»Απόσπασμα από το βιβλίο «Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα» της Νίκη Μπλούτη

ΟΛΓΑ.  

  Πετάχτηκε ιδρωμένη απ’ το κρεβάτι. Άναψε τη λάμπα στο κομοδίνο της λαχανιασμένη, λες κι είχε τρέξει χιλιόμετρα. Προσπάθησε ν’ αφουγκραστεί τα παιδιά. Απόλυτη ησυχία. Το τικ τακ του ρολογιού την εκνεύρισε, το έχωσε κάτω απ’ το κρεβάτι. Πέντε ακόμα, σκοτάδι βαθύ. Άρπαξε τη ζακέτα της και πήγε στο σαλόνι. Κουλουριάστηκε στη πολυθρόνα που αγνάντευε το πέλαγος. Η θάλασσα γυάλιζε στο φως στου φεγγαριού.

  Μια εικόνα απ’ τα παλιά έχει στοιχειώσει τα όνειρά της. Κάθονται όλοι στο τραπέζι της κουζίνας, η μητέρα της μόλις έχει σερβίρει το δείπνο. Ο πατέρας κάνεις το σταυρό του. Τον μιμούνται και οι άλλοι. Τρώνε σιωπηλοί. Ξαφνικά ακούγεται ένα κρότος, ένα ποτήρι που σκάει στα πλακάκια και γεμίζει το πάτωμα με θρυψαλλάκια. Έπεσε απ’ το χέρι του πατέρα της καθώς πήγαινε να το γεμίσει. Όλοι γυρνούν και τον κοιτούν. Η μητέρα κλείνει το μάτι στον Λευτέρη και αρχίζουν ταυτόχρονα να γελάνε οι δυο τους. Η Όλγα μένει άναυδη να τους χαζεύει, ώσπου παρασύρεται απ’ την ευθυμία τους και γελάει τώρα μαζί τους παράφορα, σαν να τη γαργαλάνε. Ο πατέρας, γυρίζει το βλέμμα του πάνω της και τη ρωτάει με παράπονο. ‘’Κι εσύ Ολγάκι;’’ Οι άλλοι συνεχίζουν να κακαρίζουν, ενώ το κορίτσι παγώνει. Το γέλιο του κόβεται από ένα λυγμό, πνίγεται. Προσπαθεί ν’ ανασάνει.  Κι η φωνή του πατέρα ν’ αλλάζει, να γίνεται κραυγή για να διαπεράσει τα γέλια τους, παλεύει ν’ ακουστεί… ’’Κι εσύ Ολγάκι;’’

  Ο Λευτέρης στα οχτώ του αποδέχτηκε εύκολα τη φυγή τής μάνας τους, μοιράστηκε στα δυο. Λίγες μέρες αργότερα, όταν εκείνη τηλεφώνησε, μιλούσε μαζί της τόσο άνετα, σαν να έλειπε για κάποιες ώρες. Της έκανε φοβερή εντύπωση αυτή η διαχυτικότητα, σχεδόν τη σόκαρε. Ο πατέρας στεκόταν δυο βήματα πίσω του κι εκείνος απτόητος να ρωτάει πού βρίσκεται κι αν είναι καλά. Αυτή την περίοδο, κόντεψε να μισήσει και τον αδελφό της. Χωρίστηκαν σε στρατόπεδα, ο Λευτέρης μ’ εκείνη κι η Όλγα με τον πατέρα, που ποτέ δεν εκδήλωσε κακία απέναντί της, μόνο η θλίψη που φώλιασε στα μάτια του, μαρτυρούσε πόσο του στοίχισε.

 Ο αδελφός της τα καλοκαίρια τα περνούσε κοντά στη μάνα τους, αδημονούσε πότε θα τελειώσουν τα σχολεία για να φύγει. Όταν γύριζε εξιστορούσε τις διακοπές του με τόση γλαφυρότητα και ευχαρίστηση, που η γλυκιά αθωότητα της ηλικίας του, εμπόδιζε την Όλγα να τον διακόψει. Καθόταν και τον άκουγε σιωπηλή, να της μιλάει για τη μητέρα της , για τον άντρα της, για το πού πήγαν, τι είδαν, τι έκαναν. Ήθελε να κλείσει τ’ αυτιά της, να του φωνάξει να σωπάσει επιτέλους, να σταματήσει να την πονάει. Αλλά η ευτυχισμένη σπίθα στο βλέμμα του της έβαζε φρένο. Κι έτσι μάθαινε χωρίς να το επιδιώκει για την καινούργια ζωή της μητέρας της.

  Πέρασαν τόσα χρόνια κι ακόμα δε μπορεί να ξεχάσει τη φωνή της γιαγιάς της, να σούρνει στη νύφη της τον εξάψαλμο. Μαγείρευε και συγύριζε το σπίτι τους όταν εκείνη έφυγε. Μαγείρευε κι έβριζε, ξεσκόνιζε κι έβριζε, σκούπιζε κι έβριζε. Μόνο μπροστά στον γιό της δεν τολμούσε ή δεν ήθελε να τον πικράνει περισσότερο. Ο Λευτέρης ούτε που της έδινε σημασία, αδιαφορούσε προκλητικά για την παρουσία της. Κάποιες φορές τον στρίμωχνε και του έκανε κρυφά ερωτήσεις για να μάθει τίποτα καινούργιο για εκείνη, ο εγγονός της όμως την καθήλωνε με την άγρια ματιά του κι έραβε το στόμα του. Υπερασπιζόταν τη μάνα του με νύχια και με δόντια, αν τύχαινε να φτάσει στ’ αυτιά του καμιά άσχημη κουβέντα γι’ αυτήν. Ακόμα και στο σχολείο με τους φίλους του, είχε πιαστεί στα χέρια αρκετές φορές, όταν πετούσαν σχόλια για να τον εκνευρίσουν. Εννιά χρονών αντράκι και πάλευε με τις σφιγμένες χούφτες του, για την χαμένη τιμή τους. Ώσπου βαρέθηκε ο κόσμος κι έπαψε ν’ ασχολείται με τα δικά τους, έπιασε αλλονών.

  Η Όλγα εκνευριζόταν με τη συμπεριφορά της γιαγιάς της, δεν μπορούσε όμως και να την αγνοήσει. Μια φορά μάλιστα, τόλμησε να τη φοβερίσει πως θα τα μαρτυρούσε όλα στον πατέρα της και τότε αλλοίμονό της! Δε θα την άφηνε να ξαναπατήσει σπίτι, της είπε όσο πιο σοβαρά της επέτρεπε η ηλικία της, αλλά η γιαγιά συνέχιζε τον χαβά της, λες και δε συμπονούσε καθόλου τα παιδιά, λες κι ήθελε να τα πληγώσει επειδή ήταν της νύφης της. Τον θυμό που αισθανόταν εκείνη για τη μητέρα της, δεν επιθυμούσε κατά βάθος να τον νιώθουν κι οι άλλοι. Τη στάση που κρατούσε ο πατέρας της, μέσα της τη θαύμαζε κρυφά. Όπως και του Λευτέρη τη στάση, την αποδέχτηκε με τον καιρό, αφού είδε πως κι ο πατέρας της τη θεωρούσε φυσιολογική. Από κανέναν δεν άντεχε κι αυτή ν’ ακούει άσχημα λόγια για τη μητέρα της, κανείς δεν πίστευε πως είχε δικαίωμα να την κρίνει. Κι ας την τιμωρούσε η ίδια με τη σιωπή της.

  Είκοσι ολόκληρα χρόνια πέταξαν από κείνο το πρωί, που έκλεισε η Ελένη την πόρτα  του σπιτιού της, χωρίς να γυρίσει ποτέ πίσω. Ολόκληρη γυναίκα πια, μητέρα κι η ίδια και δεν κατάφερε να μαλακώσει την καρδιά της. Ήταν φορές που σκεφτόταν πως αν έκανε ένα βήμα προς τη μάνα της, θα πρόδιδε τον πατέρα της. Αυτό πίστευε πως την κρατούσε περισσότερο. Ας προσπαθούσε εκείνος με τον τρόπο του να τη συμφιλιώσει με την πραγματικότητα. Πριν αφήσει τη τελευταία του πνοή, στα χέρια του γιού του, ‘’να προσέχεις την Όλγα, του είπε, κι εσύ κι η μάνα σου’’. Όταν αρρώστησε, η Όλγα τρελάθηκε απ’ την αγωνία της. Αν τον έχανε τόσο νωρίς, τόσο νέο, ένιωθε πως θα έχανε και τον τελευταίο της σύμμαχο, το μοναδικό της στήριγμα. Κι ας αγαπούσε παράφορα τον αδελφό της, ας είχε και τον Γιώργο που τότε πίστευε πως θα ήταν ο άνθρωπός της για πάντα, ας υπήρχε κάπου κι ‘’εκείνη’’, ως στερνή καταφυγή στην απόγνωσή της.

  Την εξόργισε ο θάνατος που ήρθε τόσο κοντά τους, μες στο σπίτι τους, τη θύμωσε αυτή η αδικία, η γιαγιά της να ζει ακόμα κι ο πατέρας της να φεύγει. Την κοιτούσε, καθώς έγερνε από πάνω του κι έκλαιγε το γιό της, ογδόντα χρονών γριούλα κι ευχόταν μέσα της να γίνει ένα θαύμα, να έχει γίνει κάποιο λάθος τρομερό. Αυτή σίγουρα έψαχνε ο χάρος μες στο σπίτι τους, αυτή τη σκιά τής γιαγιάς της κι έπεσε πάνω στον καλό της πατέρα. Ύστερα, τη λυπήθηκε, τα μάτια της που είχαν στεγνώσει, τη φωνή της που δεν έβγαινε και τα χεράκια της που έτρεμαν όταν έδιναν το αποχαιρετιστήριο χάδι στο παιδί της. Αυτή πονούσε πιο πολύ απ’ όλους μας, σκέφτεται σήμερα η Όλγα που την αξίωσε ο Θεός να γίνει μητέρα, για τη γιαγιά ο θάνατος αυτός, ήταν μια κατάστηθη μαχαιριά, που γύρευε να σκίσει τη καρδιά της στα δυο.

Έτσι, τη πλήρωσε πάλι η Ελένη. Αυτή απολύτως ήταν υπεύθυνη για τον χαμό του. Το σαράκι της τον έφαγε, απ’ τη στενοχώρια του πήγε ο άνθρωπος, έτσι δε λένε; Αυτά μουρμούριζαν και κάποιοι καλοθελητές στην κηδεία του. Εκεί το πρωτάκουσε  κι η ίδια. Κι αφού με τον Θεό δεν μπορούσε να τα βάλει, σε κάποιον έπρεπε να ρίξει την ευθύνη.

  Πώς να τ’ αναιρέσει τώρα όλα αυτά, τόσα χρόνια τα έχει πιστέψει, τα έχει πει και ξαναπεί στον εαυτό της μέχρι να τα χωνέψει. Θυμάται τη μέρα που πήγε ν’ αποχαιρετήσει τον πατέρα της, πριν φύγει για το νησί. Άναψε το καντηλάκι, καθάρισε σχολαστικά τα μάρμαρα, γέμισε το βάζο με φρέσκα λουλούδια κι έδωσε στον γιο της ένα κεράκι να του ανάψει. Το παιδί κοίταξε τη φωτογραφία κι αναγνώρισε τον άλλο παππού, του είχε μιλήσει η Όλγα τόσες φορές για εκείνον, τον παππού που δεν πρόλαβε να χαρίσει ένα χάδι στο εγγονάκι του.

‘’Η γιαγιά πού είναι;’’ Ρώτησε ο μικρός αναπάντεχα κι η Όλγα σάστισε. ‘’Η άλλη γιαγιά;’’ Επέμεινε ο Νικόλας κι όχι βέβαια αυτή που γνώριζε. Τον πήρε τότε απ’ το χέρι και κατευθύνθηκε προς τον τάφο της γιαγιάς της, που έφυγε κι αυτή λίγους μήνες αργότερα απ’ τον πατέρα της. Ανάψανε κεράκι, το καντηλάκι και το παιδί της πέταξε συγχυσμένο, πως αυτή στη φωτογραφία είναι γριούλα και δεν είναι η γιαγιά του. Η Όλγα χαμογέλασε με τον συνειρμό του, τόσο μικρούλης και μπορούσε να ξεχωρίσει το ψέμα απ’ την αλήθεια. Δεν του απάντησε. Σίγουρα  κάποτε, θα έρθει η ώρα να του εξηγήσει.

  Σηκώθηκε να πιεί ένα ποτήρι νερό. Σκόνταψε πάνω στους φακέλους που σκόρπιοι στο πάτωμα απ’ το απόγευμα, περίμεναν να τους δώσει έναν τίτλο για την καινούργια συλλογή της. Έσκυψε και τους μάζεψε στα γόνατά της. Ταξινόμησε τις φωτογραφίες με τη σειρά που τραβήχτηκαν, θέμα τους ‘’η θάλασσα και τα παιδιά’’. Ο Νικόλας να της γνέφει με το χεράκι του να τους ακολουθήσει, ο Μιχάλης να τρέχει κατά μήκος της παραλίας γελώντας, η θάλασσα πίσω τους αλαφιασμένη απ’ τον αέρα που δεν την άφηνε να ησυχάσει, ένα κύμα να παρασέρνει τα κουβαδάκια των παιδιών  και το μαντήλι της, ένα καϊκι στο βάθος που πάλευε με τον αέρα, ένας γλάρος που κοντοστάθηκε σαστισμένος απ’ τις φωνές τους, η παντόφλα του Μιχάλη που την άρπαξε το κύμα κι εκείνος πρόλαβε και τη βούτηξε με τα χέρια του. Την έβγαζε σαν τρόπαιο στη παραλία, δείχνοντας στην Όλγα πως τα κατάφερε. Τα παιδιά να παίζουν με την μπάλα και να γελούν ευτυχισμένα, κόντρα στον αέρα που τους εμπόδιζε…

   Ελευθερία! Αυτός θα ήταν ο τίτλος της συλλογής της. Μονάχα αυτή η λέξη ταίριαζε σε όσα έβλεπε. Έτσι ένιωθε στο νησί η Όλγα, ελεύθερη και ήρεμη. Λαχταρούσε απ’ την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι της εδώ, να ξυπνάει χαράματα και ν’ απολαμβάνει την Ανατολή, να βλέπει τη χώρα από ψηλά να χασμουριέται, να τεντώνεται και να ζωντανεύει. Τον ήλιο να χαϊδεύει μια-μια τις εικόνες της, πρώτα να γλείφει τα καμπαναριά στις εκκλησιές που ξεμυτούσαν και δέσποζαν πάνω απ’ τις στέγες, ύστερα να κοντοστέκεται και να βουτάει στη θάλασσα, να τη λούζει με το χρυσαφί του φως. Μετά να τρυπώνει στ’ ασπρισμένα σοκάκια και να παίζει  κρυφτό σαν παιδί με τις σκιές τους. Απέραντο το τοπίο της εδώ, το μάτι δε σκάλωνε πουθενά, ελεύθερο να ταξιδεύει στο άπειρο, να φτερουγίζει σαν ελεύθερο πουλί.