H Συγγραφέας Κατερίνα Ζαρόκωστα φιλοξενείται για πρώτη φορά στο greekaffair.gr και μιλάει στον Κυριάκο Τσικορδάνο για το νέο της συγγραφικό παιδί “Οι Αδερφες Ραζή”.

Λίγα λόγια για την Κατερίνα Ζαρόκωστα

Η Κατερίνα Ζαρόκωστα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951, σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε έναν κύκλο σπουδών Κοινωνικής Ψυχολογίας στην École pratique des hautes études στο Παρίσι. Από το 1979 ως το 1993 συνεργάστηκε με την Κρατική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση σε εκπομπές πολιτιστικού περιεχομένου. Από το 1993 ως το 2000 ήταν υπεύθυνη βιβλιοπαρουσίασης στο περιοδικό Elle. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1983. Έκτοτε δημοσίευσε επτά βιβλία: συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και ένα μυθιστόρημα. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα αγγλικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και διετέλεσε μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου στα έτη 2007, 2011 και 2012. Είναι Μέλος της Επιτροπής για το βραβείο μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature.

Κα Ζαρόκωστα, γεννηθήκατε στην Αθήνα το 1951, μια εποχή που η Ελλάδα ετοιμάζονταν να αλλάξει σελίδα στην ιστορία της. Θα ήθελα να μου πείτε τι θυμάστε έντονα από τα παιδικά σας χρόνια, είχατε όμορφες ή άσχημες αναμνήσεις;

Ένα παιδάκι μπορεί να μην έχει ιστορική γνώση, αλλά διαθέτει  διαίσθηση και παρατηρητικότητα. Γεννήθηκα στο Παγκράτι. Οι μνήμες απ’ τον Εμφύλιο ήταν ακόμη ζέουσες. Κάποιες εικόνες χαράχτηκαν μέσα μου: ο άντρας που προχωρούσε σερνάμενος καταγής με το κάτω μέρος του κορμιού (ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτό) τυλιγμένο σε τσουβάλι. Ένας οικογενειακός φίλος που έβαζε κι έβγαζε το ψεύτικο πόδι του (είχε χάσει και τα δυο σε βομβαρδισμό). Ένας άλλος που φορούσε κάτι γυαλιά σαν πατομπούκαλα που έκαναν τα μάτια του να μοιάζουν πελώρια (το είχε πάθει απ’ το ξύλο). Όπως όλα τα παιδιά, ένιωθα νοσηρή περιέργεια για τα στραβά, τα αλλόκοτα. Τραβούσα τη μάνα μου απ’ το μανίκι: «Γιατί αυτός είναι έτσι, γιατί αυτός αλλιώς, πώς γίνεται ο κύριος Γιώργος να βγάζει το πόδι του; Μπορώ να το κάνω κι εγώ;» Τις περισσότερες φορές έτρωγα φανερή σφαλιάρα ή κρυφή τσιμπιά. Απαγορευόταν να μιλάμε για τέτοια πράματα.

Μαζί μ’ αυτά θυμάμαι όμως και το γαϊτανάκι που περνούσε τα καρναβάλια κάτω απ’ το παράθυρό μας, τον αρκουδιάρη, τον πλανόδιο χασάπη που διαλαλούσε «πατσές και ποδαράκια!», τη γιαγιά που δεν παρέλειπε να κατέβει κι ύστερα έπλενε κι έτριβε τα ποδαράκια ώσπου γινόντουσαν κάτασπρα, χασές. Τρελαινόμουνα για τη σούπα τους.  Ευτυχώς δεν είχαμε απώλειες στην οικογένεια, εκτός από τη μεγάλη αδερφή της μάνας μου που χάθηκε πριν γεννηθώ, οπότε για μένα ήταν σαν να μην υπήρξε. Συνεπώς μπορώ να πω πως υπερισχύουν οι καλές αναμνήσεις. Όμορφες όχι, ο κόσμος δεν είχε κέφι τότε. Άλλοι θρηνούσαν, άλλοι αγωνιζόντουσαν να επιβιώσουν, συχνά και τα δύο ταυτόχρονα.

Για τις κρίσιμες ιστορικές συγκυρίες εκείνων των χρόνων έμαθα, φυσικά, πολύ αργότερα.

Έχετε σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια κάνατε  έναν κύκλο σπουδών Κοινωνικής Ψυχολογίας στην École pratique des hautes études στο Παρίσι. Ποιες ήταν οι εμπειρίες που αποκομίσατε μέσα από τη φοιτητική ζωή και πόσο επηρέασε τη μετέπειτα ζωή σας;

Έκανα καλές κλασικές σπουδές κι αυτό πάντα βοηθάει έναν μέλλοντα συγγραφέα. Είχαμε μια καλούτσικη βιβλιοθήκη στο σπίτι κι οι γονείς δεν έβαζαν περιορισμό στο είδος των βιβλίων που διάβαζα. Τα περισσότερα βιβλία ήταν γαλλικής λογοτεχνίας καθότι οι γονείς Κωνσταντινουπολίτες, αλλά κι ελληνικής ποίησης: Καβάφης, Βάρναλης, Σολωμός,  Μαβίλης, Δροσίνης… Και στο σπίτι γαλλικά μιλούσαμε, ιδίως με τον πατέρα, κι αυτό όχι από σνομπισμό, αλλά διότι είχε βγάλει γαλλικό σχολείο στην Πόλη. Όταν μαζεύτηκαν κάποια χρήματα, αγόρασε κι ένα πικάπ. Και με πρώτη ευκαιρία δίσκους (πλάκες τις έλεγαν τότε). Μπετόβεν, Σοπέν, Τσαϊκόφσκι και τα συναφή.

Στο πανεπιστήμιο μπήκα με καλή σκευή. Απογοητεύτηκα εντελώς. Είχε έρθει, βλέπετε, η Χούντα. Δεν πέρασα καλά φοιτητικά χρόνια. Αργότερα, στη Γαλλία, κατάλαβα τι θα πει ελευθερία.

Επαγγελματικά, πριν ασχοληθείτε με τη συγγραφή βιβλίων, είχατε σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία και Κοινωνική Ψυχολογία με τα οποία δεν ασχοληθήκατε ποτέ από ό,τι έχω καταλάβει. Τι ήταν αυτό που σας προέτρεψε να κάνετε στροφή στα επαγγελματικά σας;

Θα μπορούσα να διοριστώ, αλλά ήθελα την ανεξαρτησία μου. Μην ξεχνάτε ότι ήταν ακόμη η Χούντα στα πράγματα. Για μερικά χρόνια δίδαξα γαλλικά στην Πανεπιστημιακή Λέσχη του Καποδιστριακού όπου το κλίμα ήταν διαφορετικό. Στο αναμεταξύ έπεσε η Χούντα και γνώρισα τον Μάνο Χατζιδάκι που μου έδωσε μια εκπομπή στο Γ΄ Πρόγραμμα. Από κει άνοιξα τα φτερά μου. Μπήκα στη συντροφιά του Τρίτου, εκείνου του Τρίτου. Γνώρισα τον Νίκο Γκάτσο. Οι δυο τους με τον Χατζιδάκι αποτελούσαν εξαίσιο ντουέτο. Κοντά τους έμαθα πολλά. Όταν έκλεισε το Τρίτο του Χατζιδάκι, εξακολούθησα να εργάζομαι στη ραδιοφωνία, που είναι η μεγάλη μου αγάπη. Έκανα όμως κι ένα σάλτο απ’ την τηλεόραση, την ΕΡΤ1 συγκεκριμένα, όπου συμμετείχα στην εκπομπή «Μικροί μεγάλοι» και είχα την ευκαιρία να καλώ εκπαιδευτικούς, ψυχολόγους, ψυχίατρους και κοινωνιολόγους, και να συζητάμε για τα προβλήματα των νέων στη σχέση τους με τους ενηλίκους. Εκεί μου στάθηκαν χρήσιμες οι γνώσεις Κοινωνικής Ψυχολογίας που είχα αποκτήσει στη Γαλλία.

Αυτές οι ασχολίες μού χάριζαν απόλαυση κυρίως όμως τα προς το ζην. Το όνειρο του να γίνω συγγραφέας, που το είχα από παιδί, δεν με είχε εγκαταλείψει. Τα πρώτα μου βιβλία τα έγραψα ενώ συγχρόνως εργαζόμουν. Ύστερα αποδεσμεύτηκα κι αφιερώθηκα στο γράψιμο. Αυτό μου δίνει τη μεγαλύτερη ικανοποίηση.

Η σχέση σας με τη συγγραφή από πότε ξεκινά;

Από τότε που άρχισα να διαβάζω. Το διάβασμα με οδήγησε στο γράψιμο. Εξακολουθώ να διαβάζω πολύ. Τους μεγάλους συγγραφείς, τους κλασικούς, θα έλεγα. Τα βιβλία που αγαπώ και θαυμάζω τα διαβάζω δυο και τρεις φορές, προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω την τέχνη του συγγραφέα, ποιο τρόπο χρησιμοποιεί για να εκφράσει με ακρίβεια τη σκέψη του, πώς δομεί τη μυθιστορηματική πλοκή, πώς χτίζει τους χαρακτήρες, πώς χειρίζεται τον χρόνο. Τα σπουδαία βιβλία είναι ο καλύτερος δάσκαλος για τον συγγραφέα.

Πώς προέκυψε και πότε η ιδέα για το νέο σας μυθιστόρημα «Οι αδερφές Ραζή»; Τα στοιχεία για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα υπήρχαν ή τα αναζητήσατε;

Πριν από πέντε έξι χρόνια εισέβαλαν μια μέρα στον νου μου απροειδοποίητα οι αδερφές Ραζή. Μου συστήθηκαν, στρογγυλοκάθισαν κι  άρχισαν να φλυαρούν… Για το πόσο ωραία περνούσαν στην Πόλη πριν από την Καταστροφή, για τον πατέρα τους που ήταν γιατρός, για το αμαξάκι που ερχόταν να τον πάρει κάθε πρωί για το νοσοκομείο του Μπαλουκλί, για τον θείο τους τον Ευρή, καλόκαρδο, γλεντζέ, εντελώς διαφορετικό από τον πατέρα που ήταν αφοσιωμένος στο καθήκον. Όταν γνωριστήκαμε αρκετά, μου ζήτησαν να τις βάλω στο βιβλίο που λογάριαζα να γράψω. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Εκείνες με είχαν επιλέξει. Από τότε και για τα επόμενα πέντε έξι χρόνια η Μέλπω, η Τέτα και η μικρότερη, η Χαρίκλεια, έγιναν η καθημερινή μου συντροφιά. Όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν όπως λένε, ώσπου στη σκηνή εισέβαλε ακάθεκτη η Ινώ. Προσφυγάκι κι αυτή αλλά φτωχαδάκι. Νέα, τολμηρή, αποφασισμένη να πετύχει. Απαιτούσε να τη βάλω κι αυτήν στο βιβλίο. «Μα εγώ γράφω για τις αδερφές Ραζή» αντέδρασα. «Πώς να σε συνδέσω μ’ εκείνες;» «Και ο έρωτας;» μου κάνει. «Γίνεται μυθιστόρημα χωρίς έρωτα;» Σωστά! Όμως το παμπόνηρο θηλυκό είχε στο μάτι τον άντρα της Μέλπως Ραζή, τον Ευάγγελο. Κι από κει άρχισε να δένεται η πλοκή.

Ύστερα φυσικά έκανα έρευνα για τα πραγματολογικά στοιχεία που χρειαζόμουν. 

Το νέο σας μυθιστόρημα έχει στοιχεία από την Προσφυγιά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη Χούντα. Όλα αυτά μαζί πώς καταφέρνουν να ενώσουν το παζλ του μυθιστορήματός σας που φέρει τον τίτλο «Οι αδερφές Ραζή»;

«Αν δεν ξέρεις ιστορία, μυθιστόρημα δεν μπορείς να γράψεις» μου είχε πει ο Νίκος Γκάτσος τότε που ήμουν πολύ νέα ακόμη. Δεν το κατάλαβα πλήρως, μα το κράτησα μέσα μου. Όλες αυτές οι εποχές που αναφέρατε, συνέχεια και συνέπεια μπορούμε να πούμε η μια της άλλης, καλύπτουν μια συγκεκριμένη και δύσκολη χρονική περίοδο της χώρας μας. Αυτό και μόνο αποτελεί τον συνεκτικό ιστό του παζλ. Όμως δεν γράφω ιστορικό μυθιστόρημα. Την Ιστορία τη χρησιμοποιώ σαν φόντο πάνω στο οποίο διαγράφονται ευκρινέστερα οι χαρακτήρες του βιβλίου. Τα ιστορικά γεγονότα τα έβαλα σε δεύτερο πλάνο και αναφέρομαι σ’ αυτά μόνον αν έχουν κάποια επίδραση στη ζωή και την εξέλιξη των χαρακτήρων. 

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το βιβλίο σας και όχι κάποιον άλλο;

Ο τίτλος προκύπτει κι αυτός σε μια στιγμή έμπνευσης. Τον μοιράζεσαι με μερικούς φίλους που εμπιστεύεσαι την κρίση τους, με την υπεύθυνη του βιβλίου σου στον εκδοτικό οίκο, στην προκειμένη περίπτωση την Ελένη Μπούρα στο Μεταίχμιο, και αν όλοι συμφωνούν, τον κρατάς. Μου αρέσουν οι απλοί και σύντομοι τίτλοι. Ούτε οι περιγραφικοί ούτε οι συμβολικοί.

Ποια κατά τη γνώμη σας είναι τα κλειδιά που ξεκλειδώνουν την ιστορία του νέου σας συγγραφικού παιδιού;

Ένα απ’ τα κλειδιά θα έλεγα πως είναι η προσφυγιά. Πρόσφυγες υπήρχαν πάντα. Καταλήγει να πιστέψει κανείς πως η προσφυγιά είναι μια από τις δομικές συνθήκες της ανθρώπινης κατάστασης, όπως η αρρώστια και ο θάνατος. Ο πρόσφυγας έχει μόνιμα χαρακτηριστικά. Είναι ανεπιθύμητος, αποτελεί αντικείμενο χλευασμού,  περιφρόνησης… Καίγεται από νοσταλγία για τον τόπο στον οποίο δεν μπορεί πια να επιστρέψει. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τους απελπισμένους ανθρώπους που καταπλέουν στα νησιά μας και στη γειτονική Ιταλία. Μερικά χρόνια πριν, τους δικούς μας πρόσφυγες, Έλληνες από τη Μικρασία, που οι ντόπιοι, Έλληνες κι αυτοί, τους αντιμετώπισαν συχνά με καχυποψία, επιθετικότητα…

Ήθελα να μιλήσω για την κατάσταση που βρήκαν εδώ οι Μικρασιάτες πρόσφυγες της πρώτης γενιάς, πώς άνοιξαν τον δρόμο για τη δεύτερη γενιά.

Ένα άλλο κλειδί που θα μπορούσα να αναφέρω είναι η σύγκρουση του ατομικού με το ιστορικό πεπρωμένο. Με ενδιαφέρουν πολύ οι καταστάσεις κατά τις οποίες ο άνθρωπος άλλοτε ηθελημένα άλλοτε άθελά του πιάνεται στα δίχτυα της Ιστορίας. 

Το μυθιστόρημα «Οι αδερφές Ραζή», εκτός από όμορφες στιγμές που μπορεί να προσφέρει στον αναγνώστη που θα το διαβάσει, έχει σκοπό να περάσει και κάποιου είδους μηνύματα μήπως και ποια;

Δεν πιστεύω στα άμεσα μηνύματα. Στα βιβλία «προπαγάνδας». Ξεκινώ ένα μυθιστόρημα με ανοιχτό μάτι, νου και αυτί  στις επιθυμίες των ηρώων μου. Αυτοί μιλούν, δρουν, εγώ απλώς ακολουθώ. Πολλές φορές θα ήθελα να πάρουν άλλη κατεύθυνση. Μα αυτά τα πράματα δεν γίνονται με το ζόρι. Η αφήγηση αμέσως κλωτσάει. Έπειτα εγώ θέλω να αφηγηθώ μια ιστορία, με πρόσωπα από σάρκα και αίμα, όχι από χαρτί. Αν συνάγεται κάποιο «μήνυμα» μες απ’ τα βιβλία μου είναι η σταθερή θέση μου εναντίον του ρατσισμού, του φανατισμού, της μισαλλοδοξίας και των κλειστών συνόρων. Οι Μικρασιάτες Έλληνες, που τόσο στρυφνή υποδοχή τούς επιφύλαξαν τον πρώτο καιρό οι ντόπιοι συμπατριώτες τους, πρόσφεραν πολλά στη χώρα με την προκοπή τους, τις γνώσεις τους, την παιδεία τους και με τις περιουσίες τους, οι πλουσιότεροι. Με τα χρόνια βέβαια αφομοιώθηκαν και έγιναν αποδεκτοί, αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού. 

Τα πρόσωπα που αναφέρονται μέσα στο βιβλίο σας πώς συνδέονται μεταξύ τους; Κυρίως πώς συνδέονται με εσάς;

Για το πώς συνδέονται μεταξύ τους, ας αφήσουμε στον αναγνώστη τη χαρά να το ανακαλύψει διαβάζοντας το βιβλίο.

Με μένα συνδέονται ως προς την καταγωγή. Οι γονείς μου ήταν και οι δύο Μικρασιάτες, συγκεκριμένα Πολίτες. Οι Πολίτες αποτέλεσαν μια ιδιαίτερη κατηγορία στη συνθήκη της Λωζάννης που όριζε την άμεση ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Όποιος μπορούσε ν’ αποδείξει πως ήταν μόνιμος κάτοικος Κωνσταντινούπολης τα τελευταία 18 χρόνια, δεν ήταν υποχρεωμένος να φύγει άρον άρον το ’22, το ’24. Γι’ αυτό και οι ήρωές μου, όπως οι γονείς μου, έρχονται στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ’30. Βρήκαν οι Τούρκοι τρόπο να τους διώξουν με άλλα μέσα. Ήθελαν να μετατρέψουν μια κοσμοπολίτικη πολιτεία, όπως υπήρξε για αιώνες η Πόλη, σ’ έναν καθαρά εθνικιστικό τόπο. Και όχι μόνο την Πόλη, μα ολόκληρη την Τουρκία. Τις συνέπειες του εθνικισμού τις βλέπουμε, νομίζω, καθαρά και σήμερα. 

Ποια  θεωρείτε αγαπημένη σας φράση και ποια η αγαπημένη σας φιγούρα από το συγκεκριμένο μυθιστόρημά σας;

Όλοι οι χαρακτήρες έχουν θέση στην καρδιά μου. Ζώντας κοντά τους τόσα χρόνια τους αγάπησα. Σημειωτέον ότι δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικά πρόσωπα. Φυσικά και σταχυολόγησα χαρακτηριστικά και επεισόδια από τη ζωή προσώπων που γνώρισα. Αλλά αυτό το κάνει πάντα ο συγγραφέας. Λίγο από δω λίγο από κει, κομμάτια μνήμης και προσωπικών βιωμάτων του  βρίσκονται διάσπαρτα σε όλους τους ήρωες.

Αν πρέπει να επιλέξω, θα επέλεγα τη Χαρίκλεια, για το αδιαπραγμάτευτο της περηφάνιας της. Κι ας μην τη βοήθησε αυτό στη ζωή της. Θα επέλεγα επίσης να αναφέρω τον έρωτα της Ινώς με τον Ευάγγελο. Μου φαίνεται ξεχωριστός, βασισμένος στην αφοσίωση. Φίλη ποιήτρια μου είπε ότι αυτός ο έρωτας είναι από τους ωραιότερους που έχουν γραφτεί στην ελληνική λογοτεχνία. Χάρηκα πολύ, όπως καταλαβαίνετε.

Από τις αγαπημένες μου φράσεις, ίσως επειδή την έχω δοκιμάσει στο πετσί μου είναι η εξής: «Η επιβίωση είναι σκληρή υπόθεση. Δεν σηκώνει αβρότητες, δεν χαρίζεται.» 

Το βιβλίο από ποια χρονολογία ξεκινά να εξελίσσει την ιστορία του και σε ποιες πόλεις διαδραματίζονται τα γεγονότα;

Ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’30, τότε δηλαδή που έρχονται οι ήρωές μου πρόσφυγες από την Πόλη και φτάνει ως τη Μεταπολίτευση, το 1975-76.

Η Ιστορία εκτυλίσσεται στην Αθήνα εκείνων των χρόνων. Υπάρχουν αρκετές αναφορές στην πρωτεύουσα του 1935-40, στην Αθήνα της Κατοχής, στην τρελή κούρσα για επιτυχία και εύκολο κέρδος που έφεραν τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Αλλά και αυτές οι αναφορές συνδέονται πάντα με τους ήρωες, δεν αποτελούν ανεξάρτητες πληροφορίες. 

Πόση δουλειά πραγματικά χρειάζεται μια συγγραφέας, για να καταφέρει να αποτυπώσει τόσο ρεαλιστικά και τόσο γλαφυρά όλα αυτά τα γεγονότα μέσα σε 331 σελίδες;

Κατ’ αρχάς ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια.

Είναι αυτονόητο ότι χρειάζεται πολλή δουλειά κυρίως μεγάλη αφοσίωση. Στερείσαι πολλές χαρές όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα. Βεβαίως έχεις την ύψιστη χαρά να δημιουργείς έναν κόσμο. Ναι, μπορώ να πω ότι ο συγγραφέας την εποχή που είναι δοσμένος στο βιβλίο του ζει παράλληλες ζωές. Η μια είναι βεβαίως η καθημερινή πραγματικότητα, τα τρέχοντα, οικογένεια, υποχρεώσεις, φίλοι, στα οποία ανταποκρίνεται όσο καλύτερα μπορεί. Με πρώτη ευκαιρία όμως αποσύρεται στο σύμπαν που έχει δημιουργήσει. Εκεί ο χρόνος μετράει αλλιώς, αλλιώς οι χαρές, αλλιώς οι λύπες. 

Όταν τελειώσατε το μυθιστόρημα, σε ποιον το εμπιστευτήκατε να το διαβάσει για πρώτη φορά και να σας πει τη γνώμη του; Γιατί;

Το εμπιστεύτηκα στον φίλο κριτικό Αλέξη Ζήρα, διότι έχω εμπιστοσύνη στην κρίση του. Πράγματι οι παρατηρήσεις του υπήρξαν πολύτιμες. Ύστερα και αφού το ξαναδούλεψα για πολλοστή φορά, το εμπιστεύτηκα στις εκδόσεις Μεταίχμιο και συγκεκριμένα στην υπεύθυνη ελληνικής πεζογραφίας Ελένη Μπούρα. Πρέπει να πω ότι πίστεψε στο βιβλίο μόλις το διάβασε. Λίγες αλλά χρήσιμες ήταν οι παρεμβάσεις της. Βρήκα στο Μεταίχμιο, με το οποίο συνεργάζομαι για πρώτη φορά, μια πραγματικά ζεστή και ενθαρρυντική υποδοχή. Ευχαριστώ όλους τους συνεργάτες του εκδοτικού οίκου που ασχολήθηκαν μαζί μου, τον Νώντα Παπαγεωργίου που μου δείχνει φιλία κι εμπιστοσύνη, και φυσικά τον πρώτο μου αναγνώστη, Αλέξη Ζήρα. 

Ποια είναι η γνώμη σας για τους επιμελητές βιβλίων στην Ελλάδα; Πιστεύετε ότι  απουσιάζουν από την Ελλάδα σε σύγκριση με την Αμερική και την Ευρώπη;

Είχα την τύχη να αναλάβει το βιβλίο μου μια πολύ καλή επιμελήτρια, η Ελένη Μπούρα –έχω αναφέρει το όνομά της αρκετές φορές ήδη– πράγμα που δείχνει πόσο σημαντικός θεωρώ ότι υπήρξε ο ρόλος της. Πιστεύω ότι και στην Ελλάδα έχουμε πολύ καλούς επιμελητές, ίσως δεν έχει αναγνωριστεί αρκετά ο ρόλος τους, ίσως οι Έλληνες πεζογράφοι να είναι αρκετά «εγωιστές», ώστε ν’ ακούσουν και να εφαρμόσουν μια συμβουλή που είναι ενδεχομένως προϊόν μιας αρνητικής αλλά εποικοδομητικής  κριτικής. Ίσως και οι εκδότες, ιδίως τώρα στα χρόνια της κρίσης, να υποβαθμίζουν τον ρόλο του επιμελητή. 

Έχετε σκεφτεί ποιο θα είναι το επόμενό σας βιβλίο και ποιο το είδος του περιεχομένου του;

Αν παρατηρήσει ο αναγνώστης, στον εσωτερικό τίτλο του βιβλίου υπάρχει και ένας υπότιτλος: «Δυο όχθες». Και στο οπισθόφυλλο αναφέρεται ότι οι τρεις αδερφές Ραζή ζουν στη μια όχθη κι ονειρεύονται την άλλη. Εννοείται φυσικά η Ελλάδα και η Μικρασία. Φιλοδοξώ να ολοκληρώσω μια τριλογία με θέμα την πρώτη και δεύτερη γενιά Μικρασιατών προσφύγων στη «μητέρα πατρίδα». Το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας ήταν το «Ένα κομματάκι ουρανός» που αγαπήθηκε απ’ το αναγνωστικό κοινό κι αυτό με ενθάρρυνε να προχωρήσω στο δεύτερο μυθιστόρημα, τις «Αδερφές Ραζή». Συνεπώς το τρίτο μυθιστόρημα θα κινείται στο ίδιο πλαίσιο, με διαφορετικούς ήρωες  σε διαφορετική χρονική στιγμή, πιο κοντινή, πιο σύγχρονη.

Ήθελα το κάθε μυθιστόρημα να μπορεί να διαβάζεται και μεμονωμένα, γι’ αυτό χρησιμοποιώ διαφορετικούς χαρακτήρες και χρονικές στιγμές. Ο συνεκτικός ιστός της τριλογίας είναι η προσφυγιά, στην προκειμένη περίπτωση η καταφυγή δικών μας ανθρώπων, Ορθόδοξων Ελλήνων, στην πατρίδα τους όπου όμως αντιμετωπίστηκαν, στην αρχή τουλάχιστον,  ως πρόσφυγες, πολίτες Β΄ κατηγορίας. 

Κα Ζαρόκωστα, σας ευχαριστώ πολύ που δεχθήκατε να σας φιλοξενήσουμε στο greekaffair.gr. Οι αναγνώστες μας κι εγώ σας ευχόμαστε πάντα συγγραφικές επιτυχίες!

Και εγώ ευχαριστώ !!!

 

Συνέντευξη Κυριάκος Τσικορδάνος