‘’Ο πιο όμορφος καουμπόης’’ της Νίκης Μπλουτή

 

Η πιο μεγάλη φωτιά είναι και φέτος η δικιά μας! Όλα τα κορίτσια έχουνε μαζευτεί στη γειτονιά μας και τραγουδάνε “τις μεγάλες Αποκρές” και πηδάνε τη φωτιά μας πέρα-δώθε και κοιτάζουνε κρυφά εμάς τ’ αγόρια που τα κοιτάζουμε φανερά δίχως να ντρεπόμαστε. Να και τα Βουτζουμόπ’λα που ήρθαν με τη συνοδεία της θεια-Μαριγώς για να μην κοτάει να τα πειράξει κανένας. Να κι η Βαρβάρα που ’ρθε φέτος στη δικιά μας φωτιά κι ας έχουν στη γειτονιά της, τής αγίας Τριάδας, ανάψει δικιά τους τ’ αγόρια. Αυτή προτιμάει τη δική μας! Τον Γιώργη τον έστειλα κρυφά σ’ όλες τις φωτιές του χωριού να δούμε ποιος έχει την πιο μεγάλη. Πήγε σ’ όλες και στην αγία Τριάδα και στου Αϊ-Γιώργη και στου Ψυρρή κι απ’ όλες η καλύτερη είναι τ’ Αϊ-Δημήτρη του Μυροβλήτη, δηλαδή η δικιά μας. Ας είν’ καλά ο χριστιανός ο παπάς που μας βοήθησε και μάζεψε τόσες αγκαλιές φάνες και φέτος. Έχουνε μαζευτεί κι όλοι οι μεγάλοι κι όλα τα πιτσιρίκια. Ο παπάς έφερε και την παρέα του, ως κι ο παπαδογιός κατέβηκε.

Η Αγγέλα μας χοροπηδάει πέρα-δώθε, αλλά μακριά απ’ τη φωτιά γιατί τη φοβέρισα απ’ την αρχή να μην πάρουν καμιά φωτιά τα τούλια της και τρέχουμε χρονιάρα μέρα. Μοιάζει με μπομπονιέρα! Κι όλο γελάει και τραγουδάει… Ευτυχώς που η γιαγιά δεν τσιγκουνεύτηκε φέτος στο χαρτζηλίκι μου κι αγόρασα πολλές στράκα στρούκες. Όλο το δικό μου όπλο ακούγεται και τα κορίτσια κάνουν τάχα μου πως φοβούνται, μα όλες εμένα κοιτάνε, αλλά εγώ μόνο τη Βαρβάρα για να μη θυμώσει. Είναι παραπονιάρα, την ξέρω.

 Ήρθαν κι οι καρακάξες οι φίλες της γιαγιάς, αλλά απόψε δε με πειράζουνε. Καλύτερα που τις φώναξε για να κάνουμε μπούγιο. Όλο χασκογελάνε πονηρά κι ο καψερός ο παπάς έκοψε πέρα και κάθεται παράμερα με τον παπαδογιό του. Μπααα! Πώς το ’παθε τούτος; Πολύ γελαστός είναι σήμερα… Σαν να μου φαίνεται πως κοιτάζει κι αυτός τα κορίτσια που πηδάνε τη φωτιά. Ή όχι; Τι κάνει αυτός ρε; Χαζεύει και χαμογελάει στη Φωτούλα μας που είναι απέναντι με την αδερφή του; Δεν είμαστε καλά! Που ’ναι για τα μούτρα του η Φωτούλα με τέτοια ομορφιά και χάρη. Να μην ξεχάσω αύριο να το πω της γιαγιάς, να του το ξεκόψει. Αυτοί οι δυο έχουνε βάλει νόμο και κόπο να μας πάρουν τη Φωτούλα μας. Μην τη βάλει για τα καλά στο μάτι τούτος και μας την κάνουνε στο τέλος παπαδιά σαν τη μάνα του, με φουστάνι μακρύ και μαντήλα… Στο κάτω-κάτω, εγώ θ’ αποφασίσω μια μέρα σε ποιον θα τη δώσουμε. Να μην ξεχάσω να το πω κι αυτό στη γιαγιά και να τη φοβερίσω με το άγριο ύφος που παίρνω και πιάνει.

Ο Λάμπρος κι ο Γιώργης με τραβάνε να πηδήξουμε κι εμείς, να δούμε ποιος θα πάει πιο ψηλά. Εγώ έχω τον νου μου στη Βαρβάρα να μη φύγει κι όλο την κοιτάω. Να δεις που θα με περάσουν οι βλάκες και θα με ρεζιλέψουνε στα μάτια της. Τελικά πάλι δίκιο είχε η γιαγιά. Τι κι αν είναι πολλοί οι καουμπόηδες; Αφού εγώ ξεχωρίζω. Είμαι ο πιο όμορφος! Το λένε τα μάτια όλων των κοριτσιών.

 

Στο χωριό μας, ο μπαρμπα-Θεοδόσης που ’χει το ψιλικατζίδικο στον δρόμο για το νεκροταφείο και πουλάει και τις μπογιές που βάφουνε οι γυναίκες τα ρούχα, ετοιμάζει κάθε χρόνο καρναβάλι. Μαζεύει πολλούς άντρες να τον βοηθήσουνε ένα μήνα πρωτύτερα κι αναλαμβάνουνε όλοι να κάνουν από μία δουλειά. Παίρνουνε μέρος πολλοί ντυμένοι μασκαράδες και στολίζουν τα τρακτέρια με τις πλατφόρμες σαν άρματα. Μαζεύεται όλο το χωριό το μεσημέρι για να το δει, γιατί πάντα έχει πολλή πλάκα κι ύστερα όσοι έχουνε μέσον, πάνε και σ’ ένα άλλο καρναβάλι που γίνεται σ’ ένα διπλανό μεγαλύτερο χωριό. Η γιαγιά που ψοφάει για χανταβάρα, μαζεύει όλες τις φιλενάδες της στην πλατεία να δούνε πρώτα το δικό μας και να κουρκουσουρέψουνε και μετά επειδή δεν έχουμε δικό μας μέσον, κολλάει όλο του παπά να μας πάει και στο άλλο με το φορτηγάκι του. Αυτός ο καψερός δε θέλει και κάθε χρόνο της εξηγάει πως η θρησκεία είν’ αντίθετη μ’ αυτά τα “ειδωλολατρικά πράματα” κι ότι δεν κάνει ένας παπάς να δίνει το παρόν σε τέτοιες εκδηλώσεις. Τώρα αλήθεια ή ψέματα λέει, επειδή βαριέται να μας πάει πέρα δώθε καβάλα, δεν το ’χω καταλάβει, αλλά η γιαγιά τον καταφέρνει πάντα αφού δεν μπορεί να της χαλάσει το χατίρι. Δεν έρχεται όμως ποτέ κοντά μας να δει κι αυτός το καρναβάλι. Πάει για καμιά ώρα σ’ ένα απόμερο καφενείο να πιει τα ουζάκια του και να φάει τα σαλαμάκια του γιατί από αύριο δε θα μπορεί, επειδή θα νηστέψει κι όταν τελειώνει το καρναβάλι με στέλνει εμένα η γιαγιά και τον φωνάζω για να μας ξαναγυρίσει στο χωριό.

Πέρσι είχαμε πολλή πλάκα. Ο Γιώργης είχε μια ωραία ιδέα, για να πάρουμε κι εμείς μέρος στο καρναβάλι. Έπρεπε όμως, πρώτον να μας αφήσουνε οι δικοί μας, δεύτερον να ρωτήσουμε τον μπαρμπα-Θεοδόση αν μπορούμε να πάρουμε κι εμείς μέρος και τρίτον να δεχτεί η θεια-Μαρίνα να μας δώσει τον γάιδαρό της για να τον κάνουμε άρμα. Ευτυχώς κι οι τρείς είπαν ναι κι έτσι σπάσαμε το κεφάλι μας με τα παιδιά να βρούμε κάτι αστείο να κάνουμε με τον γάιδαρο για να γελάσει ο κόσμος και να περάσουμε κι εμείς καλά. Το πρακτορείο είχε κατουρηθεί απ’ τη χαρά του που θα ’βλεπε τον γάιδαρό της στο καρναβάλι και μας είπε μάλιστα να τον ντύσουμε πρόεδρο, όπως φώναζε κι η Βουγιουκλάκη τον δικό της στην τηλεόραση κι η γιαγιά τη σιγοντάριζε και γέλαγε ευχαριστημένη. Ήθελε να δει λέει τα μούτρα του κοντοστούπη του προέδρου μόλις θα ’βλεπε τον γάιδαρο με τ’ όνομά του κι ύστερα άρχισαν να χαχανίζουνε μαζί με το πρακτορείο και την Αγγέλα μας που νόμιζε πως αυτή θα την είχαμε στον γάιδαρο καβάλα.

’Όταν όμως είπαμε στον παπά όλοι μαζί τα καθέκαστα, αυτός μας αγρίεψε κι είπε “όχι μωρέ παιδιά μ’ και να τον κάνετ’ γάιδαρο, μετά θα σας βάλει στο μάτ’ και δε θα σας βγει σε καλό, άσε που θα πονηρευτεί πως ήταν δικιά μας ιδέα Αγγελική”, είπε στο τέλος στη γιαγιά μου κι αυτή άρχισε ξανά να χασκογελάει λες και της καθαρίζαν αβγά κι αμέσως μετά αγρίεψε με τα λόγια του παπά και του ’πε… “Σώπα μωρέ, που φοβάσαι τον αλλοίθωρο. Κι άμα πονηρευτεί τι θα μας κάν’ στο κάτ’-κάτ’; Σάματις τώρα τα ’χουμε καλά; Ας τα παιδιά χριστιανέ μ’ να γελάσ’νι λίγο που όλο την καταστροφή φέρν’ς…” Το βράδυ κιόλας που ’φυγε ο παπάς και μείναμε μονάχοι μας ξανά με το πρακτορείο, η γιαγιά κατέβασε κι άλλη ιδέα για να γελάσουμε ακόμα πιο πολύ. Να του περάσουμε και κέρατα στο κεφάλι του είπε και να του κρεμάσουμε μια μεγάλη ταμπέλα που να γράφει “ο πρόεδρος των ζωντανών”, δηλαδή όχι των ζωντανών που δεν έχουν ακόμα πεθάνει, αλλά των ζώων είπε, γιατί έτσι λένε τα ζώα αλλιώς…“ζωντανά”, για να δείξουμε λέει πως δεν είναι γάιδαρος μονάχα αυτός, αλλά κι όσοι χωριανοί τον υποστηρίζουνε και τον ψηφίζουνε είναι ζώα, με μυαλό κουκούτσι… Ύστερα άρχισαν να χαχανίζουν ξανά οι τρεις τους και να κρατάνε την κοιλιά τους απ’ τα γέλια. Η Αγγέλα δηλαδή γέλαγε χωρίς λόγο, γιατί ούτε που άκουσε τι είπε η γιαγιά, αλλά συνέχιζε να νομίζει πως θα τον καβαλάει σαν τη Βουγιουκλάκη ντυμένη μπαλαρίνα και θα τη βολτάρουμε στην πλατεία.

Εμείς τα παιδιά τότε μπερδευτήκαμε, γιατί η γιαγιά μάς έχει μάθει μέχρι τώρα να υπολογίζουμε τη γνώμη του παπά και δεν ξέραμε τι ν’ αποφασίσουμε. Είπαμε τότε να ρωτήσουμε τον μπαρμπα-Θεοδόση να μας πει και αυτός τη γνώμη του κι ύστερα ν’ αποφασίσουμε μιά και καλή τι θα τον κάναμε τον γάιδαρο. Αυτός μόλις τ’ άκουσε ξεράθηκε στο γέλιο κι είπε “μπράβο μωρέ Αγγελική καλαμπουρτζού… “που σήμαινε πρώτον πως συμφωνούσε με τη γιαγιά μου και δεύτερον πως μάλλον ούτε κι αυτός συμπαθούσε τον κοντοστούπη τον πρόεδρό μας. Τελικά τον κάναμε πρόεδρο και τον καβάλησα εγώ, ενώ ο Λάμπρος με τον Γιώργη καθόντουσαν δεξιά κι αριστερά και παριστάνανε τους βουλευτές. Τους κρέμασε μάλιστα ο μπαρμπα Θεοδόσης στο λαιμό από μια ταμπέλα που έγραφε με μεγάλα γράμματα “ΘΑ… θα… θα… θα…” κι εγώ με τον Γιώργη στην αρχή δεν καταλάβαμε τι σημαίνουνε αυτά τα “ΘΑ”, αλλά μας εξήγησε ο Λάμπρος ο ξερόλας πως είναι οι ψεύτικες υποσχέσεις που δίνουνε οι βουλευτές στον λαό και ξεκινάνε όλες από “Θα…” Δηλαδή, “θα σας κάνουμε αυτό… θα σας κάνουμε εκείνο…”

Το βράδυ τής Κυριακής του καρναβαλιού είναι το πιο όμορφο απ’ όλα, επειδή όλο το χωριό μετά απ’ το φαΐ που μαζεύονται πολλοί μαζί, φίλοι και συγγενείς για να το γιορτάσουν και σηκώνουνε το τραπέζι με το ’να τους δαχτυλάκι και μουρμουράνε “άνοιξε η τάβλα μας κι ανάθεμα…” και κάτι άλλα ακαταλαβίστικα που δεν τα θυμάμαι, ξεχύνονται στους δρόμους ντυμένοι μασκαράδες και περνάνε ο ένας απ’ το σπίτι του άλλου και κάνουνε διάφορες πλάκες αναμεταξύ τους. Αυτό το βράδυ ντύνονται ακόμα κι οι μεγάλοι κι η γιαγιά μου που ψοφάει για χανταβάρα και γέλιο, ξεσηκώνει και τις φιλενάδες της και μασκαρεύονται όλες μαζί και χαζογυρνάνε στα σπίτια σαν χαϊβάνια, δίχως να υπολογίζει τη γνώμη του παπά που τη μαλώνει και της λέει συνέχεια πως “δεν είναι σωστά πράματα αυτά για χήρες γυναίκες να μασκαρεύονται και να γυρνάνε σαν αλλοίμονοι στους δρόμους, θα τους γελάει η κοινωνία…” αλλά αυτηνής απ’ το ’να αυτί μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο βγαίνουνε. Πέρσι μάλιστα της κράταγα κι εγώ μούτρα γι’ αυτό και της είπα αυστηρά να μην τολμήσει και μασκαρευτεί πάλι με τις σουρλουλούδες τις φιλενάδες της, γιατί θα με κάνει ξανά ρεζίλι στους φίλους μου που ’χουν φρόνιμες γιαγιάδες και κάθονται ήσυχα στα σπίτια τους, αλλά ούτε τότε ίδρωσε τ’ αυτί της και μου ’πε άγρια… “σώπα μωρέ ξύπνιε που σε ρεζιλεύουμ’ εσένα… άντε μη με φουρκίζ’ς και σε κλείσω μέσα αποκριάτ’κα, να δούμ’ θα σ’ αρέσ’;” Κι ύστερα εγώ το βούλωσα και δεν ξαναείπα τη γνώμη μου για να μην πληρώσω τη νύφη στο τέλος και με κλειδώσει μέσα αποκριάτικα. Δεν πάει να κάνει ό,τι θέλει σκέφτηκα, στο κάτω κάτω οι άλλοι έχουν γριές γιαγιάδες κι όχι σαν τη δικιά μου που ’ναι νταρντάνα και τσαούσα!

Πέρσι τις Απόκριες δε τα ’χα ακόμα με τη Βαρβάρα, γιατί δεν είχαμε αρχίσει να κοιταγόμαστε κι έτσι όταν ντυθήκαμε το βράδυ μασκαράδες με τα παιδιά και χαζογυρνούσαμε στα σπίτια, δε μου ’κοψε να πάμε απ’ το δικό της. Φέτος όμως σκοπεύω να πάω οπωσδήποτε, γιατί όπως θα ’μαι μασκαράς θα μπορώ να την κοιτάω ελεύθερα δίχως να με πάρουν χαμπάρι οι γονείς της. Αααα, και το βράδυ της Κυριακής δεν ντυνόμαστε πάλι καουμπόηδες, αλλά ό,τι χαζομάρα μπορεί να βρει ο καθένας για να μη τον γνωρίζουνε, γι’ αυτό έχει ακόμα πιο πλάκα. Η γιαγιά για να μας ξεφορτωθεί που την πρήξαμε και τη ρωτάγαμε τι να ντυθούμε, μας είπε να φορέσουμε κι οι τρείς από ’να άσπρο σεντόνι, να δέσουμε κι ένα μαντήλι στο κεφάλι σαν “τουρμπόνι”… κάπως έτσι το ’πε και να κάνουμε τους Άραβες. Α, και να βάψουμε τα μούτρα μας μαύρα με μπογιά, γιατί αυτοί είπε είναι όλοι τους κατάμαυροι σαν τους γιούφτους.

Εμένα μ’ άρεσε αυτή η στολή, γιατί μου πήγαινε πολύ το χρώμα το άσπρο αφού είμαι μελαχρινός σαν τον πατέρα μου, αλλά όχι και σαν γιούφτος… Κι ο παπα-Λουκάς όταν μας είδε ξεκαρδίστηκε στα γέλια κι είπε πως το μόνο που μας λείπει είναι από ’να πούρο, γιατί οι Άραβες είναι πλούσιοι και φουμάρουνε μόνο πούρα που ’ναι ακριβά. Τότε ο βλάκας ο Γιώργης που κάπνιζε από πέρσι πετάχτηκε κι είπε σιγανά ευτυχώς, σε μένα και στον Λάμπρο να κόψουμε μια καναπίτσα, χοντρή όμως που να μοιάζει με πούρο και να φουμάρουμε κι εμείς ελεύθερα σαν άντρες στον δρόμο αφού κανένας δε θα μας γνωρίζει. Στο τέλος έφαγε μια φάπα ξεγυρισμένη απ’ τον Λάμπρο, που του ’πε πως δε θέλει τέτοια μπλεξίματα κι αυτός το βούλωσε εκείνη την ώρα επειδή ήταν μπροστά ο παπάς κι η γιαγιά μου και μας στραβοκοιτάγανε, αλλά κάποια στιγμή στον δρόμο όπως γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι, το ’κανε το δικό του. Έκοψε μια καναπίτσα και κάπνιζε μονάχος του, τράβαγε μάλιστα κάτι δυνατές τζούρες που τον ζαλίσανε και πήγαινε “σάτρα-πάτρα” που λέει κι η γιαγιά για τον παπαδοφίλο της όταν πίνει τα ουζάκια του.

Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’Κάποτε…στον Παράδεισο’’ Νίκη Μπλούτη