«Όταν μυρίζεις γιασεμί…» από την συλλογή διηγημάτων «» της Νίκη Μπλούτη

‘’Στη φύση! Θα μαζεύουμε το λαδάκι μας, θα φροντίζουμε το αμπελάκι μας… Θα φτιάξουμε τον κήπο μας όπως τον είχε κάποτε ο πατέρας με κάθε λογής ζαρζαβατικά! Και τον χειμώνα θα φουντώνουμε το τζάκι με ξύλα και θα καλούμε φίλους. Κάθε μέρα γιορτή θα είναι βρε χαζή…’’ της έλεγε συχνά ο άντρας της τον τελευταίο καιρό, προσπαθώντας να κάνει τον γυρισμό τους όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο γι’ αυτήν.

  Όταν ήρθε για πρώτη φορά η πρόταση από μέρους του να φύγουν για το χωριό, κάτι ράγισε μέσα της. Δεν ήθελε ν’ αποχωριστεί τα παιδιά τους. Της κακοφαινόταν μετά από τόσα χρόνια ν’ αφήσουν το σπίτι τους, τους φίλους τους, τη σειρά τους και να γυρίσουν ξανά σελίδα. Έπρεπε όμως να το κάνουν για τα παιδιά, για να έχουν ένα δικό τους σπίτι, όπως είχαν κι αυτοί όλα τους τα χρόνια. Να μην πληρώνουν πια ενοίκιο, να τους μένει μια πεντάρα. Ο Αλέξης κατάφερε επιτέλους να πάρει τη σύνταξή του κι έτσι αποφάσισαν πως ήρθε η κατάλληλη ώρα να φύγουν. Πάλι καλά που η κρίση δεν έδιωξε μακριά τα παιδιά τους, όπως διώχνει αρκετούς Έλληνες τα τελευταία χρόνια. Αυτά σκεφτόταν η Μαρίνα και απευχόταν, όταν άκουγε στις ειδήσεις πόσοι νέοι φεύγουν για το εξωτερικό αναζητώντας δουλειά και μια καλύτερη ζωή.

 Η δική τους φυγή, τουλάχιστον, θα είναι σε ένα μέρος που πάντα αγαπούσε. Στο χωριό που μεγάλωσε κι έκανε τα πρώτα της βήματα. Στους δρόμους και στις γειτονιές που έτρεξε κι ευχαριστήθηκε παιχνίδι κοριτσάκι. Στα σοκάκια που έπαιξε κρυφτό με τους φίλους της και  στους κήπους που μοσχοβολούσαν την άνοιξη οι βιολέτες με τα τριαντάφυλλα… Στην πλατεία με τον τεράστιο πλάτανο που τους κερνούσε υποβρύχιο κάθε Κυριακή ο πατέρας μετά την εκκλησιά.

 ‘’Τι λες να πάμε από βδομάδα να καθαρίσουμε το σπίτι, πόσο θα κάνουμε; Θα πετάξεις ότι θεωρείς περιττό κι ύστερα θα μετακομίσουμε… ‘’ της είπε ο Αλέξης πριν λίγες μέρες. Αυτή γύρισε και τον κοίταξε μ’ ένα απορημένο βλέμμα. ‘’Περιττό;’’ Τον ρώτησε κι έφυγε για την κουζίνα εσκεμμένα, για να μη δει τα μάτια της που πλημμύρισαν ξανά με δάκρυα. Σαν τι να θεωρεί δηλαδή πως περισσεύει σ’ αυτό το σπίτι που ξεχείλιζε από αγάπη;

  Τον τελευταίο καιρό προσπαθούσε να αποδιώξει απ’ το μυαλό της τη σκέψη του αποχωρισμού από τα παιδιά της. Πάσχιζε να πείσει κι εκείνη τον εαυτό της κάνοντας σκέψεις θετικές για την επιστροφή τους. Κι άρχισε σιγά σιγά να οργανώνει αυτόν τον γυρισμό με αγωνία και να τον περιμένει με αδημονία και λαχτάρα. Και να που έφτασε η μέρα που θα ανέβαιναν στον τόπο τους, για να τακτοποιήσουν όλες τις εκκρεμότητες μέχρι να ετοιμάσουν τη μετακόμιση. Την επομένη θα ανέβαιναν με τον άντρα της στο χωριό.  Όλο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι από την αγωνία. Πώς θα είναι μετά από τόσα χρόνια η επιστροφή τους; Πώς θα της φανεί το πατρικό της τώρα που θα το βαραίνει η απουσία των γονιών της;

 Τρεις ώρες διαδρομή και δεν αντάλλαξαν παρά μόνο δυο τρεις φράσεις μεταξύ τους. Ο Αλέξης προσπάθησε κανά δυο φορές να της ανοίξει κουβέντα, αλλά αμέσως κατάλαβε πως εκείνη δεν είχε όρεξη. Προτιμούσε τη σιωπή.  Κλεισμένη ερμητικά στις σκέψεις της, του απαντούσε μονολεκτικά με ένα ναι ή ένα όχι. Σώπασε κι εκείνος στο τέλος. Την ήξερε καλά άλλωστε, τόσα χρόνια μαζί. Αλήθεια, πόσα χρόνια; Αναρωτήθηκε μες στη σιωπή τους, καθώς γύρισε και τον χάιδεψε τρυφερά με το βλέμμα της. Τριάντα πέντε! Χρόνια γεμάτα χαρές και λύπες, αγωνίες, ελπίδες, προβλήματα, άγχος για το αύριο, για το μέλλον των παιδιών τους.

  Πέντε ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από την ώρα  που έφυγαν οι γονείς της κι εκείνη από τότε, δε θέλησε να ξαναπάει στο χωριό. Ο Αλέξης ανέβαινε κατά καιρούς για διάφορες δουλειές, αλλά η ίδια όλο το ανέβαλε για την επόμενη φορά. Όταν πια πήραν τη μεγάλη απόφαση να γυρίσουν πίσω στο πατρικό της, πίστευε πως θα τα καταφέρει. Άλλωστε, πάντα της άρεσε στο χωριό. Κι όταν έφυγαν στα νιάτα τους για την Αθήνα, να στήσουν το δικό τους σπιτικό, θυμάται πως της στοίχισε πολύ αυτός ο αποχωρισμός από τον τόπο της κι απ’ τους δικούς της ανθρώπους. Στις μεγάλες πόλεις πίστευε πως οι άνθρωποι απομακρύνονται, ποτέ δεν αποτελούσαν γι’ αυτήν τον ιδανικό τόπο για επιλογή διαμονής. Αν δεν τους ανάγκαζε η δουλειά του άντρα της τότε να φύγουν, σίγουρα στο χωριό θα ξεκινούσαν σαν νιόπαντροι την καινούργια τους ζωή. Στα νιάτα του όμως, μπορεί κανείς να προσαρμοστεί καλύτερα, όταν μεγαλώνει δυσκολεύουν τα πράγματα… κατέληξε με σιγουριά τώρα, που είναι κι αυτή σε μια ηλικία ώριμη.

  Αναρωτιόταν συχνά, πώς για τον άντρα της ήταν μερικά πράγματα τόσο απλά. Πώς μπορούσε να τιθασεύει τα συναισθήματά του και να επιβάλετε με τη λογική αντιμετωπίζοντας καταστάσεις δύσκολες. Θεωρεί ακόμα, πως η ψυχρή λογική είναι προνόμιο των αντρών και θαυμάζει κατά καιρούς κάποιες γυναίκες που τις διακρίνει αυτό το προτέρημα. Ενώ εκείνη, δεν τα κατάφερνε σχεδόν ποτέ να δει μια κατάσταση μονάχα μέσα από τη λογική. Κυρίως λειτουργούσε με το συναίσθημα. Κι αυτό της έκανε κακό πολλές φορές. Το αντιλαμβανόταν και η ίδια, αλλά αδυνατούσε να το χειριστεί. Ίσως να μην ήθελε κιόλας.   

 Όσο πλησίαζαν στον τόπο της οι χτύποι της καρδιά της άλλαζαν ρυθμό. Μια τρυφερή νοσταλγία την τύλιγε, σαν σάλι ζεστό, καθώς τα μάτια της αγκάλιαζαν το τοπίο γύρω της. Από μικρή αγαπούσε τη φύση. Τη λάτρευε. Κυρίως το φθινόπωρο! Αυτά τα ζεστά χρώματα του φθινοπώρου που βάφουν και μεταμορφώνουν δέντρα, θάμνους, λουλούδια… την ξετρέλαιναν.  Στεκόταν με τις ώρες μικρή στο παράθυρό της και χάζευε τα κίτρινα φύλλα που σωριάζονταν σαν πεθαμένα στη γη αφήνοντας το δέντρο γυμνό, μονάχο με τα κλαράκια του. Η φύση άλλαζε φουστάνια, φορούσε τα κίτρινα, τα πορτοκαλιά της και τα κόκκινα! Όμορφα, ζεστά χρώματα, που τη συγκινούσαν αφάνταστα! Θυμάται τώρα τις ξαδέρφες της, που την κορόιδευαν σαν ήταν παιδούλες και την πείραζαν συνέχεια για τις παραξενιές της. Τη βάφτισαν κάποτε ρομαντική και της έμεινε από τότε.

‘’Μονάχα εσύ μπορείς να συγκινείσαι με ένα φύλλο κίτρινο ή με ένα δέντρο γυμνό…’’ της έλεγε καμιά φορά γελώντας κι ο άντρας της, μα πάντα καλοπροαίρετα. Μια φορά μάλιστα, παλιά, που είχαν ανέβει στο χωριό για να δουν τους γονείς της, του ζήτησε με λαχτάρα να της μαζέψει όσα κίτρινα φύλλα είχαν πέσει από τον πλάτανο της πλατείας, για να τα πάρει μαζί της και να διακοσμήσει το τζάκι τους.

 Από τη μάνα της έμοιασε σ’ αυτό. Έτσι ήταν κι εκείνη. Αγαπούσε τα φυτά με πάθος. Τα φρόντιζε σαν να ‘ταν παιδιά της. Τα χάιδευε, τα πότιζε, τους μιλούσε τρυφερά και δυσκολευόταν να τα αποχωριστεί, έστω και για λίγες μέρες, όταν κατέβαιναν στην Αθήνα για να δουν τα παιδιά τους. Πάντα, όταν έφευγε, άφηνε σε κάποιον τη φροντίδα τους για να είναι ήσυχη.

  Τώρα που κοντοζύγωναν στο χωριό, ένιωθε πόσο πολύ της είχε λείψει το σπίτι της. Αυτό το σπίτι που στέγασε όλα τα παιδικά και εφηβικά της όνειρα. Τελικά, είναι παρήγορο, κατέληξε μέσα στις σκέψεις της, να γνωρίζουμε πως για όλους μας υπάρχει πάντα ένας τόπος που μας περιμένει. Μια μικρή γωνιά σ’ όλη τη γη, ένα απάνεμο λιμάνι που μπορείς ν’ αράξεις όποτε θελήσεις. Κι αυτός ο τόπος είναι για τον καθέναν το πατρικό του. Ακόμα κι αν λείπουν οι γονείς, ακόμα κι αν δεν βρίσκεται κανείς εκεί για να τον περιμένει, παραμένει γι’ αυτόν η πιο ζεστή γωνιά, γεμάτη από αναμνήσεις, γεμάτη από εικόνες, γεμάτη από αγάπη.

 Με τον άντρα της συμφώνησαν, να πάνε το απόγευμα μαζί στο νεκροταφείο, για να περιποιηθούν το μνήμα των γονιών της. Στην αρχή ήθελε να ξεκινήσει από κει κι ύστερα ν’ ασχοληθεί με το σπίτι. Μα το μετάνιωσε αμέσως, μόλις της είπε εκείνος, πως το πρωί θα έπρεπε να περάσει από τα γραφεία του Δήμου για κάτι χαρτιά που χρειαζόταν. Μόνη της, κατάλαβε πως δε θα άντεχε να το κάνει. Καλύτερα να ξεκινούσε από το σπίτι.

 Ο Αλέξης την άφησε στην πλατεία. Εκατό μέτρα πιο πάνω στην μικρή ανηφόρα ήταν το πατρικό της. Περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι, λες κι αναζητούσε τα παιδικά της χνάρια στο γνώριμο σοκάκι που οδηγούσε στο σπίτι της. Την καλημέρισαν δυο τρεις ηλικιωμένοι που κάθονταν στον γωνιακό καφενέ. Τους ανταπέδωσε τον χαιρετισμό μ’ ένα ζεστό χαμόγελο. Κανείς τους δεν τη γνώρισε.

 Έφτασε; Λίγα βήματα ακόμα… Η τριανταφυλλιά της θεια Βαρβάρας της γειτόνισσας, την υποδέχτηκε με την ευωδιά της. Έφτασε. Σήκωσε το βλέμμα της και χάιδεψε μετά από πολύ καιρό την εξωτερική όψη του.  Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της μόλις διάβηκε το κατώφλι του. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Ένιωσε πως ανοίγει την ίδια στιγμή και την πόρτα της καρδιάς της στις θύμισες, που γύρευαν να ξεχυθούν σαν ορμητικό ποτάμι από τη μνήμη της.

’’Έλα μαζί μου’’, της πρότεινε ο άντρας της πριν λίγο, σαν είδε τα βουρκωμένα μάτια της να χαϊδεύουν το τοπίο, όταν έφτασαν στο χωριό. ‘’Δε θ’ αργήσουμε… είναι καλύτερα να πάμε μαζί σπίτι…’’ Εκείνη αρνήθηκε. Ήθελε να το κάνει μόνη της.

 Φορτισμένη από συγκίνηση προχώρησε αργά κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Κάθε σπίτι έχει τη δική του ανάσα και τη δική του μυρωδιά, ψιθύρισε στον εαυτό της, όπως ανάσανε βαθιά το γνώριμο άρωμα που την αγκάλιασε. Κάθε σπίτι έχει τις δικές του αναμνήσεις και τη δική του ιστορία. Κι αυτό το σπίτι πλημμύριζε από τις δικές της θύμισες και κουβαλούσε ευλαβικά όλο της το παρελθόν. Για μια στιγμή, θάρρεψε, πως άκουσε τη φωνή των γονιών της να την καλωσορίζουν, όπως έκαναν πάντα όταν τους περίμεναν. Μόνο που τότε, από τη λαχτάρα τους βρίσκονταν πάντα στο κατώφλι για να τους υποδεχτούν, αυτή και τα παιδιά της.

 Έκανε δυο τρία βήματα στο εσωτερικό του κι άνοιξε την πόρτα της σάλας που έβγαζε στον κήπο. Η ματιά της ακούμπησε με νοσταλγία να ξεκουραστεί στη φουντωμένη βουκαμβίλια. Ανάσανε τις μυρωδιές των φυτών. Όλα εκεί. Το γιασεμί, οι κατιφέδες, το νυχτολούλουδο και τα αρωματικά στη σκάλα της κουζίνας. Όλα εκεί. Η θεία της η Αργυρώ είχε αναλάβει να περιποιείται τον κήπο για χρόνια, της το είχε ζητήσει μόνη της μετά από το θάνατο του πατέρα της. Και το έκανε με περίσσια στοργή και φροντίδα, όπως κι η μητέρα της.

 Κάθισε στο σκαλάκι της κουζίνας. Οι αναμνήσεις ξεχύθηκαν κι ένας λυγμός αναδύθηκε από μέσα της. Οι εικόνες από τα παλιά έρχονταν η μια μετά την άλλη σαν σκηνές από ταινία. Πρώτα βήματα, σχολείο, παιδικοί φίλοι, θείοι και θείες στις γιορτές και ξαδέρφια να γεμίζει το σπίτι κι ο κήπος από χαρούμενες φωνές και γλέντια.

 Και τώρα… το σπίτι άδειο, να την προσκαλεί να γυρίσει, να του δώσει πνοή. Σηκώθηκε και μπήκε ξανά στο εσωτερικό του. Άνοιξε διάπλατα όλα τα παράθυρα, προσκαλώντας το ελαφρύ αεράκι να το αναζωογονήσει με τη δροσερή ανάσα του. Το φως του ήλιου όρμησε στα δωμάτια και ξάπλωσε ν’ αναπαυτεί σε κάθε αγαπημένο αντικείμενο, να το ζεστάνει, όπως έκανε κάποτε που έσφυζε από ζωή.

 Περπατούσε αργά και χάιδευε με το βλέμμα της κάθε αγαπημένη γωνιά. Τα μεταξωτά και τα καρεδάκια της μάνας της που σκέπαζαν με στοργή όλα τα έπιπλα να μη νιώθουν παραπονεμένα. Το βελονάκι της πάνω στη μηχανή που έραβε, μαζί μ’ ένα κουβαράκι. Τα γυαλιά του πατέρα της πάνω στο γραφείο του, τις παλιές εφημερίδες του. Τα ιστορικά βιβλία του. Τον παλιό καθρέφτη της καλημέρας. Τις εικόνες των αγαπημένων τους αγίων που στόλιζαν τη σκάλα. Ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Δημήτριος, ο άγιος Γεώργιος, ο άγιος Χαράλαμπος, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ κι η Παναγία στην κορυφή με τον Χριστό στην αγκαλιά της.

  Το πατρικό σπίτι είναι η ζεστή φωλιά του κάθε ανθρώπου, σκέφτηκε ασυναίσθητα, καθώς ένιωσε ξανά να την τυλίγει αυτή η γλυκιά αίσθηση της τρυφερότητας και της στοργής. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο του δωματίου της. Από ψηλά η ματιά της απλώθηκε στον κήπο. Το βλέμμα της έπιασε τον πατέρα της σε μια γωνιά, δίπλα στην ψησταριά να τους  ετοιμάζει το Κυριακάτικο τραπέζι και να φωνάζει στα παιδιά να μαζευτούν για φαγητό. Ένα πλατύ χαμόγελο να στολίζει τα χείλια του απ’ τη χαρά του, που ήταν πάλι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι. Κι ύστερα είδε τη μαμά της, να βγαίνει με τις τηγανίτες στο χέρι και τα μικρά να τρέχουν με λαχτάρα κοντά της να τις απολαύσουν. Στα μάτια της ανάβλυσαν δάκρυα και θόλωσαν την εικόνα που έπλασε η φαντασία της.

  Ξαναγύρισε στο εσωτερικό του βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό, από την ένταση που ένιωθε να της σφίγγει το στήθος. Σε κάθε της βήμα αντάμωνε την αγάπη, μύριζε το άρωμά της. Το βλέμμα της στάθηκε, καθώς προχωρούσε, πάνω στον παλιό μπουφέ που τον κοσμούσαν διάφορες φωτογραφίες. Οι γονείς της σε νεαρή ηλικία με τα κορίτσια τους μικρά ανάμεσά τους. Εκείνη με την αδερφή της ανεβασμένες σ’ ένα πεζουλάκι της πλατείας. Πιο κει, οι νυφιάτικες αναμνήσεις τους. Στο πλάι τους, παιδικές κορνίζες με τα δικά τους παιδιά. Ο Παναγιώτης, ο πρώτος εγγονός που καμάρωναν πάντα οι γονείς της, κοντά του η όμορφη Μυρτώ τους, με τη στολή της μπαλαρίνας σε μια παράσταση του μπαλέτου. Κι ύστερα η μικρή Μαρία, που ήρθε χρόνια αργότερα να συμπληρώσει την ευτυχία τους. Και συνέχιζαν οι κορνίζες με τις ανιψιές της να χαμογελούν στο φακό, μ’ ένα αφοπλιστικό χαμόγελο να φωτίζει την παιδική τους αθωότητα. Η Δήμητρα κι η Παρασκευούλα με αποκριάτικες στολές στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, να συμπληρώνουν το οικογενειακό άλμπουμ της ζωής τους.

 Ένα γλυκόπικρο συναίσθημα την πλημμύρισε χαζεύοντας τις φωτογραφίες. Τι όμορφο, συλλογίστηκε, από δυο ανθρώπους να γεννιούνται και ν’ ανταμώνουν τόσοι άνθρωποι! Στην αρχή ήταν δύο, ύστερα τέσσερις… Κι όσο περνούσαν τα χρόνια πλήθαιναν. Ήρθαν οι σύζυγοι, τα παιδιά τους ένα ένα να προσθέσουν τις πιο όμορφες πινελιές στον πίνακα της οικογένειας. Μετρούσαν κάποτε, στις γιορτές που μαζεύονταν όλοι, έντεκα στόματα! ‘’Χίλιοι καλοί χωράνε…’’ έλεγε η μαμά της στα παιδιά που βιάζονταν να πιάσουν τις καρέκλες γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Ο πατέρας φώναζε πάντα και τους γείτονες, τον φίλο του τον Κυρ Κωστή με τη γυναίκα του, που περνούσαν πάντα μόνοι τους τις γιορτές, μιας και τα παιδιά τους έμεναν μόνιμα στη Γερμανία. Και μετά ακολουθούσε γλέντι! Με τον πατέρα να σέρνει τον χορό κι όλους ν’ ακολουθούνε.

Να γεμίζουν ένα σπίτι με τις φωνές τους, τις χαρές τους και τις λύπες τους. Κι ύστερα, να έρχεται μια μέρα το πλήρωμα του χρόνου και να τους αφαιρεί έναν έναν, σαν γομολάστιχα σε παιδική ζωγραφιά… Ο καθένας να κάνει τη δική του οικογένεια και να στήνει δικό του σπίτι και δική του ζωή. Κι όταν οι γονείς ‘’φύγουν’’ για το δικό τους ταξίδι, το πατρικό σπίτι που άλλοτε έσφυζε από χαρά και ευτυχία να απομένει άδειο από ανάσες και φωνές και γέλια και τραγούδια.

 Συνέχισε να περπατάει στα δωμάτια. Σε κάθε κίνησή της νόμιζε πως άκουγε τη φωνή της μάνας της να τη συμβουλεύει ‘’να φορέσεις τη ζακέτα σου κάνει ψύχρα έξω…’’ ή ‘’να  προσέχεις στον δρόμο…’’ Ένα αμυδρό χαμόγελο έσκισε τα χείλη της από την ενδόμυχη λαχτάρα να τ’ ακούσει στ’ αλήθεια. Όλα τα πράγματα που άγγιζε με το βλέμμα της είχε την αίσθηση πως της μιλούσαν. Όλα αυτά που κάποτε τα προσπερνούσε σαν ασήμαντα στολίδια που μάζευε η μητέρα της, τώρα της φαίνονταν πως κουβαλούσαν τη δική τους ανεκτίμητη αξία.

  Όταν άνοιξε την πόρτα από το παιδικό της δωμάτιο, ένα γλυκό άρωμα λεβάντας την υποδέχτηκε απαλά σαν καλωσόρισμα. Το άρωμα των παιδικών της χρόνων. Θυμάται έντονα τώρα τη μητέρα της τα καλοκαίρια, να κόβει τους μωβ ανθούς από τις λεβάντες του κήπου και να τους βάζει με προσοχή μέσα σε σακουλάκια να αποξηραθούν. Ύστερα από καιρό, τα έχωνε μέσα σε ντουλάπες και συρτάρια για να μοσχοβολάνε τα ρούχα τους. Προχώρησε και κάθισε στην καρέκλα του μικρού γραφείου της. Τα ράφια του γεμάτα από παιδικά βιβλία και αγαπημένα παιδικά αρκουδάκια που τη συντρόφευαν κοριτσάκι στα παιχνίδια της. Στον τοίχο πλάι της, κρεμασμένα ακόμα τα βραβεία απ’ το μπαλέτο και τ’ Αγγλικά της να την επιβραβεύουν και να της θυμίζουν τις επιτυχίες της.  Εκεί μέσα ζύμωσε τα όνειρά της, με τα πιο αγνά υλικά της αθωότητας και της ελπίδας… Εκεί μέσα την έντυσαν νυφούλα οι φίλες της και οι ξαδέρφες της, τραγουδώντας χαρούμενες για την καινούργια ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους… Εκεί μέσα έκλαψε, γέλασε, θύμωσε, απογοητεύτηκε, ονειρεύτηκε, τραγούδησε… σκεφτόταν αναπολώντας εκείνα τα όμορφα χρόνια.

 Σαν έφτασε στο δωμάτιό των γονιών της ένιωσε μια κεντιά στο στήθος, απ’ τον αφόρητο πόνο της νοσταλγίας. Μια ανείπωτη θλίψη φώλιασε στην ψυχή της. Χάιδεψε τρυφερά την ψυχρή επιφάνεια του σιδερένιου κρεβατιού που δέσποζε στο χώρο. Στα κομοδίνα οι λάμπες οι παλιές που λάτρευε η μητέρα της, την καρτερούσαν κι αυτές, γυρεύοντας ένα ανθρώπινο χάδι. Στον μεγάλο καθρέφτη αντίκρισε τη φιγούρα της κι ήρθαν στη μνήμη της οι στιγμές που έτρεχε κάθε φορά με λαχτάρα, όταν ήταν κοριτσάκι, να καμαρώσει το είδωλό της μέσα σ’ ένα καινούργιο φόρεμα.

Σε μια άκρη, πήρε το μάτι της δυο κουτιά γεμάτα με μικροπράγματα. Τα είχε πακετάρει η θεια της η Αργυρώ λίγο καιρό μετά από το θάνατο των γονιών της. Είχε προσφερθεί να τη βοηθήσει να πετάξουν κάποια πράγματα και να καθαρίσουν το σπίτι για να μπορούν μετά να πηγαίνουν με τις οικογένειές τους οι δυο αδερφές. Η Μαρίνα αρνήθηκε να συμμετέχει τότε σ’ αυτήν την οδυνηρή διαδικασία, είπε στη θεια της να το κάνει μόνη της. Κι εκείνη το έκανε, αλλά άφησε τις κούτες γεμάτες να τις ελέγξουν τα κορίτσια.

 Άνοιξε την πρώτη κούτα τρέμοντας από την αγωνία. Η καρδιά της φτερούγισε από  συγκίνηση, όταν άγγιξε το ροζ φουλάρι της μαμάς της, κάποιες ζακέτες της, μια γραβάτα μπλε του πατέρα της, που του είχε κάνει δώρο η ίδια μια Πρωτοχρονιά, χάντρες από ένα κομπολογάκι του παλιό, μια ταμπακιέρα, έναν ασημένιο παλιό αναπτήρα, δώρο κι αυτός της αδερφής της από ένα ταξίδι τους στην Κρήτη. Δε θα δώσει τίποτα απ’ όλα αυτά, αποφάσισε κλείνοντας και τη δεύτερη κούτα. Όλα τα πράγματά τους θα της δίνουν ένα στήριγμα να πιαστεί, να μη νιώθει την οδυνηρή απώλεια. Ένα γλυκό παράπονο την συνεπήρε κι άφησε πια ελεύθερα τα δάκρυά της. Ένα δάκρυ για κάθε στιγμή ευτυχίας που κύλησε κι έφυγε.

  Σταγόνες βροχής ακούστηκαν να της χτυπάνε απαλά το παντζούρι. Πλησίασε στο παράθυρο. Άπλωσε τη ματιά της έξω και την ένιωσε να τυλίγει απαλά σαν βάλσαμο όλο τον χώρο του σπιτιού. Πόσο την αγαπάει τη βροχή! Πόσο της αρέσει η μυρωδιά που αναδίνει η διψασμένη γη όταν ανταμώνει με τις σταγόνες της! Κι εδώ θα την απολαμβάνει σίγουρα. Θα τη χαζεύει με τις ώρες απ’ το παράθυρο καθώς θα ποτίζει τα φυτά τους, τα δέντρα γύρω τους, τα  ψηλά βουνά που μοιάζουν με ανθρώπινες φιγούρες στο βάθος του ορίζοντα.

 

 Κατέβηκε αργά τα σκαλοπάτια και βγήκε ξανά στην είσοδο του σπιτιού. Μια αίσθηση ικανοποίησης την πλημμύρισε στη σκέψη, πως τελικά, ο ερχομός τους θα ξαναέδινε ζωή στο πατρικό της. Τα παιδιά της θα μαζεύονταν στις γιορτές και τα καλοκαίρια. Οι φίλοι τους θα τους επισκέπτονται σε κάθε ευκαιρία. Και η αύρα των γονιών της θα υπάρχει παντού γύρω τους. Οι γονείς ποτέ δεν ξεχνιούνται, ποτέ δε φεύγουν από τη σκέψη μας κι απ’ την καρδιά μας, σιγούρεψε τον εαυτό της, για ν’ αλαφρύνει το βάρος της καρδιάς της. Η ορφάνια δεν είναι τυχαία λέξη σκληρή, συνοδεύει κάθε είδους απώλεια, για να τονίσει το φοβερό αυτό συναίσθημα της απουσίας!  

Ο Αλέξης τη βρήκε στο σκαλοπάτι μπροστά στο κατώφλι, να τον προσμένει και ν’ ανασαίνει τα γιασεμιά με λαχτάρα. ‘’Όταν μυρίζεις γιασεμί να με θυμάσαι…’’ άκουσε αχνά τη φωνή της μάνας της να της ψιθυρίζει μες στη μοναξιά της. Ένας λυγμός ανέβηκε στο στήθος της και θόλωσε ξανά το βλέμμα της. Μόλις είδε τη φιγούρα του άντρα της να πλησιάζει, σηκώθηκε να τον υποδεχτεί.

‘’Δε θα πετάξω τίποτα. Τίποτα δεν περισσεύει…’’ του ψέλλισε τρυφερά κι έγειρε απαλά στον ώμο του σαν ερωτευμένο κοριτσάκι.