«Τα Θεριά της Μεσογείου» Διαβάστε τις πρώτες δύο σελίδες του βιβλίου της  Νεκταρίας Ζαγοριανάκου,  αποκλειστικά από το  greekaffair.gr  για εσάς, λίγο πριν την κυκλοφορία του στις 2 Δεκεμβρίου 2014.

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

0001 (1)

 

Βενετία, Κάμπο ντει Γκρέτσι, 1645μ.Χ.

Εμμανουήλ Θαλασσινός. Η γέννηση της Αφροδίτης.

Είχε ήδη νυχτώσει. Ένα αχνό, σκουρόχρωμο πέπλο κάλυπτε την πόλη και εμένα μαζί της. Το σκοτάδι με αγρίεψε. Έπρεπε να φτάσω στο σπίτι νωρίς, με είχαν ειδοποιήσει από ώρα, το μήνυμα που μου είχαν στείλει ήταν ξεκάθαρο… ελάτε το συντομότερο…μα εγώ είχα καθυστερήσει. Είχα βρει ένα σωρό εκκρεμότητες που έπρεπε να τακτοποιήσω για την επόμενη μέρα. Εσκεμμένα; Άθελά μου; Το πιο πιθανό. Δεν ξέρω. Οι πόνοι της γέννας του πρωτότοκου παιδιού μου είχαν ξεκινήσει, θα γινόμουν πατέρας από στιγμή σε στιγμή, μα η υγρασία και το κρύο του χειμώνα της Βενετίας μου περόνιαζαν τα κόκαλα και δυσκόλευαν πολύ το περπάτημα μου, αυτή ήταν η αλήθεια, είχα πείσει τον εαυτό μου ότι για όλα έφταιγε ο καιρός. Ο δυνατός αέρας είχε αγριέψει τη θάλασσα κι εκείνη με τη σειρά της χτυπούσε αλύπητα τις γόνδολες που ήταν δεμένες στο Μπατσίνο Σαν Μάρκο. Οι γονδολιέρηδες με γρήγορες κι επιδέξιες κινήσεις μανούβραραν τα πλεούμενα τους ώστε να βρουν απάνεμα σημεία για να τα προφυλάξουν. Η παλίρροια έκανε πάλι τα δικά της παιχνίδια και η πλατεία του Αγίου Μάρκου έχει γεμίσει νερό που έφτανε κοντά στο ένα μέτρο. Μα η Βενετία είναι συνηθισμένη σε τέτοια καμώματα και παραμένει γαλήνια. Σε αντίθεση με εμένα. Δεν μπορώ να βρω γαλήνη. Κάτι τέτοιες νύχτες νοσταλγώ τον τόπο μου, την Κρήτη, που ο αέρας της ήταν στο πρόσωπό μου χάδι. Κάτι τέτοιες νύχτες θα ήθελα να είχα κοντά μου τα αδέρφια μου, θα ένιωθα πιο δυνατός, θα μου έδιναν κουράγιο, θα με συμπονούσαν όπως έκαναν πάντα, άλλωστε ήμουν ο μικρότερος, ήμουν ο βενιαμίν της οικογένειας. Μα εκείνοι είχαν μείνει πίσω στο νησί.

Το φευγιό μου από την Κρήτη, το είχε αποφασίσει ο πατέρας μου, ο Μανούσος Θαλασσινός, σαν κατάλαβε το μεγάλο χάρισμα που μου είχε χαρίσει γενναιόδωρα ο Θεός. Στα αυτιά μου ηχούν ακόμη τα λόγια που έλεγε στους συγχωριανούς του για να με παινέψει. «Ο Εμμανουήλ, σαν πιάνει το πινέλο του στο χέρι κάνει θαύματα, ακόμα και εμάς τους άγριους Κρητίκαρους, σαν ξεκινά να μας ζωγραφίσει σαν αγγέλους μας φτιάχνει!» Μα βαθιά μες στη ψυχή μου το ήξερα, το ένιωθα, ο πατέρας μου ντρεπόταν για λογαριασμό μου. Κόντευα δεκάξι χρονών τότε και οι συνομήλικοι μου είχαν ήδη πιάσει σπαθί στα χέρια τους και προστάτευαν το βιός τους, ενώ εγώ είχα πιάσει τα πινέλα.

IMG_0591_pp2small

Ο πατέρας μου, με το γερακίσιο βλέμμα του, μ’ ακολουθούσε παντού, ένιωθα τη ματιά του κι ανατρίχιαζα. Με ζύγιαζε για να κάνει λογαριασμό και τον έκανε στο τέλος, μόνο που εμένα δε μου άρεσε καθόλου. Μου ανακοίνωσε την απόφασή του να με στείλει στη Βενετία σαν έμπαινε η άνοιξη, τότε που η Κρήτη ολάκερη έμοιαζε μ’ ένα μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει. Πόνεσα πολύ εκείνη τη μέρα. Μέσα σε μια στιγμή, γλίστρησε και χάθηκε ο παράδεισος μέσα από τα δυο μου χέρια. «Εμμανουήλ, παιδί μου, πήρα μιαν απόφαση και πριν στη μολογήσω θέλω να σου πω, πως εύκολη δεν ήτανε. Η σκέψη μου παίρνει σάρκα απ’ όλα όσα έχουν δει τα δικά μου μάτια, τα μάτια του δικού μου πατέρα και των προγόνων μας. Κοίτα ολόγυρα και θαύμασε τον τόπο που όρισε ο Θεός να γεννηθούμε και θα σου ανοίξει η καρδιά σαν τριαντάφυλλο, κοίτα τα βουνά και τη θάλασσα μας. Σαν όνειρο μοιάζουνε! Μα μες στη γενναιοδωρία του θέλει και να μας δοκιμάσει, να δει άμα την αξίζουμε ετούτη εδώ τη γη, γι’ αυτό και μας σβερκώνονται αφεντάδες, μα εμείς αφεντάδες δε γνωρίζουμε! Οι Βενετοί τόσα χρόνια πίνουν το αίμα μας, γεύονται τον πλούτο του τόπου μας. Σήμερα είναι αυτοί, αύριο θε νά ‘ρθουν άλλοι, οι Οθωμανοί λιγουρεύονται κι εκείνοι ετούτο εδώ το θαύμα που το λένε Κρήτη!». «Τι φοβάσαι πατέρα;». Το μούτρο του αγρίεψε, συννέφιασε σαν τον ουρανό πριν από τη μπόρα. «Εγώ δε φοβάμαι τίποτα, μόνο το Θεό! Ετούτη η ζωή είναι δανεική, εσύ φοβάσαι γιέ μου. Σαν θε να ρθει η ώρα να βγεις στα βουνά να πολεμήσεις, θα βγεις;». Έσκυψα το κεφάλι και κοίταξα το χώμα που πήγαινε δειλά-δειλά να πρασινίσει. Ένα σφίξιμο ένιωσα να δένει τα σωθικά μου κόμπο, μα μάζεψα όσο θάρρος μπόρεσα και του αποκρίθηκα. «Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να βρει τον τρόπο για να είναι χρήσιμος». Ο πατέρας μου με κοίταξε με επιδοκιμασία και μου απάντησε «Ακριβώς αυτό σκέφτηκα και εγώ. Μιας και δεν μπορείς να πιάσεις σπαθί να πολεμήσεις, εσύ θα τους πολεμήσεις με τα πινέλα σου. Εσύ, ο Εμμανουήλ Θαλασσινός θα πάς στη Βενετία και θα γίνεις μέγας και τρανός, θα υποκλιθούν οι Βενετσιάνοι σ’ έναν Κρητικό!» Η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια μου.  «Που να πάω; Στη Βενετία; Πατέρα γιατί θέλεις να φύγω; Γιατί με διώχνεις από τον τόπο μου; Δε με θες στα πόδια σου; Σε ντροπιάζω με τις ζωγραφιές μου, αυτή είναι η αλήθεια, γιατί δε μου τη λες κατάματα; Που θα πάω μοναχός δίχως τα αδέρφια μου σε ξένη γη;» «Εμμανουήλ, είσαι γιος μου, είσαι αίμα μου, μα η φτιαξιά σου…», δαγκώθηκε ο γέρο- Κρητίκαρος. Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε προς τη θάλασσα, λες και το θάρρος που έψαχνε να βρει θα του το έδινε εκείνη.

«Η φτιαξιά σου παιδί μου δεν κάνει για την Κρήτη! Εδώ ο τόπος μας έχει ανάγκη από στρατιώτες, έχει ανάγκη από χέρια στιβαρά για να δουλέψουν στη γή μας, έχει ανάγκη από άντρες σκληρούς που αψηφούν τα πάντα. Εσύ είσαι διαφορετικός. Έχεις μεγάλο ταλέντο. Έχεις άλλα όπλα εσύ, Εμμανουήλ. Εσύ μιλάς στην ψυχή του ανθρώπου δίχως λόγια, εσύ έχεις χάρισμα κι εγώ που είμαι ο πατέρας σου το κατάλαβα και νιώθω καλά που έχω το θάρρος να σου ανοίξω το δρόμο που θα σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένο. Θα πάς εκεί που πρέπει. Θα μορφωθείς. Να ανοίξουνε τα μάτια σου, να γίνεις ονομαστός αγιογράφος. Να τιμήσεις τ’ όνομά μου. Να τιμήσεις τ’ όνομα της Κρήτης.» «Πατέρα και εδώ στο Χάνδακα έχουμε άξιους αγιογράφους. Όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ήρθαν εδώ, στην Κρήτη. Εδώ ρίζωσαν, εδώ κάθισαν κι έδειξαν την τέχνη τους στους νεότερους. Η φήμη τους ξεπερνά τη θάλασσά μας. Οι αγιογράφοι μας δημιούργησαν σχολή, έχουν παραγγελίες για βυζαντινές εικόνες από όλη την οικουμένη. Θα μαθητεύσω δίπλα τους. Θα γίνω ο καλύτερος, πατέρα. Στο λόγο της τιμής μου. Πίστεψε με. Άσε με δω, άσε με ν’ ανασαίνω τον αγέρα μας, να πατώ το δικό μας χώμα.» «Οι Βενετοί είναι μπροστά, είναι μορφωμένοι, κοίτα πώς επισκεύασαν το φρούριο του Χάνδακα, ήρθαν οι μηχανικοί τους, οι αρχιτέκτονες και το έκαναν απόρθητο! Κι εμείς; Που ήταν οι Κρητικοί; Κουβαλούσαμε τις πέτρες κι ακούγαμε τις διαταγές τους για ένα ξεροκόμματο. Θα φύγεις, ακούς; Θα πάς στη Βενετία να σε διδάξουν, μες στην καρδιά της θαλασσοκράτειρας κι ύστερα θα μπεις μες στην καρδιά τους».

IMG_0539_pp_small

 

Οπισθόφυλλο:

Γεννήθηκε στη Μάλτα και τον λένε Αυγουστίνο. Γεννήθηκε στη Μάνη και τον λένε Γρηγόρη. Κι οι δυο την ίδια νύχτα πήρανε την πρώτη ανάσα, κάτω από τα ίδια αστέρια, το 1645, τότε που ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στους Βενετούς και τους Τούρκους… για την Κρήτη… για τον Χάνδακα. Δυο φαινομενικά άσχετοι άνθρωποι, δεμένοι όμως με μια αόρατη αλυσίδα. Και μια Βενετσιάνα καλλονή γεννημένη από Κρητικό πατέρα. Ακολουθώντας τις περιπέτειες της ζωής τους, μπαρκάρουμε με ατρόμητους Μανιάτες πειρατές, μπαίνουμε σε μεγαλόπρεπα βενετσιάνικα παλάτια, κλεινόμαστε σε σκοτεινά μπουντρούμια της Πόλης και καιγόμαστε στη φλόγα ενός απαγορευμένου έρωτα.

low res (2)

 

αποκλειστικότητα: greekaffair.gr