Ιστορίες: Περί θεάτρου

 

Ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας “Έτσι, ξεκίνησε ο μεγάλος φίλοσοφος Αριστοτέλης τον ορισμό της αρχαίας τραγωδίας, προλογώντας το σημαντικό ρόλο που θα διαδραματίσει στον Δυτικό Πολιτισμό από τις μέρες του έως σήμερα. Αυτή η αναπαράσταση ανθρωπίνων πράξεων πάνω στη σκηνή οδηγεί το θεατή στην πολυπόθητη κάθαρση, στην ψυχική ανακούφιση πως η ηθική τάξη επικρατεί και με αυτό τον τρόπο το ηθικό μεγαλείο του τραγικού ήρωα ανυψώνεται. Άραγε, ο σύγχρονος Έλληνας, κληρονόμος της αρχαίας τραγωδίας, μπορεί να αναγνωρίσει αυτή την αξία και να γίνει ο λαμπαδηφόρος της στην παγκόσμια κοινωνία; 

Πολλοί χαριτολογώντας υποστηρίζουν πως το θέατρο βρίσκεται μέσα στον γενετικό κώδικα του Έλληνα, στο συλλογικό του υποσυνείδητο. Αν κάποιος αφαιρέσει όμως το ευφηολογημα αυτού του ισχυρισμού, θα διαπιστώσει πως όντως, από τα αρχαία χρόνια έως σήμερα, το θέατρο έχει μια μακραίωνη συνέχεια στην ελληνική παράδοση. Αποτέλεσε βασική πολιτιστική ατζέντα του περίφημου Περικλή τον 5ο αι. π.Χ. με την διακήρυξη των θεωρικών χρημάτων, επιδόματος δηλαδή που χορηγήθηκε στα λαϊκά στρώματα της εποχής, προκειμένου να παρακολουθούν δωρεάν θεατρικές παραστάσεις. Ο σκοπός του ήταν να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο παιδείας και μάθησης γύρω από το θέατρο, ένας χώρος, στον οποίο ο πολίτης, με την συνειδητότητα που κατείχε ο καθένας, θα μπορούσε να συλλογιστεί την ατομική, αλλά και την πολιτική ευθύνη των πραγμάτων.

Ο ελληνιστικός κόσμος έχει να επιδείξει την Νέα Κωμωδία, απόγονο της αριστοφανικής κωμωδίας, ευχάριστη, πολιτικά εύπεπτη, χιουμοριστική, αθυρόστομη, ασχολείται κυρίως με οικογενειακά ζητήματα, γάμους, χαμένους θησαυρούς και μοχθηρούς δούλους. Είναι αυτή, που έδωσε το έναυσμα στον Πλαύτο (Titus Maccus Plautus, 254-184 π.Χ.) και στον Τερέντιο (Publius Terentius, 190-159 π.Χ) να ασχοληθούν με την κωμωδία κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια και να επηρεάσουν εντόνως τους δραματουργούς μεταγενέστερων εποχών.

Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που το θέατρο ικανοποιούσε το αδηφάγο θυμικό του όχλου με χυδαίο τρόπο, έμοιαζε να πεθαίνει μέσα στην ματαιότητα της ύπαρξής του. Βέβαια, ο χρόνος απέδειξε πως αναγεννήθηκε από τις στάχτες του και ακολούθησε μια απρόσμενη πορεία, καθώς ο Χριστινιασμός, που είχε εντωμεταξύ εδραιωθεί στην πλέον Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ενώ στην αρχή το θεωρούσε παγανιστικό κατάλειπο της αρχαίας θρησκείας, με την πάροδο του χρόνου το ενέταξε στην θρησκευτική του πρακτική αναδεικνύωντας το μεσαιωνικό Λειτουργικό δράμα. Αυτό το είδος θεάτρου αντλούσε τα θέματά του από τη χριστιανική λειτουργία και τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας σχετικά με τη Γέννηση και την Ανάσταση του Χριστού.

Οι δύο βασικοί πυλώνες της ελληνικής ταυτότητας, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και ο Χριστιανισμός, έχουν ήδη  καθορίσει την πεμπτουσία τουελληνικού θεάτρου και το έχουν αναδείξει βασική συνήθεια, σχεδόν εθιμικού χαρακτήρα, στην καθημερινότητα του Έλληνα μέχρι αυτό το σημείο της ιστορίας. Μετά την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους Οθωμανούς Τούρκους, το 1453, το θέατρο θα γνωρίσει μια περίοδο στασιμότητας και παρακμής λόγω των αντίξοων συνθηκών που επικρατούσαν στον ελληνικό χώρο από τον τουρκικό ζυγό. Παρόλα αυτά περιπλανώμενες θεατρικές ομάδες κάθε είδους οργώνουν την ύπαιθρο χώρα και τις σημαντικότερες ελληνικές κοινότητες διατηρώντας ζωντανή τη θεατρική παράδοση στους υποταγμένους Έλληνες και καταφέρνοντας να κρατήσουν βιώσιμο το θέατρο έως τη σύγχρονη εποχή και την δημιουργία του νέου, ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.

Στις μέρες μας, που η οπτικοακουστική τεχνολογία ακολουθεί εντατικούς ρυθμούς προόδου και το φαινόμενο  της παγκοσμιοποίησης έχει δημιουργήσει για πρώτη φορά διαύλους ελεύθερης επικοινωνίας μεταξύ των λαών, καλείται η Ελλάδα να αναλογιστεί τη θέση που επιθυμεί να έχει μέσα στο διεθνές θεατρικό γίγνεσθαι, να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της, τους στόχους της και τις προοπτικές της. Καλείται να ανακαλύψει πεδία έρευνας και ανάπτυξης που δεν γνώριζε πρωτύτερα, όπως η Πολιτιστική Διπλωματία. Πάνω από όλα όμως καλείται να ανασυγκροτηθεί και να αποκτήσει πραγματική θεατρική παιδεία, η οποία φυσικά θα ενταχθεί στα πλαίσια μιας γενικότερης ανθρωπιστικής μάθησης. Θα πρέπει να αρθεί η ελιτίστικη θεώρηση του θεάτρου από τον Νεοέλληνα και να δημιουργηθούν ξανά, από το μηδέν, οι παράλληλοι βίοι μεταξύ των πολιτών και του θεάτρου. Για την πολυπόθητη κάθαρση, ατομική και συλλογική. 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Σημαιοφορίδης

Μέλος της επιστημονικής ομάδας του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας