‘’Σε μένα μιλάτε κύριε;’’

 

‘’Κάνε στην άκρη ρε μπεκρούλιακα…’’ φωνάζει ο έξαλλος οδηγός και κουνάει τα χέρια του νευριασμένος.

 ‘’Μπα! Σε μένα μιλάτε κύριε; Σε μένα με το καπέλο; Τι ‘πατε; χικ…  Μπεκρούλιακα είπατε εμένα; Μα πού ‘ναι το καπέλο μου; χικ… χικ… έκανε ξαφνιασμένος ο ηλικιωμένος άντρας παραπατώντας.

‘’Κάνε στην άκρη ρε, άντε, άντε… μη σε πάρω σβάρνα και σε κάνω λιώμα πρωί πρωί…’’

‘’Μπα! Σε μένα μιλάτε κύριε; χικ…’’ τον  ρώτησε ξανά και συνέχισε να στέκεται καταμεσής του δρόμου τραμπαλίζοντας το κορμί του απ’ τη ζαλάδα.  

‘’Ναι ρε, σε σένα μιλάω. Παρ’ τα πόδια σου,  για δεν αργώ να σε πάρω σβάρνα. Άντε από κει Χριστουγεννιάτικα…‘’ του φώναξε ξανά μέσα απ’ το ανοιχτό παράθυρο ο εκνευρισμένος οδηγός ενός γιώτα χι, που εμπόδιζε την πορεία του.

‘’Μπα! χίκ… Σε μένα μιλάει… Γνωριζόμαστε κύριε; Ξέρετε σε ποιον μιλάτε; χικ… Ο Παντελής είμαι… Πού ‘ναι το καπέλο μου; χικ… Πώς είπατε; Χριστουγεννιάτικα; Μπα! χικ… Έρχονται Χριστούγεννα δηλαδή; Μπα! Με ξεγέλασε ο ήλιος… χικ…χικ… ‘’

  Ο οδηγός σιχτιρίζει για άλλη μια φορά και κόβει όλο το τιμόνι του αριστερά για να τα καταφέρει να τον αποφύγει. Στο τέλος του χαρίζει και μια ξεγυρισμένη μούντζα κι απομακρύνεται σπινάροντας.

 Ο ζαλισμένος άντρας παραπατάει και σκοντάφτει στο πεζοδρόμιο. Πιάνεται σε μια κολόνα που βρίσκει μπροστά του κι ύστερα σωριάζεται αργά καταγής. Ο κόσμος βιαστικός τον προσπερνάει ενοχλημένος.   

‘’Σε μένα μιλάς ρε καλόπαιδο; χικ… Εμένα λες μπεκρούλιακα; χικ… Δυο ποτηράκια ήπια. Έτσι για το καλό. Ορίστε κύριε… περάστε αφού βιάζεστε. χικ… Ακούς εκεί μπεκρούλιακα! Χριστουγεννιάτικα! χικ…  Με δυο ποτήρια κρασί για το καλό… χικ…’’

 Ρίχνει λοξές ματιές γύρω του και τα μάτια του ανταμώνουν με έναν αδέσποτο μαύρο σκύλο που έχει σταθεί και τον κοιτάει δυο μέτρα πιο πέρα.

‘’Καλά δεν τα λέω ρε κοπρίτη; Δε συμφωνείς; χικ… Τι με κοιτάς; Έλα κοντά μη με φοβάσαι. Δε δαγκώνω εγώ… χικ… Δε σε μαλώνω ρε, μη φοβάσαι. Πού χάθηκες χθες ε; Μου ‘λειψες το ξέρεις; χικ… Έλα να σου πω ένα μυστικό, τι γιόρταζα κι ήπια δυο ποτηράκια παραπάνω… χικ…  Έλα δω δίπλα ρε μη φοβάσαι. Κέρασμα που λες του Παναγή τα χθεσινά ποτηράκια. χικ… Με φώναξε από μόνος του ο άνθρωπος να μου πει λέει τα σιχαρίκια.  χικ… Η κόρη μου λέει, πήρε το πτυχίο της  δικηγορίνας! Ακούς ρε κοπρίτη; χικ… Η κόρη του Παντελή του φιστικά,  δικηγορίνα με τα όλα της! χικ… Το πιστεύεις; Εμένα απίστευτο μου φαίνεται! Γι’ αυτό ήπια δυο ποτηράκια παραπάνω. χικ… Απ’ τη χαρά μου… Εσύ είσαι φίλος μου, με καταλαβαίνεις σίγουρα. χικ… Συμμερίζεσαι τη χαρά μου, έτσι δεν είναι ρε κοπρίτη; χικ.. χικ…’’

   Ύστερα σώπασε απότομα και χάζεψε μια κυρία που περνούσε δίπλα τους συνάμενη κουνάμενη κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μικρό πράσινο δεντράκι.

 ‘’Τι κουβαλάει η μανδάμ; Δέντρο; χικ… Φτάσανε κιόλας τα Χριστούγεννα ρε κοπρίτη, το κατάλαβες; χικ… Μπα! Πώς μας ξεγέλασε ο ήλιος…‘’

 Κούνησε το ζαλισμένο κεφάλι του πάνω κάτω μήπως συνέρθει και γύρισε πάλι το βλέμμα του στο φίλο του. Άπλωσε το ξυλιασμένο χέρι του και του χάιδεψε τρυφερά το μαύρο του τρίχωμα.   

 ‘’Που ‘σουνα χθες ρε κοπρίτη που σ’ έψαχνα; Βρήκες κι άλλον φίλο; χικ… Για δε πέρασες απ’ του Παναγή; Εκεί δε συναντιόμαστε; χίκ… Αν είχες έρθει στου Παναγή θα ‘τρωγες και κάνα κοκαλάκι. Γιορτάζαμε χθες σου λέω. χικ… Η Περσεφόνη μου ορκίστηκε δικηγορίνα, ξέρεις τι πα να πει αυτό ε; Μεγαλεία! χικ… Θ’ αγορεύει μέσα στις αίθουσες με τα ταγιεράκια της!  χικ… Θ’ αγορεύει κι όλοι θα στέκονται προσοχή και θα την ακούνε! Την κόρη του Παντελή του φιστικά! χικ… Ακούς; Για τη Περσεφόνη μου σου λέω ρε… χικ… Να, εδώ απέναντι στα δικαστήρια θα έρχεται μεθαύριο με τα ταγεράκια της, με τους φακέλους της, με τα όλα της. Χικ… Και θ’ αγορεύει… Κι εγώ θα καμαρώνω… χικ… χικ…’’

 Ο σκύλος είχε κουρνιάσει δίπλα του και τον άκουγε σιωπηλός. Ο Παντελής έφερε μια γύρα τα θολωμένα μάτια του στη γειτονιά.  Ένας ζεστός αέρας του χάιδευε στοργικά το πρόσωπο. Ο καιρός το είχε γυρίσει σε νοτιά κι ένας τεμπέλης ήλιος σεργιάναγε απ’ το πρωί στη μικρή τους πόλη.    

 ‘’Θα καμαρώνει κι η μάνα της σαν γύφτικο σκεπάρνι! χικ… Μπα σε καλό μου, ποιος με θυμήθηκε πάλι; Για τη Βασιλική λέω ρε κοπρίτη, τη μάνα της. χικ… Την κυρία Βασιλική ντε, που μας πέταξε μια μέρα έξω απ’ το σπίτι της σαν το σκυλί… χικ… Ναι ρε, όπως στα λέω, σα να ‘μουνα σκυλί. Εσένα σ’ έχει πετάξει κανένας ποτέ έξω απ’ το σπίτι σου, ε; Τυχερέ… χικ…  Είσαι τυχερός ρε κοπρίτη που δεν έχεις σπίτι, το ξέρεις; χικ… που δε σ’ έχει πετάξει κανένας έξω. Θα μου πεις εσένα τι σε νοιάζει… Ένας αδέσποτος φουκαριάρης είσαι, αλλά στο λέω εγώ ρε, ο Παντελής ο φιστικάς… χικ… Καλύτερα αδέσποτος κι αφέντης του εαυτού σου… χικ… Εμένα ν’ ακούς… Καλύτερα…  

 Χικ… χικ… Μπα σε καλό μου, λες να με θυμήθηκε η Περσεφόνη μου ρε φιλαράκο; Ε; χικ… Η κόρη μου μ’ αγαπάει ακόμα και με θυμάται σίγουρα. χικ… ‘Αλλο που την ορμηνεύει η μάνα της να μη με νοιάζεται. χικ… Δεν ξέρω εγώ το παιδί μου; Ψέματα θα σου πω; χικ… Είναι ψυχοπονιάρα σαν τη σγχωρεμένη τη μανούλα μου ρε κοπρίτη η θυγατέρα μου, δεν είναι σκύλα μαύρη σα τη δικιά της μάνα… χικ…χικ…

 Ο σκύλος σηκώθηκε αργά και τεντώθηκε νωχελικά κάτω απ’ τις ακτίνες του ήλιου. Μύρισε τον αέρα με τη μουσούδα του. Η μυρωδιά απ’ τα σουβλάκια που έψηνε πιο πέρα μια ψησταριά του γαργαλούσε τη μύτη τόση ώρα.

‘’Κάτσε κάτω ρε κοπρίτη, πού πας; χικ… δε σε θίξαμε. Για τη Βασιλική το είπα την άπονη. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. χικ… Εσένα ρε; Αφού είσαι φίλος μου. χικ… Εσύ με πονάς και με νοιάζεσαι περσότερο απ’ όλους ρε φιλαράκο, δεν έχω παράπονο. χικ… Άσε με ντε να βγάλω από μέσα μου κάνα παράπονο για την άκαρδη τη μάνα της. χικ… Άσε με να ξαλαφρώσω. Τόσα χρόνια τα φυλάω μέσα μου και με πνίγουν ρε κοπρίτη… χικ… Αν δε τα πω στο φίλο μου σε ποιον θα τα πω; χικ… χικ…’’

  Ένα αυτοκίνητο φρέναρε απότομα μπροστά τους για ν’ αποφύγει έναν σκύλο που διέσχιζε αργά το δρόμο. Χτύπησε την κόρνα δυνατά για να τον αποφύγει. Ο κοπρίτης ανασηκώθηκε και κοίταξε ανήσυχος με τεντωμένα τ’ αυτιά του. Ύστερα μόλις βεβαιώθηκε πως ο άλλος σκύλος τη γλίτωσε στρώθηκε ξανά δίπλα στο φίλο του και συνέχισε να ακούει τα παράπονά του.

‘’Κοντεύουν Χριστούγεννα ρε κοπρίτη… χικ… Κοίτα πόσο όμορφα είναι στολισμένα τα μαγαζιά! Χικ… Κάθε που έρχονται γιορτές νιώθω μια μοναξιά ασήκωτη… χικ… Οι γιορτές είναι γι’ αυτούς που έχουν οικογένεια… χικ… Όχι για τους κοπρίτες σαν κι εμάς… χικ… Εμένα μου φαίνονται μαύρες… χικ…  Αλήθεια σου λέω ρε, ακόμα κι αν έχει χιονίσει κι είναι η πόλη σαν νυφούλα ντυμένη στα άσπρα… χικ…  εμένα μου φαίνονται οι μέρες μαύρες… χικ… Η νοσταλγία είναι βελόνα που κεντάει τα σωθικά… Χικ… Δε συμφωνείς; Βελόνα που σε τρυπάει στην καρδιά… χικ… Τέτοιες μέρες και τι δεν τους κουβάλαγα στο σπίτι…. χικ… απ’ το μεροκάματο που έβγαζα με τα φιστίκια… χικ… Γαλοπούλες να δουν τα μάτια σου τόσα χρόνια… Γαλοπούλα μου ζήταγε η Βασιλική να τη παραγεμίσει για το Χριστουγεννιάτικο δείπνο…. χικ… Και πώς τις πετύχαινε ρε κοπρίτη… Μιλάμε για τη πρώτη μαγείρισσα… χικ..  Και τα δάχτυλά μας γλύφαμε στο τέλος… χικ… Με το μεροκάματο το δικό μου ρε κοπρίτη κάναμε Χριστούγεννα σαν βασιλιάδες… χικ…

 Μπα σε καλό μου… Τι λόξυγκας είναι αυτός σήμερα… χικ… Η Περσεφόνη μου θα με θυμήθηκε σίγουρα… χικ… Να δεις που θα ψάχνει να με βρει. χικ… Να δεις που θα θέλει να με πάρει στο σπίτι της να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα… χικ… Λες να με ψάχνει ρε κοπρίτη; χικ… Λες να με θέλει για τις γιορτές στο σπίτι της; χικ… χικ… Μην ανησυχείς ρε φιλαράκο… Δε θα  σ’ αφήσω μονάχο σου άμα με πάρει… χικ… Θα σε πάρω κοντά μου… χικ… Η Περσεφόνη μου τα πονάει τα ζώα είναι ψυχοπονιάρα σαν εμένα και τη σγχωρεμένη τη μανούλα μου… χικ… Λες να μας θέλει για τις γιορτές στο σπίτι της; Χικ…χικ…’’  

 

Γράφει η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη