” Όλγα…”Απόσπασμα από το βιβλίο ”Οταν η σιωπή…  μιλάει στα όνειρα.” Νίκη Μπλούτη

 

Την τελευταία βδομάδα πριν φύγει, ο Γιώργος δεν πατούσε σχεδόν καθόλου στο σπίτι. Κοιμόταν σ’ έναν φίλο του και μόνο το απόγευμα περνούσε να κάνει ένα μπάνιο και να δει το παιδί.

 

Αδιαφορούσε επιδεικτικά για εκείνη, δεν της μιλούσε ούτε και τη ρωτούσε τίποτα για τους σκοπούς της. Η Όλγα υποπτευόταν πως με τη συμπεριφορά του ήθελε να της δηλώσει το θυμό του κι επέλεξε κι η ίδια να δείξει μια ήρεμη αδιαφορία απέναντί του ώστε να μην τον προκαλεί. Το τελευταίο απόγευμα που είδε τα πράγματά τους στοιβαγμένα στον διάδρομο, με κατεβασμένο το κεφάλι απ’ τη στενοχώρια, της πέταξε φεύγοντας, πως έχει κάποιες ώρες να το σκεφτεί ακόμα. Το βλέμμα του την τρόμαξε. Φοβήθηκε μήπως της κάνει καμιά σκηνή τώρα που όλα ήταν έτοιμα. Όλο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι, μια αόριστη ανησυχία πως θα γυρίσει δεν την άφηνε να ησυχάσει. Η διαίσθησή της βγήκε αληθινή. Ενώ είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι τα χαράματα να ετοιμάσει  το παιδί και περίμενε την Ασημίνα να της χτυπήσει το κουδούνι για να πάνε στην εκκλησία, όπως είχαν κανονίσει, άκουσε τα κλειδιά του στην πόρτα. Η καρδιά της σφίχτηκε απ’ την αγωνία κι όταν άκουσε τα βήματά του να πλησιάζουν στην κουζίνα πάγωσε.

      Ο Γιώργος πλησίασε κοντά της, γονάτισε κι άρχισε να κλαίει αγκαλιάζοντας τα πόδια της. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα λόγια του. Την παρακαλούσε και την απειλούσε μαζί. Ο μικρός είχε κοκαλώσει στην καρέκλα πλάι της, γυρεύοντας μια παρηγοριά με το σιωπηλό και φοβισμένο βλέμμα που της έριχνε. Η Όλγα προσπάθησε να τον καλμάρει. Η ανάσα του φώναζε από μακριά πόσο είχε πιεί και σε τι κατάσταση βρισκόταν. Τον χάιδεψε τρυφερά στα μαλλιά με χέρια που έτρεμαν, ενώ προσπαθούσε να τον ξεκολλήσει απ’ τα πόδια της. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι κι εκείνος κατάλαβε πως έφτασε η ώρα που τόσο φοβόταν. Πετάχτηκε πάνω εξαγριωμένος, άρπαξε το παιδί στην αγκαλιά του κι άρχισε να βρίζει και ν’ απειλεί πως δεν πρόκειται να την αφήσει να φύγει κι αν δε συμμορφωνόταν με την απόφασή του δεν θα ξαναέβλεπε τον μικρό. Το κουδούνι συνέχισε να χτυπάει, ενώ ακουγόταν παράλληλα η ανήσυχή φωνή της Ασημίνας.

  Το μυαλό της σταμάτησε να λειτουργεί. Δεν ήξερε πώς ν’ αντιδράσει. Αν άνοιγε την πόρτα, φοβόταν πως θα χειροτέρευε την κατάσταση. Έκανε μια απόπειρα μιλώντας του ήρεμα να του πάρει τον μικρό απ’ τα χέρια, που ήδη είχε αρχίσει απ’ τον φόβο του να κλαίει γοερά. Ο Γιώργος δεν αντιστάθηκε, η δύναμή του τον εγκατέλειψε. Της έδωσε τελικά  το παιδί κι άρχισε να ξεσπάει τα νεύρα του σε ότι έβρισκε μπροστά του. Η Όλγα βρήκε την ευκαιρία ν’ ανοίξει την πόρτα στο ζευγάρι που περίμενε κι όρμησαν στην κουζίνα για να τον ησυχάσουν. Εκείνος συνέχιζε να φωνάζει και να πετάει πράγματα μαζί με απειλές. ‘’Φύγετε απ’ το σπίτι μου, θέλω να μιλήσω με τη γυναίκα μου…’’, τους έλεγε μανιωμένος. Το ζευγάρι υπάκουσε στην επιθυμία του, όταν εμφανίστηκε η Όλγα και τους έδωσε το παιδί να το πάρουν μαζί τους.

Απόμειναν οι δυο τους. Εκείνος στεκόταν όρθιος στον πάγκο της κουζίνας κι η στάση του έδειχνε πως κουράστηκε. Η Όλγα καθόταν αμίλητη στην καρέκλα προσμένοντας την αντίδρασή του. Ακολούθησε μια αφόρητη σιωπή που βάρυνε χειρότερα την ατμόσφαιρα. ‘’Λοιπόν, τι έχεις να μου πεις; Πρέπει να φύγω…’’ ακούστηκε η βραχνή φωνή της μετά από αρκετά λεπτά. ‘’Σας αγαπάω Όλγα, δεν ξέρω πια με ποιο τρόπο να σας το δείξω…’’ της είπε φανερά μετανιωμένος, χωρίς να την πλησιάσει. ‘’Το ξέρω, μα διαλέγεις πάντα τον χειρότερο’’ του είπε και σηκώθηκε. Πήρε την τσάντα της και τον πλησίασε. ‘’Δε θα χαθούμε, πάρε με τηλέφωνο όποτε θέλεις…’’

   Η Ασημίνα κι ο Μιχάλης την περίμεναν στην είσοδο σιωπηλοί. Το παιδί είχε ηρεμήσει στην αγκαλιά της. Ο Μιχάλης είχε ήδη μεταφέρει τα πράγματά της στο αυτοκίνητο. Τη ρώτησαν αν ακόμα επιθυμούσε να πάνε στην εκκλησία. Πήραν τον δρόμο με τα πόδια. Θα γύριζε μετά ο άντρας, να πάρει το αυτοκίνητο για να τους μεταφέρει στο σταθμό. Η Όλγα, έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι που στέγασε τα νεανικά της όνειρα βγάζοντας έναν αναστεναγμό ανακούφισης που επιτέλους τα κατάφερε ‘’να δραπετεύσει’’.