Το greekaffair.gr και ο Κυριάκος Τσικορδάνος μίλησαν πρόσφατα με τον Δρ. Παναγιώτη Καρκατσούλη για το πρώτο συγγραφικό του παιδί «Διοικώντας (σ)την κρίση» σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Ο Δρ. Παναγιώτης Καρκατσούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958. Αφού αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκπόνησε διδακτορική διατριβή στην Κοινωνιολογία του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Bielefeld της Γερμανίας.

Δίδαξε Δημόσια Πολιτική και Ρυθμιστική Διακυβέρνηση στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης για περισσότερα από 20 χρόνια, ενώ παράλληλα εργάστηκε ως ειδικός επιστήμονας στο Υπουργείο Προεδρίας Κυβερνήσεως. Δική του ήταν η ιδέα δημιουργίας των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ), η οποία άρχισε να υλοποιείται την περίοδο που ήταν υφυπουργός εσωτερικών ο Σταύρος Μπένος. Όταν ανέλαβε υπουργός η Βάσω Παπανδρέου τα ΚΕΠ επεκτάθηκαν σε όλη την Ελλάδα, ενώ στη συνέχεια η σχετική τεχνογνωσία εξήχθη σε όλες τις Βαλκανικές χώρες, στην Αίγυπτο, στη Συρία και στη Ρωσία.

Έχει βραβευτεί δυο φορές από την Αμερικανική Εταιρία Διοικητικής Επιστήμης (AmericanSocietyforPublicAdministration): το 2003 του απενεμήθη το βραβείο “PeterBoorsma” από το Νοτιοανατολικό Τομέα (ASPASoutheasternConference), ενώ το 2012 του απονεμήθηκε στο LasVegas το Διεθνές Βραβείο της ASPA (ASPAInternationalPublicAdministrationAward). Η τελευταία είδηση έχει κάνει το γύρο του κόσμου λόγω της μη-αναμενόμενης διάκρισης Έλληνα στη θέση του “καλύτερου δημοσίου υπαλλήλου του κόσμου”. Στις εκλογές του 2015 εξελέγη ως επικεφαλής του επικρατείας με το Ποτάμι.

Κε Καρκατσούλη γεννηθήκατε στην Αθήνα το 1958, μια εποχή που η Ελλάδα άλλαζε σελίδα στην ιστορία της. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια, τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια;

Θυμάμαι την γειτονιά μου, τον Κολωνό, που διατηρούσε ακόμη την αστική του φυσιογνωμία, πώς άλλαζε ραγδαία. Τις πολυκατοικίες που εκτόπιζαν τα σπίτια του 30 με τις αυλές που καθόμασταν μαζί με τους γείτονες τα απογεύματα.

Θυμάμαι πολύ έντονα το ταραγμένο πολιτικό κλίμα της εποχής με τις καθημερινές διαδηλώσεις για τα Ιουλιανά, την δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα και το οργισμένο πλήθος να περνάει μπροστά από την πόρτα μας. Το σπίτι που μεγάλωσα ήταν στην οδό Λένορμαν, ένα από εκείνα τα προπολεμικά κτίσματα με αυλή  και μια μεγάλη ακακία στην οποία εγώ κατέφευγα μετά τις εξορμήσεις μας στο Μεταξουργείο και στην Ομόνοια. Αγάπησα το κέντρο της Αθήνας και σ’ αυτό επέστρεφα πάντα, μέχρι και τώρα, που έχει γίνει αγνώριστο, χωρίς ταυτότητα πια.

Η ανάγνωση βιβλίων και η συγγραφή σάς άρεσε από παιδί; Θεωρείτε τον εαυτό σας βιβλιοφάγο;

Ναι, διάβαζα μανιωδώς. Απο μικρός είχα έφεση σε θεωρητικά κείμενα κι επειδή η ενηλικίωσή μου συνέπεσε με τις ταραγμένες περιόδους της πτώσης της χούντας και της αποκατάστασης της δημοκρατίας, εγώ ζούσα μέσα σ’ ένα βομβαρδισμό ερεθισμάτων: Από τους Έλληνες ποιητές που τους μάθαινα  κι εγώ μέσα από τον Μίκη Θεοδωράκη μέχρι τα πρώτα φιλοσοφικά δοκίμια που ελάχιστοι είχαν το κουράγιο να μεταφράσουν, όλα αυτά σημάδεψαν τη σχέση μου με τα βιβλία. Η αγάπη μου για την λογοτεχνία και τη φιλοσοφία επεκτάθηκε κατά τα φοιτητικά μου χρόνια στην ψυχολογία και την κοινωνιολογία και στεγάστηκε υποδειγματικά στη Γερμανία κατά τα χρόνια των μεταπτυχιακών μου σπουδών.

Στα εφηβικά σας χρόνια τι παιδί υπήρξατε; Ήσασταν ένας ήρεμος χαρακτήρας ή ανήκετε στα παιδιά που είχαν έντονη την ανησυχία για εξερεύνηση και περιπέτεια;

Ήμουν ανήσυχος αλλά έπρεπε πάντοτε να υποβάλλω σε βάσανο ό,τι ερχόταν ως μόδα. Η οικογένειά μου μου είχε δώσει σταθερές αξίες με κεντρική εκείνη της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας. Έμαθα να εκτιμώ από πολύ μικρός τις αξίες της πατρίδας, του τόπου μου και της οικογένειάς μου. Ο τόπος μου, η Ελλάδα, ήταν και είναι για μένα ιερός και ποτέ, ακόμη κι όταν δέχθηκα εξαιρετικά δελεαστικές προτάσεις, δεν σκέφθηκα να ξενιτευτώ. Η Ελλάδα μου έλειπε πάντα και εξακολουθεί ακόμη και τώρα, σε χαλεπούς καιρούς να αποτελεί ένα μη διαψεύσιμο ιδεώδες, το οποίο με φωτίζει και δίνει νόημα σ’ ό,τι κάνω. Αλληλένδετη με την αγάπη μου για την πατρίδα είναι η σχέση μου με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Μότο της ζωής μου είναι το «Nihil Graeciae humanum nihil sanctum» (Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανθρώπινο, τίποτα πιο ιερό από την Ελλάδα) του Κικέρωνα.

Υπάρχει κάποιο σημαντικό γεγονός από την εφηβική σας ηλικία που να το θυμάστε ακόμα και σήμερα έντονα;

Εγώ είμαι παιδί της μεταπολίτευσης. Επομένως, οι συγκρούσεις με απαρχαιωμένες και σκοταδιστικές αντιλήψεις και η σύγκρουση με την χούντα είναι πράγματα που δεν ξεχνιούνται. Θυμάμαι πολύ έντονα εμένα και την αδελφή μου, μεγαλύτερή μου κατά δύο χρόνια, στην πρώτη συναυλία του Μίκη, μετά την πτώση της χούντας καθώς και τα πρωτόγνωρα αισθήματα πολιτικής και κοινωνικής απελευθέρωσης που νοιώθαμε. Η εφηβεία μου είναι συνυφασμένη με μια μεγάλη όρεξη να διευρύνω τους ορίζοντές μου, να δω τι υπάρχει έξω από μένα και τον χώρο μου.  

Ποια ήταν η σχέση σας με τους γονείς σας; Εκείνη την εποχή μεγαλώνατε μέσα σε ένα ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον;

Μεγάλωσα μέσα σε σχέσεις αγάπης και στοργής. Τα παιδικά μου χρόνια τα θυμάμαι στο σπίτι στον Κολωνό να μεγαλώνω ανάμεσα σε γυναίκες, την μητέρα και την αδελφή μου, τη θεία και την πρώτη μου εξαδέλφη καθώς και τη γιαγιά μου. Οι άντρες του σπιτιού, ο πατέρας μου, ο θείος μου και ο παππούς μου ασχολούνταν με το εμπόριο και ταξίδευαν διαρκώς. Έτσι τους έβλεπα πολύ λίγο. Ωστόσο, η επιστροφή του πατέρα ήταν πάντοτε ένα εξαιρετικά χαρμόσυνο γεγονός, το οποίο συνοδευόταν πάντα από καλούδια που κουβάλαγε για μένα και την αδελφή μου. Εκείνες οι σχέσεις στοργής και αγάπης με βοήθησαν πολύ τα χρόνια των δυσκολιών της ζωής στο εξωτερικό, αφού μου έδιναν δύναμη και θάρρος να συνεχίσω την προσπάθεια.

Επαγγελματικά, πριν ασχοληθείτε ως καθηγητής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και τη συγγραφή του βιβλίου σας, «Διοικώντας (σ)την κρίση», είχατε σκεφτεί αλλιώς το μέλλον στο πίσω μέρος του μυαλού σας;

Κοιτάξτε, εγώ, όπως σας είπα, είχα μια ροπή από μικρό παιδί στα θεωρητικά διαβάσματα. Έτσι, μετά την αποφοίτησή μου από τη Νομική Σχολή Αθηνών αποφάσισα να συνεχίσω την έρευνα και τη μελέτη μου στην Γερμανία. Το Πανεπιστήμιο του Βielefeld στο οποίο έκανα την διδακτορική μου διατριβή μου παρείχε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσα να ονειρευτώ φεύγοντας από την Ελλάδα. Πέρασα χρόνια μέσα σ’ ένα περιβάλλον που ανθούσαν οι κοινωνικές επιστήμες και αναπτύσσονταν πολλοί πειραματισμοί για τις μεταξύ τους σχέσεις. Νομίζω ότι αυτό το περιβάλλον με καθόρισε και σημάδεψε την μετέπειτα εξέλιξή μου. Εγώ ενδιαφερόμουν πάντα για τις κοινωνικές συνεπαγωγές των νόμων και μ’ αυτό το ζήτημα ασχολήθηκα για πολλά χρόνια μετά τις σπουδές μου. Αρκετά κείμενα που περιλαμβάνονται στο «Διοικώντας (σ)την κρίση», στο τελευταίο μου βιβλίο, εντρυφούν σ’ αυτή την πάντα επίκαιρη σχέση.  

Κε. Καρκατσούλη, είστε ο εμπνευστής της μεγάλης αυτής ιδέας των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών ή αλλιώς (ΚΕΠ), η οποία άρχισε να υλοποιείται την περίοδο που ήταν υφυπουργός εσωτερικών ο Σταύρος Μπένος. Μιλήστε μας λίγο για αυτήν την ιδέα. Πώς την εμπνευστήκατε, κάτω από ποιες συνθήκες;

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών μου άρχισα να εργάζομαι στην μονάδα στρατηγικού σχεδιασμού του τότε Υπουργείου Προεδρίας, παράλληλα με την διδασκαλία στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Ήταν μια εποχή που επικρατούσε ένα ευνοϊκό κλίμα για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση. Μια απ’ αυτές ήταν οι  υπηρεσίες μιας στάσης, όπου ο πολίτης μπορούσε να εξυπηρετηθεί για οποιαδήποτε υπόθεσή του με το κράτος από ένα σημείο. Στις υπηρεσίες αυτή έπρεπε να κινείται ο φάκελλος κι όχι ο πολίτης. Μια πρώτη εφαρμογή τους είχα δει στην Βιέννη σ’ ένα μου ταξίδι και τότε σκέφτηκα, για πρώτη φορά, ότι αυτή η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να ευδοκιμήσει και στην Ελλάδα, όχι μόνο λόγω της κυκεωνικής γραφειοκρατίας που ταλαιπωρούσε τους πολίτες αλλά και λόγω της γεωμορφολογίας της χώρας μας με νησιά και ορεινούς όγκους που καθιστούσαν την πρόσβαση των πολιτών ακόμη περισσότερο προβληματική. Ο Σταύρος Μπένος, ένας μεγάλος οραματιστής και μεταρρυθμιστής, ήταν ο πρώτος που πίστεψε σ’ αυτή την ιδέα και ξεκινήσαμε την υλοποίησή της από το Υπουργείο Προεδρίας και την ολοκληρώσαμε στο Υπουργείο Αιγαίου. Μετά τα νησιά, η εφαρμογή επεκτάθηκε σ’ όλη την Ελλάδα.

Πόσο καιρό σας είχε πάρει για να ολοκληρώσετε το πλάνο των «ΚΕΠ» και να το παρουσιάσετε στην τότε κυβέρνηση;

Το χρονικό διάστημα της ανάπτυξης της εφαρμογής ήταν μερικές εβδομάδες. Στην πρώτη τους φάση τα «Γραφεία του Πολίτη», όπως λέγονταν πριν μετονομαστούν σε Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, είχαν μόνον δέκα πιστοποιητικά σε ηλεκτρονική μορφή. Ο διακομιστής ήταν δανεικός και οι υπάλληλοι μεταφερόμενοι. Πλην όμως, αυτά δεν μετράνε στις μεταρρυθμίσεις. Μετράει μόνο η έκταση και η ένταση της αποδοχής τους από τον κοινωνία. Και τα ΚΕΠ, ο κόσμος τα αγκάλιασε από το ξεκίνημά τους. Κι έτσι, όταν πολλοί και διάφοροι θέλησαν να την ακυρώσουν και να την σταματήσουν, δεν τα κατάφεραν.

Πριν από λίγους μήνες εκδώσατε το βιβλίο που φέρει ως τίτλο «Διοικώντας (σ)την κρίση». Πώς συλλάβατε την ιδέα να γράψετε αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο;

Τα κείμενα που συναποτελούν τα κεφάλαια του βιβλίου είχαν γραφτεί αρχικά σε μια άλλη μορφή, για να ανέβουν στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών (www.inerp.gr). Το υπόβαθρο όλων αυτών των κειμένων είναι η ενσκήψασα κρίση, η οποία έθεσε αμείλικτα ερωτήματα σε σχέση με την κακή οργάνωση και λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών. Όταν είχα γράψει αρκετά από αυτά τα κείμενα, συνειδητοποίησα ότι τα διαπερνούσε η ίδια κεντρική ιδέα, ότι, δηλαδή, υπάρχει η δυνατότητα να δημιουργήσουμε ένα μη πελατειακό κράτος. Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις γι’ αυτό: Να το πιστέψουμε, να ξέρουμε πως να το κάνουμε και να πετύχουμε την μέγιστη κοινωνική και πολιτική συναίνεση. Τότε, σκέφθηκα ότι τα κείμενα αυτά θα μπορούσαν να διαβαστούν ως μέρη ενός βιβλίου- κι έτσι πήρα την απόφαση να προχωρήσω. Να σημειώσω εδώ ότι ο εκδότης μου Αντρέας Σιδέρης που είδε το υλικό ήταν εκείνος που με ενθάρρυνε να προχωρήσουμε στην έκδοση του βιβλίου.

Με ποιο σκοπό αποτυπώσατε στο χαρτί τα κείμενα αυτά;

Είχα τρεις στόχους που ήθελα να επιτύχω μ’ αυτό το βιβλίο: Ο πρώτος απ’ αυτούς ήταν να δώσω σε εύληπτη μορφή την επιστημονική γνώση που η διοικητική επιστήμη και η επιστήμη των οργανώσεων προσκομίζουν εν σχέσει προς την ανάλυση και την κατανόηση των διοικητικών δυσλειτουργιών και προβλημάτων. Ήθελα ο μέσος άνθρωπος που αναφέρεται στο κράτος να έχει μερικά παραπάνω εργαλεία κατανόησης από τα τετριμμένα που τον οδηγούν στην άγνοια ή την ημιμάθεια. Γι αυτό είχα κι ένα δεύτερο στόχο, άμεσα συναρτημένο προς τον πρώτο: Να δείξω με πρακτικά παραδείγματα πώς είναι, πώς μοιάζουν και πώς γίνονται οι αλλαγές. Αυτό προσπάθησα να το δείξω μέσα από την αναφορά παραδειγμάτων από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Ο τρίτος στόχος ήταν να δείξω τι πολιτικά προτάγματα πρέπει να έχει ένα κόμμα ή ένας πολιτικός, όταν θέλει να μεταρρυθμίσει τη δημόσια διοίκηση. Αυτό προσπάθησα να το δείξω μέσα από την αντιπαραβολή μιας μεταρρυθμιστικής με μια μη μεταρρυθμιστική ατζέντα. Τα τελευταία ταραγμένα χρόνια μου έδωσαν άφθονο υλικό γι αυτό.

  

«Διοικώντας (σ)την κρίση» γιατί επιλέξατε για τίτλο του βιβλίου σας δυο λέξεις με σύνθετο νόημα; Ποιες είναι οι πραγματικές έννοιες που κρύβουν αυτές οι δυο λέξεις;

Από την έναρξη της κρίσης έβλεπα ότι η διοίκησή της ήταν προβληματική. Τόσο οι δανειστές όσο και οι εθνικές κυβερνήσεις επιδίδονταν σε, συνήθως, στείρες αντιπαραθέσεις που κατέληγαν σε οριζόντια, κοινωνικά άδικα και σφαγιαστικά για τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, μέτρα. Οι μεταρρυθμίσεις που τόσο μεγάλη ανάγκη έχει ο τόπος, ιδίως δε εκείνες που αφορούν τον τρόπο οργάνωσης, στελέχωσης και λειτουργίας του κράτους δεν έρχονταν. Όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης λήφθηκαν πολύ λίγα, διάσπαρτα μέτρα  προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ η δημοσιονομική εξυγίανση, εξαιρετικά επώδυνη, μονοπώλησε την πολιτική πραγματικότητα. Εγώ, αντιθέτως, πιστεύω ότι η κρίση αποτέλεσε μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον δραστικό μετασχηματισμό του κράτους μας. Εάν διοικούσαμε την κρίση, υπό την έννοια ότι είχαμε μια στρατηγική μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που θα έλυναν το βασικό ελληνικό πρόβλημα, το πελατειακό κράτος, τότε θα μπορούσαμε να την είχαμε μετατρέψει σ ευκαιρία.

Επειδή αυτή την χάσαμε μας απέμεινε η διοίκηση στην κρίση, δηλαδή, η μικρο-διαχείριση της κρίσης. Αυτό είχε ως συνέπεια την απογοήτευση του λαού από τις ακολουθούμενες αναλλοίωτες πολιτικές, παρά την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Το κόστος της μη αλλαγής θα είναι τεράστιο διότι όλες οι θυσίες μας τα οκτώ προηγούμενα χρόνια είναι επισφαλείς. Η Ελλάδα μπορεί εύκολα και σε σύντομο χρονικό διάστημα να ξαναγυρίσει στην προτεραία κατάσταση που την οδήγησε στην χρεωκοπία.

Πιστεύετε ότι είναι εύκολο να διοικήσει κάποιος μέσα στην κρίση;

Είναι εύκολο και δύσκολο, ταυτόχρονα. Είναι εύκολο, εάν κάποιος πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις, έχει εδραία γνώση και εμπειρία για το πώς γίνονται και πιστεύει ότι ο τελικός κριτής όλων αυτών είναι ο μέσος Έλληνας. Αυτός είναι που πρέπει να επιβεβαιώσει και να επικροτήσει τις μεταρρυθμίσεις για να μπορέσουμε να πούμε ότι είναι επιτυχημένες είναι ο πολίτης-κανένας άλλος.

Από την άλλη, όμως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να διοικήσει κανείς σε περιβάλλον κρίσης, εάν δεν πιστεύει στις μεταρρυθμίσεις, εάν το κομματικό ή προσωπικό του όραμα δεν είναι μια ανοιχτή κοινωνία με ευκαιρίες για όλους και με δίχτυ προστασίας για τους πραγματικά αδύναμους. Δυστυχώς, στην χώρα μας είχαμε/έχουμε πολλούς που απέτυχαν στην διοίκηση της κρίσης με αποτέλεσμα αυτή να είναι ακόμη παρούσα.

Στο συγγραφικό σας παιδί «Διοικώντας  (σ)την κρίση» ποια κατά τη γνώμη σας είναι  τα στοιχεία κλειδιά που ξεκλειδώνουν τα κείμενα;

Κατά πρώτον, η διοικητική επιστήμη. Όπως προανέφερα, ορισμένα από τα κείμενα του βιβλίου μπορούν να κατανοηθούν, πολύ ευκολότερα, από τους ασχολούμενους, κατ’ επάγγελμα, με την διοικητική επιστήμη ή την θεωρία των οργανώσεων. Η δεύτερη  έννοια που γύρω της οργανώνεται μια κεντρική σκέψη του βιβλίου είναι το πελατειακό κράτος. Θεωρώ ότι αυτή η μορφή διακυβέρνησης αποτελεί την γενεσιουργή αιτία της ελληνικής κρίσης κι ότι δεν θα μπορέσουμε να βγούμε απ’ αυτήν, εάν δεν αντικαταστήσουμε το πελατειακό κράτος με ένα άλλο κράτος στο οποίο θα έχει αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος διοίκησης και πολιτικής. Τέλος, επίσης βασική έννοια του βιβλίου είναι οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να φθάσουμε στο μη πελατειακό κράτος.

Το βιβλίο σας με τίτλο «Διοικώντας  (σ)την κρίση» αναφέρεται σε γεγονότα μυθοπλασίας ή σε αληθινά περιστατικά που έχουν συμβεί κατά καιρούς;

Το διοικώντας (σ)την κρίση αναλύει θεωρητικά κείμενα διοικητικής και οργανωτικής επιστήμης με βάση τα οποία προσπαθεί να μορφοποιήσει και να στοιχειοθετήσει προτάσεις και λύσεις για τα προβλήματα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Στο βιβλίο παρουσιάζονται, επίσης, πρακτικά παραδείγματα και εφαρμογές σε άλλες χώρες ώστε να μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι αλλαγές αυτές είναι εφικτές. Οι προτάσεις πολιτικής που περιέχονται στα κείμενα είναι προτάσεις απολύτως εφικτές και μαζί μ’ αυτές παρουσιάζεται ο οδικός χάρτης εφαρμογής τους.     

Το βιβλίο «Διοικώντας (σ)την κρίση» πώς είναι δομημένο;

Το «Διοικώντας (σ)την κρίση» οργανώνεται σε τρία κεφάλαια/ενότητες. Στο πρώτο επιχειρείται η απάντηση στο ερώτημα «Υπάρχει σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής των διοικητικών μεταρρυθμίσεων;». Στο κεφάλαιο αυτό δεν αναλύονται μόνο σημαντικές θεωρητικές προτάσεις της διεθνούς βιβλιογραφίας και πρακτικά παραδείγματα  αλλά και η θεωρητική ανάλυση δικών μας ζητημάτων μαζί με αντίστοιχες προτάσεις. Ιδιαίτερη ανάλυση των ελληνικών ζητημάτων γίνεται στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Ο λαϊκισμός και ο κομματισμός βλάπτουν την χρηστή και αποδοτική διακυβέρνηση». Στο τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «Ένα άλλο ελληνικό κράτος είναι εφικτό>> παρουσιάζονται τα στοιχεία μιας εναλλακτικής πρότασης για ένα διαφορετικό μη πελατειακό κράτος.

Ποια είναι η ιστορία πίσω από το βιβλίο και τελικά γιατί να το αγοράσει κάποιος ;

Μια λέξη που διατρέχει το «Διοικώντας (σ) την κρίση είναι το  «μπορούμε». Ναι, εμείς οι Έλληνες μπορούμε να φτιάξουμε ένα καλύτερο κράτος. Μπορούμε- και πρέπει να το πιστέψουμε. Αρκεί να απαρνηθούμε μια άλλη, βαθιά ριζωμένη πεποίθησή μας, ότι το κράτος είναι εκεί για να μας κάνει τα χατήρια. Το κράτος είναι, όντως, εκεί για να μας εξυπηρετεί, για να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες μας αλλά δεν είναι εκεί για να μας εξυπηρετεί όπως και όταν θέλουμε. Το κράτος πρέπει να υπηρετεί όλα εκείνα που συνδέουν εμάς με τους άλλους με βάση τις ίδιες διαδικασίες, με διαφάνεια με την ποιότητα που πρέπει. Το κράτος είναι εκεί για να υπηρετεί το δικό μας μέσα από το δημόσιο συμφέρον. Το βιβλίο παρουσιάζει ιδέες και τρόπους για να γίνει αυτό καλύτερα και στην Ελλάδα.

Όταν ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο  είχατε  σχεδιάσει ήδη και τον σκελετό του;

Υπήρχε μια κεντρική ιδέα, σίγουρα. Ένα της κομμάτι ήταν ότι η ίδια η επιστήμη της διοικήσεως βρέθηκε με την εμφάνιση της κρίσης μπροστά σε μεγάλα ερωτηματικά και προκλήσεις. Αυτά αποτελούν ζητήματα για την διακυβέρνηση που πρέπει να μελετηθούν. Για παράδειγμα, η διοικητική επιστήμη δεν είχε προβλέψει πως σε μια περίοδο μεγάλης κρίσης ενδυναμώνονται οι κυβερνήσεις που είναι εκείνες που την έχουν προκαλέσει. Η πολιτική κατά την διάρκεια της κρίσης αποδυναμώνεται ή ενδυναμώνεται; Η εμφάνιση ακραίων φαινομένων και πολιτικών λαϊκισμού ενδυναμώνει την διακυβέρνηση της Ευρώπης ή την αποδυναμώνει; Μαζί μ’ αυτά τα νεώτερα ερωτήματα υπήρχαν και κατασταλαγμένες απόψεις, μετά από τριάντα χρόνια έρευνας και μελέτης για την φύση, την έκταση και την επίδραση του πελατειασμού στο σύνολο των τμημάτων και λειτουργιών του κράτους. Δούλεψα πάνω σ’ αυτά με τη μεθοδολογία που προανέφερα κι έτσι έφτασα στο τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου.

Η συγγραφή ενός βιβλίου πόσο επηρεάζει την προσωπική ζωή αλλά και τη δουλειά σας; Σας κουράζει; Σας βγάζει εκτός προγράμματος;

Η συγγραφή είναι για μένα αναπόσπαστο στοιχείο της πνευματικής μου παραγωγής. Μάλιστα, δεν περνάει σχεδόν μέρα που να μην γράφω κάτι. Πολλές φορές γράφω περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα. Το πότε τελειώνουν είναι άλλη ιστορία. Πλην όμως, η γραφή είναι έκφραση μιας βαθύτερης ανάγκης επικοινωνίας ενός διανοούμενου με τον εξωτερικό του κόσμο. Είναι η γλώσσα του. Η μελέτη στην προσωπική μου καθημερινότητα είναι αναπόσπαστα δεμένη με την εμπειρική παρατήρηση, δεν είναι ομφαλοσκόπηση.  

Το 2012 ο καθηγητής Παναγιώτης Καρκατσούλης βραβεύεται ως ο καλύτερος δημόσιος υπάλληλος στον κόσμο.  Αυτό πόσο θετική επιρροή είχε επάνω σας  και πώς συνδέεται στην συνέχεια με το βιβλίο που γράψατε «Διοικώντας (σ)την κρίση»;

Η βράβευσή μου αποτελεί ένα ορόσημο στην σταδιοδρομία μου και την πιο πανηγυρική αναγνώριση των προσπαθειών που είχα κάνει, μέχρι τότε, στην διοικητική επιστήμη και πρακτική. Η βράβευση μου δημιούργησε μια ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης απέναντι στους νεώτερους και σ’ όλους εκείνους που στράφηκαν, λόγω της δημοσιότητάς που απέκτησε το πρόσωπό μου, σ’ εμένα. Υπό την έννοια αυτή, ναι η βράβευσή μου από την Αμερικανική Εταιρεία Διοικητικής Επιστήμης έπαιξε ένα υποστηρικτικό ρόλο στην ποιότητα της συγγραφικής μου δουλειάς.

Αν σας ρωτούσε κάποιος να περιγράψετε τον Καθηγητή – πολιτικό – συγγραφέα Παναγιώτη Καρκατσούλη με πέντε λέξεις, τι θα απαντούσατε;

Ελληνοκεντρικός—κοσμοπολίτης-οραματικός-μοντέρνος-επίμονος.

Έχετε σκεφτεί ποιο θα είναι το επόμενό σας βιβλίο και ποιο το περιεχόμενό του;

Μέχρι τώρα ό,τι είχα γράψει ξεκίναγε από την «δημόσια πολιτική» (την επιστήμη της διοίκησης και της οργάνωσης) και απευθυνόταν στην πολιτική. Μετά από την δική μου εμπειρία στην τρέχουσα πολιτική σκέφτομαι, όταν κάποια στιγμή θα έχω συστηματοποιήσει  τις εμπειρίες μου, να γράψω ένα βιβλίο κοιτάζοντας από την ανάποδη οπτική: Από την πολιτική στη δημόσια πολιτική. Κάποια τέτοια κείμενα – πρωτόλεια – φιλοξενούνται και στο «Διοικώντας (σ)την κρίση.

Κε Καρκατσούλη σας ευχαριστώ πολύ που δεχθήκατε να σας φιλοξενήσουμε στο greekaffair.gr

Εγώ Ευχαριστώ.

 

Συνέντευξη Κυριάκος Τσικορδάνος