Τα νέα του αγρότη:Περιζήτητα τα σκόρδα της Νέας Βύσσας

 

Ποιος θα το περίμενε ότι το άρωμα και η γεύση ενός σκόρδου θα μπορούσαν να του δώσουν… διαβατήριο για ξένες αγορές.

Οι προσπάθειες για την πιστοποίηση του σκόρδου Νέας Βύσσας, όπως διαφαίνεται, θα έχουν αίσιο τέλος. «Υστερα από μια τροποποίηση του σχετικού φακέλου ελπίζουμε ότι το 2018 θα πάρουμε επιτέλους την πιστοποίηση είτε ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης είτε ως Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ενδειξης. Ετσι θα αποκτήσουν προστιθέμενη αξία τα προϊόντα που παράγουμε και μια ταυτότητα με αξία για τις αγορές του εξωτερικού», αναφέρει ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Παραγωγής, Επεξεργασίας, Εμπορίας Σκόρδου Βύσσας, κ. Αναστάσιος Γιακμογλίδης.

Στο βόρειο άκρο του Νομού Εβρου, στην εύφορη περιοχή της Νέας Βύσσας, παράγεται περίπου το 70% της ελληνικής παραγωγής σκόρδου. Ο συνεταιρισμός ιδρύθηκε το 2009 από 20 παραγωγούς, ωστόσο δεν κατάφερε στα χρόνια της κρίσης που ακολούθησαν να συσπειρώσει μεγάλο ποσοστό παραγωγών, οι οποίοι συνολικά φτάνουν τους 150.

«Στον συνεταιρισμό όλα γίνονται με το γράμμα του νόμου, παραστατικά, τιμολόγια κ.λπ. Πολλοί παραγωγοί, προκειμένου να γλιτώσουν την υψηλή φορολόγηση, προτιμούν να διαθέτουν τα προϊόντα τους σε τοπικές αγορές», λέει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του συνεταιρισμού.

Φέτος η παραγωγή ήταν καλή, αν και οι παγετοί κατέστρεψαν περίπου το 10%. Η συγκομιδή των χλωρών σκόρδων έχει ήδη ξεκινήσει και η τιμή παραγωγού φτάνει περίπου στα 2,5 ευρώ το κιλό. Στα 2,5 με 3 ευρώ αναμένεται να κινηθεί και η τιμή του ξερού σκόρδου, του οποίου η συγκομιδή θα ξεκινήσει μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου. Μάλιστα το 2017 θα είναι η δεύτερη χρονιά που ο συνεταιρισμός θα έχει και βιολογικό σκόρδο. Τα μέλη του συνεταιρισμού διαχειρίζονται περίπου 600 τόνους ξηρό σκόρδο και 40 με 50 τόνους χλωρό. Στην περιοχή καλλιεργούνται συνολικά 3.000 στρέμματα (εκ των οποίων τα 600 στρέμματα ανήκουν σε μέλη του συνεταιρισμού). Η απόδοση είναι καλή, καθώς κυμαίνεται στα 1.000 με 1.200 κιλά ανά στρέμμα, ωστόσο, όπως τονίζει ο κ. Γιακμογλίδης, αντισταθμίζεται από το κόστος παραγωγής, το οποίο είναι ιδιαιτέρως υψηλό και μπορεί να ξεπερνά τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα. «Το 80% της εργασίας γίνεται χειρωνακτικά. Από τη σπορά έως το ράφι το σκόρδο θα περάσει από τα χέρια ενός εργάτη τουλάχιστον έξι φορές», σημειώνει ο ίδιος, επισημαίνοντας ότι ο συνεταιρισμός έχει πάρει τη διεθνή πιστοποίηση GLOBALG.A.P για ολοκληρωμένη διαχείριση στην παραγωγή.

Τα σκόρδα διατίθενται στην εγχώρια αγορά χύμα, σε δίχτυ ή σε παραδοσιακές πλεξάνες. Μια μικρή ποσότητα (περίπου 10%) εξάγεται στη Βουλγαρία, στη Γερμανία, όπου διατίθεται από ελληνικά παντοπωλεία, και στην Αυστραλία. Αναφερόμενος στα εισαγόμενα σκόρδα από Κίνα, Ισπανία και Αργεντινή, ο πρόεδρος του συνεταιρισμού υπογραμμίζει ότι αυτά καλύπτουν την αγορά κυρίως τις εποχές που είναι ελλειμματική η ελληνική παραγωγή. «Οταν τα ελληνικά σκόρδα βγουν στους πάγκους ή στα ράφια, οι καταναλωτές τα προτιμούν, διότι είναι γευστικότερα από τα κινέζικα ή τα αργεντίνικα», δηλώνει ο κ. Γιακμογλίδης.

Ο συνεταιρισμός στεγάζεται σε μια έκταση 2.000 τ.μ. και έχει εγκαταστάσεις με γραμμές επεξεργασίας, διαλογής, καθαρισμού τροφίμων και συσκευασίας, ώστε να συμβαδίζει με τις σύγχρονες απαιτήσεις και να καλύπτει τις ανάγκες της αγοράς. Επιπλέον διαθέτει ψυγείο για την αποθήκευση και τη διατήρηση των προϊόντων, προκειμένου να μπορεί να τα διαθέτει στην αγορά καθ’ όλη τη διάρκεια όλου του έτους.

Μάχη Τράτσα