Ο Γιώργος Βάλαρης είναι ένας άνθρωπος πολυπράγμων. Δουλεύει ατελείωτες ώρες και δεν εφησυχάζει ποτέ. Τον διακρίνει  η ευγένεια, η ταπεινοφροσύνη και είναι γλυκομίλητος. Μπορεί να γράφει ένα έργο, παράλληλα να σκηνοθετεί ένα άλλο και ταυτόχρονα να κανονίζει θίασο για περιοδεία, όχι εδώ… εκτός Ελλάδος.

Συνομίλησε με τον Κυριάκο Τσικορδάνο σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Γιώργος Βάλαρης

Γιώργο σε καλωσορίζω στο Greekaffair.gr.

Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.

Γιώργο αναρωτιόμουνα πάντα τι έχει την μεγαλύτερη σημασία, ο δημιουργός ή το δημιούργημα;

Εννοείται το δημιούργημα κατ’εμέ, αλλά σαφώς είναι και προέκταση του δημιουργού το δημιούργημα, οπότε είναι λίγο αλληλένδετα αλλά σαφώς είναι περισσότερο το δημιούργημά αφού είναι ο πομπός του δημιουργήματος που εκπέμπεται στον κόσμο και διαχέεται.

Ας πιάσουμε το θέμα από την αρχή. Θέλω να μου πεις που γεννήθηκες και σε ποιες γειτονιές πέρασες τα πρώτα σου εφηβικά χρόνια.

Γεννήθηκα στο μακρινό Καρακάς στη Βενεζουέλα. Ήλθα εδώ 5 ετών και ανατρεπτικά, μεγάλωσα στο Αγρίνιο. Η ζωή μου ήταν γεμάτη ανατροπές πάντα. Μεγάλωσα στο Αγρίνιο μέχρι τα 17 όπου ήλθα Αθήνα για να σπουδάσω αγγλική φιλολογία με όνειρο το θέατρο. Μόλις μπήκα στην Αγγλική Φιλολογία μπήκα και στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και παράλληλα τελείωσα και τις 2 σχολές με άριστα. Ήμουν λοιπόν ένα παιδί από την επαρχία που έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα.

Σε ποια ηλικία ανακάλυψες μέσα σου ότι θες να ασχοληθείς με την υποκριτική και την σκηνοθεσία κι ότι το μέλλον σου επαγγελματικά ανήκει στο θέατρο;

Από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός, δηλαδή από τα 10 με 11 και επειδή οι επαρχιώτικες αντιλήψεις ήταν περίεργες τότε, και κατά τόπους ακόμα είναι, μπήκα στη σχολή αγγλικής φιλολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών για να καταφέρω να κάνω το όνειρό μου. Δεν πίστευα ότι ποτέ θα ασχοληθώ με την συγγραφή και την σκηνοθεσία γιατί δεν έγραφα κουβέντα και θαύμαζα αυτούς που γράφουν. Αυτό συνέβη πολύ μαγικά περίπου 3 χρόνια αφότου αποφοίτησα από την σχολή όπου μου ήλθε η ιδέα να γράψω ένα σενάριο για την τηλεόραση κι ένα βράδυ περιμένοντας στο σπίτι κάτι φίλους που αργήσαν άρχισα να γράφω ένα σενάριο που παραδόξως πήγε καλά, κι άνοιξε μέσα μου ένα παράξενος ορίζοντας, άρχισα να μελετώ πια τα σενάρια και επειδή είχα σπουδάσει αγγλική φιλολογία είχα πορωθεί με κείμενα ξένα όπως ο Σαίξπηρ που μου άρεσε πάρα πολύ, άρχισα να μεταφράζω. Έχω μεταφράσει πάρα πολλά κείμενα που μου άρεσαν να τα διαβάζω. Έγραψα με τον Ν Παπαδόπουλο κάποια δικά μου έργα κάποιες ελληνικές κωμωδίες που έτυχαν επιτυχίας και συνεπώς συνέχισα προς τα εκεί.

Όταν ανακοίνωσες στους γονείς σου ότι θα ασχοληθείς με το θέατρο υπήρξε υποστήριξη; Αντέδρασαν αρνητικά, θετικά;

Εννοείται ότι αντέδρασαν πολύ αρνητικά και μου έκοψαν το επίδομα αλλά εγώ άρχισα να δουλεύω σε πιτσαρία τα βράδια αλλά μετά από ένα διάστημα 2-3 μηνώ ενέδωσαν αυτοί κι άρχισαν να με βοηθούν και σε αυτό το κομμάτι.

Τα πρώτα σου χρόνια στο χώρο του θεάτρου και την τέχνης να υποθέσω ότι δεν ήταν εύκολα. Σωστά;

Ήταν πάρα πολύ δύσκολα παρότι αποφοίτησα από την σχολή με εύσημα αλλά ήμουν άτυχος σε αυτά που ήθελα και μάλιστα στην τηλεόραση που ήθελα. Ήμουν παιδί από την επαρχία και ουσιαστικά δεν ήμουν μέρος των κυκλωμάτων. Δεν συμβαίνει σε όλους αυτό όμως, αλλά εν πάση περιπτώσει κάποιες φορές δεν είχα πλάτες.

Πότε γνωρίζεις για πρώτη φορά τον Γιάννη Δαλλιανίδη και τι σημαίνει για σένα αυτό;

Τον γνωρίζω περίπου 4 χρόνια πριν φύγει από την ζωή μέσω της Μάρθας Καραγιάννη. Ένας άνθρωπος με τον οποίο μεγάλωσα και μεγαλώσαμε όλοι και τον οποίο θαύμαζα και θαύμασα γνωρίζοντας τον σε κάποιες κοινωνικές συγκεντρώσεις στο σπίτι της Μάρθας ή έξω σε κάποια εστιατόρια και μάλιστα είχα την τιμή να παρακολουθήσει την πρώτη μου βραδινή παράσταση ως σκηνοθέτης «Που η σταχτοπούτα είναι» στο θέατρο Αποθήκη το 2002. Ήταν τεράστια η τιμή που μου είχε κάνει και μάλιστα του είχε αρέσει και πάρα πολύ. Είχε έλθει με τον συνεργάτη του τον Στέλιο τον Παπαδόπουλο κι αυτή ήταν η πρώτη καλλιτεχνική επιβράβευση από τον αείμνηστο και πως χαίρομαι τώρα γιατί για πολλά χρόνια δεν μου είχε περάσει από μυαλό να ανεβάσω έργο του Δαλλιανίδη γιατί φανταζόμουν ότι είναι δύσκολο, ότι είναι δαπανηρό να ανεβάσει ένα έργο μιούζικαλ ή να το μεταφέρεις από το σελουλοιντ στο θέατρο. Εδώ και δυο χρόνια μου καρφώθηκε η ιδέα, έχοντας την ανάγκη να επενδύσω σε μεγάλες δουλειές καλλιτεχνικά, με αφορμή και το μιούζικαλ το οποίο είχε δεχτεί μεγάλη επιρροή από τις κινηματογραφικές ταινίες των 80 του Γιάννη Δαλλιανίδη και με αφορμή αυτό μου γεννήθηκε η ιδέα ότι έπρεπε να μεταφέρω ένα έργο του Γ. Διαλλιανίδη γιατί έχω μια σθεναρή άποψη πια ότι πρέπει να κάνουμε ελληνικό μιούζικαλ ή ελληνικές μεγάλες παραγωγές γιατί εκεί στοχεύω πια και ως παραγωγός έχοντας πια και ένα θέατρο για τα επόμενα 3 χρόνια

Θα θεωρούσες τον Δαλλιανίδη ως τον άνθρωπο που σου έκοψε την κορδέλα της σκηνοθετικής σου καριέρας;

Ναι, ναι. Γιατί θεωρώ ότι είναι ο πιο σημαντικός άνθρωπος που παρακολούθησε το έργο εκείνο στο θέατρο Αποθήκη και μάλιστα πολύ σημαδιακά ήταν τότε η πρώτη μου παραγωγή. Έκτοτε έκανα άλλη μια και ετούτη είναι η Τρίτη μου παραγωγή στο θέατρο.

Τι εμπειρίες και τι γνώση αποκόμισες από εκείνο τον μεγάλο σκηνοθέτη του ελληνικού κινηματογράφους;

Ως σκηνοθέτης μπορώ να κατανοήσω τον τρόπο που λειτουργεί κάποιος δημιουργός γιατί κι εγώ δημιουργός είμαι όταν γράφω και σκηνοθετώ. Αυτό που μπορώ εγώ να καταλάβω και να εισπράξω πολύ πιο βαθιά από τον απλό θεατή είναι το μέγεθος της δύναμης και του λόγου το οποίο συνειδητοποίησα τώρα κάνοντας την διασκευή στο οποίο δεν μπορούσα να πειράξω τίποτα ουσιαστικά γιατί ήταν ένα λόγο που γράφτηκε μεν το 58 αλλά ήταν σαν να γράφτηκε τώρα, με μια μαγική δύναμη, και τον τρόπο μ τον οποίο δημιουργούσε τους χαρακτήρες κι το πως έπλαθε τα έργα για να πετύχουν . Γιατί υπάρχουν μαγικές συνταγές επιτυχίας τις οποίες εμείς οι δημιουργοί γνωρίζουμε. Οπότε μιλάμε για ένα μεγαλείο που δείχνει πόσο μπροστά ήταν ο Γ. Διαλλιανίδης δημιουργώντας μιούζικαλ που αντέχουν ακόμα και τώρα τα οποία ήταν ένα είδος πολύ ξένο για εμάς τότε και το οποίο έφερε στην Ελλάδα. Το LalaLand που βραβεύτηκε πέρυσι είχε τόσες ομοιότητες με το Ραντεβού στον αέρα ως προς το πως ήταν δομημένο το μιούζικαλ.

Να υποθέσω ότι είναι στα σχέδια σου να ανεβάσεις αυτό το μιούζικαλ.

Είναι για το μέλλον αλλά το πιο πιθανό σενάριο είναι το Μια κυρία στα μπουζούκια και οι Θαλασσιές οι χάντρες.

Τι είναι το μιούζικαλ για το ελληνικό θέατρο;

Είναι ένα είδος θεάτρου που περιγράφεται εκτός από τον λόγο και από μουσική. Έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα, όπου υπήρχε ο χορός, κι είναι ένα είδος που πήραν οι Αμερικάνοι και το διαμόρφωσαν με βάση την αμερικανική πραγματικότητα και με τους τζαζ αμερικάνικους ήχους , την δική τους κουλτούρα δηλαδή. Μόνο ο Γ. Διαλλιανίδης πήρε το μιούζικαλ με την αμερικανική του μορφή και το εξέφρασε στην ελληνική πραγματικότητα.

Ζέτα Δούκα, Γιώργος Βάλαρης – “Γοργόνες και Μάγκες”

Σε λίγες μέρες ανεβάζεις για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά το μιούζικαλ “Γοργόνες και Μάγκες”. Πώς προέκυψε όλη αυτή η ιδέα;

Από την σκέψη μου τι θα κάνω καλλιτεχνικά το οποίο θα εκφράσει και μένα αλλά θα έχει να πει κάτι και στον κόσμο σήμερα, κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε και ειδικά σε σχέση με το μιούζικαλ που βλέπουμε που κατακλύζεται από ξένα έργα και μάλιστα αμερικάνικα, τρίτον ότι ζω μια ανάγκη όπου πρέπει αν στηρίξουμε οτιδήποτε ελληνικό και ήταν μια ανάγκη μου επίσης να τιμήσω έναν σπουδαίο δημιουργό ο οποίος δεν έχει τιμηθεί ακόμα για το μέγεθός του. Νομίζω ότι κι εμείς οι νέοι δημιουργούν οφείλουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής και να αναγνωρίσουμε το μέγεθος ανθρώπων οι οποίοι είχαν δεχτεί πόλεμο γιατί οτιδήποτε νεωτεριστικό , όπως έκανε ο Γ. Δαλλιανίδης, πάντα χλευάζεται, πολεμιέται σε αυτή τη χώρα ειδικά όπως και το ταλέντο.

Γιατί επέλεξες να ανεβάσεις το “Γοργόνες και Μάγκες” κι όχι κάποιο άλλο έργο από τον ελληνικό κινηματογράφο;

Ήταν από τα πιο αγαπημένα μου και περιέχει εξαιρετικά τραγούδια έχει έντονο ελληνικό χρώμα γιατί διαδραματίζεται σε νησί κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ και θεωρώ ότι έχει μια θεατρικότητα

Για έναν σκηνοθέτη πόσο δύσκολο είναι να συνδυάσει σε ένα μιούζικαλ ηθοποιούς μουσική, λόγο, ένταση, μυθοπλασία και να είναι αυτά τόσο αληθινά;

Αυτή είναι όλη η μαεστρία που πρέπει να καταθέσει κανείς που απορρέει από την εμπειρία ετών κι αυτό είναι και το ταλέντο που πρέπει να επιδείξει ένας σκηνοθέτης. Είναι λίγο μεταφυσικό όλο αυτό αλλά εξαρτάται και από γνώση στο πέρασμα του χρόνου και από σπουδές.

Από την στιγμή που επέλεξες το έργο, είχες ήδη και τον περίγραμμα των ηθοποιών που θα πλαισίωναν το έργο μέσα στο μυαλό σου;

Ναι. Αρκετούς από τους ηθοποιούς που έχω γιατί το σκεφτόμουν πολύ καιρό πριν και θα έλεγα ότι μεγαλύτερο μέρος ήταν επιλογή από παλιά όπως είναι η Ζέτα Δούκα, ο Γιάννης Πλούταρχος. Ο Γιάννης ο Βογιατζής που ήταν μια τρελή σκέψη μου από παλιά, κι έχω αυτήν την τεράστια τιμή αν τον έχω 50 χρόνια μετά και να αντιπροσωπεύει εκείνη την εποχή και την ταινία. Αυτό είναι μαγικό.

Γιατί τόσα χρόνια δεν ανέβηκε στο θέατρο ένα ελληνικό μιούζικαλ;

Δεν ξέρω. Εικάζω ότι ακόμα υπάρχει μια ξενομανία σε αυτόν τον τόπο και μια έλλειψη σεβασμού στο ελληνικό έργο. Είναι έντονο αυτό το φαινόμενο. Κάνοντας ξένο έργο είσαι καταξιωμένος κάνοντας ελληνικό είσαι κατωτέρας ποιότητας. Αυτό μόνο στην Ελλάδα θεωρώ ότι συμβαίνει.

Μα έχουμε τόσα έργα που έχουν γράψει τόσοι μεγάλοι θεατρικοί συγγραφείς και επιτυχίες που θα μπορούσαν να ανέβουν στο θέατρο.

Κατά καιρούς ανεβαίνουν αλλά όχι ως τόσο μεγάλες παραγωγές. Εμένα στόχος μου είναι να μιλάω στην ψυχή του πολύ κόσμου και να δίνω χαρά και διασκέδαση και εν γένει ψυχαγωγία.

Τι σημαίνει αν σκηνοθετείς τον Γιάννη Βογιατζή;

Τεράστια συγκίνηση. Παρακολουθώντας τον είναι σαν να γυρίζουμε παιδικές μνήμες που έχουμε όλοι από ταινίες με αυτόν τον σπουδαίο ηθοποιό ο οποίος είναι ένας συγκινητικά σπουδαίος άνθρωπος κι ένας καλλιτέχνης που μιλάει με την ψυχή του κι όχι με λόγια. Μου έχει κάνει την τιμή να αφήσει άλλες δουλειές εξίσου σημαντικές και αμέσως να μου απαντήσει ναι. Μόνο συγκίνηση και πολύ μεγάλη χαρά καθώς τον αγαπώ πάρα πολύ τον Γ. Βογιατζή πέραν του ότι τον θαμάζω απεριόριστα.

Πώς προέκυψε η συνεργασία ε τον Μίμη Πλέσσα.

Μοιραία λόγω της επιλογής του έργου. Τι να πω εγώ για τον Μίμη Πλέσσα. Είναι ένας θρύλος που τα χιλιάδες τραγούδια του έχουν ριζώσει στην συνείδησή μας. Είναι ένα μοναδικό φαινόμενο του πώς έχει αντιπροσωπεύσει τόσα είδη και πόσο έχει δώσει χαρά με τον Γ. Δαλλιανίδη μέσα από τεράστιες επιτυχίες. Χαίρομαι που θα είμαι δίπλα του.

Από φέτος η θεατρική σου στέγη θα είναι η θεατρική σκηνή του πλήρως ανακαινισμένου θεάτρου Μπροντγουαιη. Πώς κατέληξες στην επιλογή αυτού του θέατρου;

Ψάχναμε έναν χώρο ο οποίος θα είναι μεγάλος, θα μπορεί να μας στεγάσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν θέλαμε μη θεατρικό χώρο να στεγάσει ένα μιούζικαλ, θα ήτα ρίσκο και φτάσαμε στο Broadway στο οποίο είχα καιρό να μπω κι όταν μπήκα θυμήθηκα την ιστορία του κι αμέσως για έναν μεταφυσικό λόγο είπα «αυτό είναι». Αποφασίσαμε να το μεταμορφώσουμε και να επενδύσουμε σε αυτό οικονομικά και θα είναι η στέγη μας και για επόμενα έργα τέτοιου είδους.

Μια μέρα η ελληνική ιστορία θα γράψει ότι ήταν ο Γιώργος Βάλλαρης που ανέβασε το πρώτο μιούζικαλ στο θεατρικό σανίδι. Πόσο βαρύ είναι αυτό για σένα και για την επαγγελματική σου καριέρα;

Έχω χάσει τον ύπνο μου και με τις ευθύνες και με το βάρος να μεταφέρω ένα θρυλικό μιούζικαλ και μια πολύ μεγάλη παραγωγή 34 ατόμων και πόσων άλλων από πίσω. Δουλεύω σε αυτό νυχθημερόν επί 5 μήνες. Θεωρώ ότι έχω τους κατάλληλους συνεργάτες. Θα δικαιωθώ. Πιστεύω πάρα πολύ στη δύναμη αυτού του έργου και στη δύναμη που θα μας στείλει ο Γ. Δαλλιανίδης.

Ποια είναι τα μηνύματα που έχει το μιούζικαλ και θέλεις να περάσεις στο κοινό;

Καταρχήν θα διασκεδάσει, θα τραγουδήσει σπουδαίες μελωδίες, θα δει ένα καταπληκτικό σκηνικό του Μαν. Παντελιδάκη, θα δει καλλιτέχνες που θα εμψυχώσουν τους ήρωες που έχουμε ζήσει και το συγκεκριμένο έργο έχει μια πολιτική χροιά. Είναι το μόνο πολιτικό έργο του Γ. Δαλλιανίδη που μιλάει για το πως η Ελλάδα πωλείται. Είναι τόσο φοβερά επίκαιρο γιατί και τώρα η Ελλάς Πωλείται.

Ποια προβλήματα αντιμετωπίσατε για να ανεβάσετε το μιούζικαλ “Γοργόνες και Μάγκες”;

Είχαμε πρακτικά θέματα πως να βρεθούν και συντονιστούν όλοι οι κατάλληλοι συνεργάτες , δεύτερον δέχτηκα πολλά όχι από μεγάλους παραγωγούς για το ανέβασμα του που για τους δικούς τους λόγους δεν το πίστευαν. Εγώ το πίστευα πάντοτε.

Πότε είναι η πρεμιέρα;

15 Νοεμβρίου. Ήδη η προπώληση έχει ξεκινήσει από τα ticket service και τα Public και καλούμε τον κόσμο να στηρίξει μια τόσο μεγάλη προσπάθεια που αφορά την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Κλείνοντας θα ήθελα να μου πεις τα σχέδια σου, αν υπάρχει κάτι άλλο που ετοιμάζεις.

Τα σχέδια μου είναι “Γοργόνες και Μάγκες” για πολύ καιρό. Μετά θα φύγω για Αμερική γιατί κι εκεί έχω πόρτες ανοιχτές που με περιμένουνε. Θα μείνω εκεί για λίγο γιατί οι ανάγκες της παραγωγής εδώ με κρατούν και θα με κρατήσουν εδώ για πολύ καιρό.

Γιώργο σε ευχαριστώ πολύ.

Και εγώ.

Συνέντευξη Κυριάκος Τσικορδάνος