Όσιος Παΐσιος: Η αναπηρία είναι Ευλογία από τον Θεό

 

-Χρειάζεται θεία παρηγορία. – Καὶ πῶς θὰ τὴν πάρη;

-Νὰ γαντζωθῆ στὸν Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς θὰ τοῦ τὴν δώσει. Πολλὲς φορὲς μπλέκεται τὸ φιλότιμο μὲ τὸν ἐγωισμὸ. Οἱ περισσότεροι σχιζοφρενεῖς εἶναι εὐαίσθητες ψυχὲς.

 

Τυχαίνει νὰ συμβῆ ἕνα τιποτένιο πράγμα ἤ κάτι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσουν καὶ ὑποφέρουν πολὺ.

Ἄλλος σκοτώνει ἄνθρωπο καὶ εἶναι σὰν νὰ μὴ συμβαίνη τίποτε, ἐνῶ ἕνας εὐαίσθητος, ἕνα γατάκι ἄν πατήση λίγο στὸ πόδι κατὰ λάθος, ὑποφέρει καὶ δὲν κοιμᾶται ἀπὸ τὴν στενοχώρια του. Καὶ ἅμα δὲν κοιμηθῆ δυὸ-τρία βράδια, μετὰ φυσικὰ θὰ τρέξη στὸν γιατρό.

-Γέροντα, ἡ ψυχολογία λέει ὅτι, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ἕνας ψυχοπαθής, πρέπει νὰ λείψη τὸ αἴτιο.

-Ναὶ, ἀλλὰ ἄν ὑπάρχη αἴτιο. Γιατὶ μερικὲς φορές, ἐνῶ κάποια πράγματα εἶναι φυσιολογικά, δικαιολογοῦνται κατὰ κάποιον τρόπο, οἱ ἄνθρωποι μπαίνουν σὲ λογισμούς, ποὺ πᾶνε νὰ παλαβώσουν. «Μήπως ἔχω κάτι κληρονομικό; Μήπως δὲν εἶμαι καλὰ;», λένε. Γνώρισα ἕνα παλληκάρι ποὺ σπούδαζε, διάβαζε ἕντεκα ὧρες τὸ εἰκοσιτετράωρο καὶ ἔπαιρνε ὑποτροφία. Βοηθοῦσε καὶ τὴν οἰκογένειά του, γιατὶ ὁ πατέρας του ἦταν ἄρρωστος. Στὸ τέλος κουράστηκε, γιατὶ ἦταν εὐαίσθητο· εἶχε συνεχῶς πονοκεφάλους καὶ μὲ πολὺ κόπο πῆρε τὸ πτυχίο. Εἶχε μετὰ λογισμοῦς μήπως ἦταν κληρονομικό.

Τί κληρονομικό; Μὰ καὶ μόνον ἄν διαβάζη κανεὶς ἕντεκα ὧρες τὴν ἠμέρα, θὰ πάθη ὑπερκόπωση, πόσο μᾶλλον νὰ βοηθάη καὶ τοὺς γονεῖς καὶ νὰ εἶναι καὶ εὐαίσθητος.

-Γέροντα, ἕνα παιδὶ παρουσιάσε κάποια μελαγχολία μετὰ τὴν αὐτοκτονία τοῦ πατέρα του. Μήπως εἶναι κληρονομικό;

-Μπορεῖ νὰ τραυματίσθηκε ψυχικὰ τὸ παιδί. Δὲν εἶναι ἀπόλυτο ὅτι αὐτὸ εἶναι κληρονομικό. Ὕστερα δὲν ξέρουμε καὶ ὁ πατέρας σὲ τὶ κατάσταση βρέθηκε καὶ αὐτοκτόνησε. Βέβαια, ἕνα παιδὶ ποὺ ὁ πατέρας του εἶναι κλειστὸς ἐκ φύσεως χρειάζεται βοήθεια. Γιατί, ἄν συνεχίση καὶ αὐτὸ νὰ εἶναι κλειστὸ -ἔχει καὶ τὸν λογισμὸ μήπως εἶναι κληρονομικό-, μπορεῖ νὰ ἀρρωστήση.

Ὁ Θεὸς πάντοτε ἐπιτρέπει νἀ δοκιμασθῆ ὁ ἄνθρωπος ὅσο ἀντέχει, ἀλλὰ προστίθενται καὶ οἱ κοροϊδίες τῶν ἀνθρώπων, ὁπότε κάμπτεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ ἐπιπλέον βάρος καὶ γογγύζει. Τοὺς τρελλοὺς οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀποτρελλαίνουν. Στὴν ἀρχὴ ἡ τρέλλα οἰκονομιέται. Παλιὰ δὲν ὑπῆρχαν ψυχιατρεῖα καὶ, ἄν ἦταν κανεὶς τρελλός, τὸν ἔκλειναν σὲ κάποιο δωμάτιο μὲ σιδεριές! Ἦταν μιά, Περιστέρω τὴν ἔλεγαν, ποὺ τὴν εἶχαν κλεισμένη στὸ σπίτι! Τὰ παιδιὰ τὴν πετροβολοῦσαν, τὴν κορόιδευαν. Ἀγρίευε ἡ φουκαριάρα, ἔπιανε τὶς σιδεριὲς, φώναζε καὶ ὅ,τι ἔβρισκε μπροστὰ της τὸ πετοῦσε ἔξω! Στὴν ἄλλη ζωὴ ὅμως θὰ δῆς ἡ Περιστέρω νὰ ξεπερνάη πολλὲς γνωστικές.

Θυμᾶμαι καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση. Ἦταν μιὰ οἰκογένεια ποὺ ἡ μεγάλη κόρη τους ἦταν λίγο λειψή, ἀλλὰ εἶχε πολλὴ καλοσύνη. Ἦταν σαράντα ἐτῶν, ἀλλὰ ἦταν σὰν πέντε. Τί σκηνὲς τῆς ἔκαναν μικροὶ-μεγάλοι!

Μιὰ φορὰ τὴν ἄφησαν οἱ γονεῖς της νὰ μαγειρέψη κι ἐκεὶνοι πῆγαν στὸ χωράφι. Θὰ ἐρχόταν ὁ ἀδελφός της ἀπὸ τὸ χωράφι, γιὰ νὰ φέρη τὰ καλαμπόκια, καὶ θὰ ἔπαιρνε τὸ φαγητὸ νὰ τὸ πάη στὸ χωράφι νὰ φᾶνε οἱ γονεῖς τους καὶ οἱ ἐργάτες.

Μάζεψε ἡ καημένη ἀπὸ τὸν κῆπο κολοκυθάκια, μελιτζάνες, φασολάκια καὶ τὰ εἶχε ἕτοιμα νὰ τὰ μαγειρέψη. Πάει ἡ μικρότερη ἀδελφή της, ποὺ ἦταν σωστὸς πειρασμός, τραβάει τὸν γάιδαρο ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ τὸν βάζει καὶ τὰ τρώει ὅλα! Ἄντε μετὰ ἡ καημένη νὰ πάη νὰ μαζέψη ἄλλα. Καὶ δὲν εἶπε τίποτε.

Μέχρι νὰ τὰ ἑτοιμάση ξανά, ἦρθε ὁ ἀδελφός τη, καὶ αὐτὴ μόλις τότε ἔβαζε τὸ φαγητὸ στὴν φωτιά. Ξεφόρτωσε τὰ ζῶα καὶ ὅταν εἶδε ὅτι δὲν ἦταν ἕτοιμο τὸ φαγητό, τῆς ἔδωσε ἕνα ξύλο! Τί ταλαιπωρία περνοῦσε κάθε μέρα! Ἡ μάνα της ἡ φουκαριάρα παρακαλοῦσε νὰ πεθάνη πρῶτα ἡ κόρη της καὶ μετὰ αὐτή, γιατὶ σκεφτόταν ποιός θὰ τὴν φρόντιζε. Καὶ πράγματι, πέθανε πρῶτα ἡ κόρη καὶ ὕστερα ἡ μάνα.

Πάντω, αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶναι καλὰ στὸ μυαλὸ, εἶναι καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔχουν τὸ ἀκαταλόγιστο καὶ χωρὶς ἐξετάσεις περνοῦν στὴν ἄλλη ζωή.

Πηγή: Ἀπόσπασμα ἀπό τίς σελίδες 239-241 τοῦ βιβλίου: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Δ΄ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ