμένος κι έτρεξε να βρει τον γιατρό της, τον παιδικό της φίλο, τον Κωνσταντίνο. Εκείνος ανέλαβε από την αρχή όλες τις εξετάσεις της. Όλος του ο θυμός κι η οργή που αισθάνθηκε όταν έμαθε για την αρρώστια της, στράφηκαν προς σ’ αυτόν. Λες κι αυτός ευθυνόταν για την κατάστασή της. Γύρευε απελπισμένα κάπου να ξεσπάσει και διάλεξε εκείνον που την ενημέρωσε για το κακό που τους βρήκε.

 Μόνο ξύλο που δεν παίξανε οι δυο τους. Ο Αργύρης δηλαδή, στο τσακ συγκρατήθηκε και δεν του όρμησε. ‘’Γιατί;’’ τον ρώτησε αμέσως όταν άνοιξε την πόρτα του ιατρείου του κι αντάμωσε το βλέμμα του. ‘’Γιατί της το είπες εκείνης πρώτα; Γιατί δεν μ’ ενημέρωσες; Γιατί δεν της έδωσες καμιά ελπίδα; Τι διάολο σας μαθαίνουνε τόσα χρόνια στα θρανία σας; Δεν είστε μια στάλα άνθρωποι εσείς; Δε συμμερίζεστε την αγωνία του άλλου; Λέγονται αυτά τα πράγματα έτσι στην ψύχρα; Καινούργια μέθοδος είν’ αυτή; Πώς ξεστομίζεις τέτοια λέξη σε μια γυναίκα; Σε μια μάνα;’’

  Ώσπου κουράστηκε να φωνάζει και να μονολογεί κι άφησε το σώμα του να πέσει σαν άδειο σακί στην πολυθρόνα μπροστά του. ‘’Αργύρη ηρέμησε. Πες μου τι θ’ άλλαζε αν γινόταν κάτι απ’ όλα αυτά που ανέφερες και μετά θα σου απαντήσω κι εγώ σ’ όλες τις ερωτήσεις σου…’’ ακούστηκε η λυπημένη  φωνή του Κωνσταντίνου να τον προσγειώνει.

 ‘’Γιατί η Κική κι όχι ο πατέρας μου; Γιατί αυτή κι όχι εγώ;’’ ψιθύρισε στο τέλος ανήμπορος για κάθε άλλη αντίδραση.

 

 Δε θυμάται να έκλαψε ποτέ μπροστά στη γυναίκα του.  Ή μήπως έκλαψε; Ναι έκλαψε. Ένα βράδυ χωμένος στον κόρφο της, όταν προσπάθησαν να κάνουν έρωτα και δεν τα κατάφεραν. Μετά από μια βδομάδα βουβαμάρας μεταξύ τους, όταν πια προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τις οδηγίες του γιατρού και να χωνέψουν όσα τους συνέβαιναν, κάθονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους και κοίταζαν το ταβάνι κι οι δυο για ώρα. Ύστερα η Κική, άπλωσε το χέρι της και τράβηξε το δικό του. Το ακούμπησε πάνω στο στήθος της, γυρεύοντας ένα χάδι. Κι αυτός κοκάλωσε απότομα με το άγγιγμά της. Ανατρίχιασε σύγκορμος με την επαφή τους. Λες και την άγγιζε για πρώτη φορά. Ήθελε τόσο πολύ να μυρίσει τον κόρφο της, να φιλήσει τον λαιμό της και ν’ ανασάνει το άρωμά της. Ήθελε τόσο πολύ να την πάρει στην αγκαλιά του και να της ψιθυρίσει λόγια αγάπης, λόγια που δεν κατάφερε ποτέ να της πει τόσα χρόνια που ήταν κοντά της. Ήθελε τόσο πολύ να την κανακέψει σαν μωρό που γυρεύει τη φροντίδα του για να του πέσει ο πυρετός.

 Ήθελε και τι δεν ήθελε! Και δεν κατάφερε τίποτα απ’ όλα αυτά. Της χάιδεψε για ώρα την κοιλιά της, έκανε κύκλους με τα δάχτυλά του πάνω της κι εκείνη ανάσαινε αργά, αφήνοντας έναν μικρό αναστεναγμό να της ξεφεύγει, κάθε που το χέρι του ακουμπούσε πάνω της, λες και ηλεκτριζόταν. Δεν έκαναν έρωτα αυτό το βράδυ. Κανείς τους δεν ήταν σε θέση να δώσει στον άλλον αυτή την ευχαρίστηση. Ο Αργύρης, όταν κατάλαβε ότι δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί στο ερωτικό της κάλεσμα, σταμάτησε το παιχνίδι με την κοιλάδα της κοιλιάς της. Έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος της και ρούφηξε αχόρταγα το άρωμα απ’ τα μαλλιά της. Κι ύστερα, λούφαξε σαν μωρό στον κόρφο της κι άφησε τα δάκρυά του να κυλήσουν ελεύθερα και να μουσκέψουν το κορμί της. Έκλαιγε με αναφιλητά θυμάται, με παράπονο, σαν μικρό παιδί που το μάλωσαν ή δεν του έκαναν το χατίρι.

 

 Τις τελευταίες μέρες η Κική ήταν πολύ ήρεμη. Συνέχεια του μιλούσε για τα παιδιά. Δε σταματούσε να του δίνει οδηγίες για το αύριο. Το αύριο που θα ξημέρωνε μια μέρα κι αυτή θα έλειπε από κοντά τους για πάντα. Πόσο σθένος είχε η γυναίκα του τελικά! Με πόση αξιοπρέπεια και ψυχραιμία αντιμετώπισε τον άπληστο θάνατο που την πλησίαζε μέρα με τη μέρα! ‘’Με τα λεφτά του μπαλέτου που γλιτώσαμε, θα γράψεις τον μικρό στο ποδόσφαιρο, μου το υπόσχεσαι;’’ Τον ρώτησε μια φορά, όταν της έδινε το βραδινό της γιαουρτάκι. Εκείνος δε μιλούσε. Την άκουγε σιωπηλός και της κουνούσε καταφατικά το κεφάλι αντί γι’ απάντηση. Ένιωθε τα μάτια του να τον τσούζουν απ’ τα δάκρυα, που με πολύ κόπο προσπαθούσε να καταπνίξει. ‘’Να πάρεις κι ένα μπουκετάκι κι από μένα της Γωγώς μας, όταν θα πάτε στην παράσταση του μπαλέτου για να την καμαρώσετε. Απ’ τη μανούλα, να της γράψεις… που σε καμαρώνει από ψηλά.’’ Κι ήθελε τόσο να της φωνάξει να σταματήσει, να την παρακαλέσει να σταματήσει, γιατί δεν μπορούσε άλλο ν’ ακούει τη φωνή της να του μιλάει για το αύριο δίχως αυτήν… Δεν άντεχε. Κι όμως, την άφηνε να του μιλάει, της έκανε τη χάρη και την άφηνε να λέει ότι θέλει, αυτές τις τελευταίες ώρες που της απέμεναν κοντά τους.

 Ένα Σάββατο βράδυ που χάζευαν οι δυο τους ως αργά στη τηλεόραση μια εκπομπή με τραγούδια, η Κική στάθηκε σ’ ένα αγαπημένο της  του Νταλάρα και το σιγοσφύριζε κιόλας στο πλάι του. ‘’Όταν θα ‘χω φύγει μακριά σε κάποιο αστέρι… τίποτα να μη φοβάσαι, να με θυμάσαι… γιατί σ’ αγαπούσα πιο πολύ κι απ’ τη δική μου τη ζωή…’’ Αμέσως μετά αναζήτησε το χέρι του και του ψιθύρισε με βραχνή φωνή πως του το χαρίζει, για να τη θυμάται όποτε το ακούει. Ο Αργύρης δεν άντεξε άλλο την ένταση της στιγμής και πετάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο. Ίσα που πρόλαβε να βγει στο διάδρομο, μήπως και καταφέρει να πνίξει τα δάκρυά του. Δεν τα κατάφερε και λύγισε σε κάτι σκαλιά που βρήκε, έμεινε εκεί να κλαίει σαν μικρό παιδί με λυγμούς και παράπονο. Κάθισε για ώρα έξω, μονάχος, μέχρι να τον χτυπήσει  ο αέρας και να του στεγνώσει το πρόσωπο.

 Τα παιδιά δε δέχτηκε εκείνη να έρθουν στο νοσοκομείο να τη δούνε. Δεν ήθελε να τη δούνε σ’ αυτή την κατάσταση. Εβδομήντα κιλά γυναικάρα τον Γενάρη και τον Μάιο είχε μείνει η μισή. Ήταν δεν ήταν σαράντα κιλά, υπολόγιζε με το βλέμμα του ο Αργύρης κάθε φορά που την κοιτούσε. Και πονούσε πολύ, όταν τα μάτια του τη χάιδευαν.

 Η Κική άφησε την τελευταία της πνοή, στο δωμάτιο του νοσοκομείου, ένα βράδυ του Ιουνίου. Ξημέρωνε Κυριακή κι η αυγή εκείνη την ώρα, άρχισε να γλύφει το δωμάτιο με τα χρώματά της. Ο Αργύρης της κρατούσε το ισχνό χεράκι της μέσα στις παλάμες του. Το κατάλαβε όταν τον άφησε για πάντα. Το αισθάνθηκε. Άκουγε την ανάσα της που λιγόστευε κι άλλαζε ρυθμό. Κρατούσε κι αυτός την ανάσα του για να μην την ενοχλήσει. Κάθισε κοντά της για πολλή ώρα, έκλαψε στον κόρφο της, μούσκεψε τα μαλλιά της, τη φίλησε για τελευταία φορά στα υγρά της χείλη. Κι ύστερα, πάτησε το κουμπί πάνω απ’ το προσκεφάλι της για να ειδοποιήσει τις νοσοκόμες.

  Την επόμενη μέρα την αποχαιρέτησαν για πάντα όλοι οι δικοί της. Στο τέλος της τελετής, έμεινε ο Αργύρης με τα παιδιά τους λίγα λεπτά ακόμα κοντά της. Τα παιδιά, της έριξαν ένα τελευταίο λουλουδάκι κι έμειναν σιωπηλά στο πλάι του να τον κοιτάνε. ‘’Σ’ αγαπάμε Κική, θα σ’ αγαπάμε για πάντα…’’ της είπε από μέσα του κι έπιασε τα παιδιά του απ’ το χέρι για να φύγουνε. Η κόρη του πέρασε το χεράκι της αγκαζέ στο δικό του. Κι ο γιος του, του έσφιξε την υγρή παλάμη του μέσα στη μικρή χούφτα του, για να του δώσει κουράγιο. Τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό του κι η θλίψη έσταζε αργά μέσα του σαν τις σταγόνες της βροχής.  Περπάτησαν οι τρεις τους προς την έξοδο του κοιμητηρίου κι άφησαν πίσω τους την Κική, για πρώτη φορά μόνη της, να κοιμηθεί με τη συντροφιά των αγγέλων. Μόνοι τους κι αυτοί θα περπατούσαν πια στο αύριο, τα παιδιά του ορφανά από μάνα κι αυτός χωρίς τον σύντροφό του, συλλογίστηκε, όπως η ματιά του αγκάλιασε στοργικά τα παιδιά. Κι η καρδιά του ράγισε σε χίλια κομμάτια.