Ο Λάμπρος Φισφής, για όσους τυχαίνει να μην τον γνωρίζουν, είναι Έλληνας κωμικός με «ειδικότητα» στο stand-up comedy. Με αφορμή την παράσταση κωμωδίας που ετοιμάζει αυτό το καιρό, με τίτλο «Τι ζούμε?», ο Κυριάκος Τσικορδάνος συνομίλησε μαζί του σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Λάμπρο θα ήθελα να μου πεις που γεννήθηκες και που μεγάλωσες κι αν θεωρείς τον εαυτό σου παιδί της επαρχίας ή της πόλης.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Είμαι από αυτούς τους Αθηναίους που δεν έχουν καν εξοχικό σε κάποιο χωριό. Οπότε σίγουρα θα έλεγα παιδί της πόλης.

Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια, έχεις θετικές ή αρνητικές αναμνήσεις;

Όπα ξαφνικά νιώθω ότι πρέπει να ξαπλώσω σε καναπέ ψυχολόγου. Να πω και μέχρι ποια ηλικία θήλαζα; ( Γέλια)

Από μικρός ήσουνα  ήρεμο παιδί ή ανακατευόσουν με διάφορα πράγματα; Ποιες ήταν οι παρέες που επέλεγες να έχεις;

Ήμουν ήρεμο παιδί. Επέλεγα τις παρέες που με επιλέγανε. Δεν ήμουν πολύ κοινωνικός.

Ως έφηβος, είχες επαγγελματικές ανησυχίες  τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Ήθελα να γίνω ηθοποιός. Ή αστροναύτης. Ή ηθοποιός που παίζει τον αστροναύτη.

Μεγαλώνοντας την δεκαετία του 80-90, τι ήταν αυτό που σε μάγεψε τότε από την υποκριτική τέχνη, ώστε να σε παρασύρει και να ασχοληθείς επαγγελματικά με την υποκριτική; 

Από ελληνικές επιρροές θα έλεγα τους “10 Μικρούς Μήτσους” και τις κασέτες του Χάρρυ Κλιν. Από ξένα ταινίες του Eddie Murphy και του Peter Sellers.  

Πριν σκεφτείς να ακολουθήσεις το επάγγελμα σεναριογράφος –  stand up comedy είχες σκεφτεί να ακολουθήσεις κάποιο άλλο επαγγελματικό προσανατολισμό;  Έχεις σπουδάσει κάτι άλλο;

Δεν έχω σπουδάσει κάτι τέτοιο. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με το stand up comedy και στην πορεία προέκυψε και η συγγραφή σεναρίων. Έχω τελειώσει το ΤΕΙ Εμπορίας και Διαφήμισης.

Το stand up comedy ποτέ έρχεται στην ζωή σου;

Το stand up αρχικά ήρθε με την μορφή μιας βιντεοκασέτας του Eddie Murphy το 2004 και πρακτικά ανέβηκα στην σκηνή το 2009 όταν ήμουν στο Άμστερνταμ.

Τι θεωρείς ήταν αυτό που σε γοήτευσε στο stand up comedy  τόσο πολύ που ασχολήθηκες και ενεργά αργότερα;

Αυτό που με μάγεψε ήταν το πόσο παραπάνω γέλιο είχε μια παράσταση stand up από οποιαδήποτε κωμωδία είχα δει μέχρι τότε. Και το πως όλο αυτό το κατάφερνε ένας άνθρωπος μόνος του χωρίς τίποτα.

Ποιος είναι ο ρόλος που αγαπάς πιο πολύ και σε εκφράζει ως καλλιτέχνη: του σεναριογράφου ή του κωμικού;

Του κωμικού. Με την έννοια του stand up comedian. Η δουλειά αυτή τα συνδυάζει όλα. Και το γράψιμο και το παίξιμο και οτιδήποτε άλλο μπορείς να φανταστείς. Μέχρι και λογιστική.

Όταν βγαίνεις πάνω στη σκηνή, πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αυτοσχεδιάσεις;

Λατρεύω να αυτοσχεδιάζω πάνω στη σκηνή. Είναι αυτό που κάνει κάθε παράσταση μοναδική. Είναι πάντα δύσκολο και έχει ρίσκο αλλά δεν μπορώ να μην το κάνω.

Λάμπρο όλα αυτά τα χρόνια που κάνεις stand up comedy έχει τύχει να βρεθείς σε δυσάρεστη θέση, γιατί κάποιος κάτω από το κοινό σου ενοχλήθηκε με κάποια ατάκα σου;

Σίγουρα θα έχει συμβεί αλλά δεν το ξέρω. Δεν έχει τύχει να μου πει κάποιος κάτι. Γενικά δεν είμαι κωμικός που προσβάλει το κοινό. Και τα κείμενά μου δεν είναι ιδιαίτερα προκλητικά.

Ένας κωμικός του stand up  comedy όπως είσαι εσύ  από πού αντλεί τα θέματα συνήθως: από την προσωπική του ζωή ή και από διάφορες καταστάσεις που έχει συναντήσει ή δει;

Και από τα δύο. Πρακτικά παρακολουθούμε τα πάντα. Αυτά που κάνουμε εμείς και αυτά που κάνουν άλλοι. Τα περνάμε από την προσωπική μας οπτική ματιά και τα παρουσιάζουμε στην σκηνή.

Η πρώτη σου δουλειά (σενάριο) για την τηλεόραση έρχεται με την σειρά «Η γενιά των 592 ευρώ» ενώ στην συνέχεια αμέσως μετά κανείς και την πρώτη σου εμφάνιση ως ηθοποιός ή καλύτερα ως stand up comedian στο «Κάψε το σενάριο» επίσης πάλι στο κανάλι του Mega. Αυτές οι επαγγελματικές δουλειές στην τηλεόραση που έκανες πόσο σε βοήθησαν αργότερα στην μετέπειτα επαγγελματική σου πορεία; Πιστεύεις σε έκαναν ποιο αναγνωρίσιμο;

Από τη «Γενιά των 592 ευρώ» δεν θα έλεγα ότι κέρδισα αναγνωσιμότητα. Εκεί έγραφα το σενάριο και συνήθως τους σεναριογράφους δεν τους προσέχει κανείς. Το «Κάψε το Σενάριο» σίγουρα με έκανε αναγνωρίσιμο αλλά συνήθως αυτή η αναγνωσιμότητά κρατάει όσο είσαι στην τηλεόραση. Το κοινό που έρχεται στις παραστάσεις στο θέατρο πρέπει να το χτίσεις σιγά σιγά και μεθοδικά.

Και μιας και μιλήσαμε πιο πριν για σενάρια, πιστεύεις ότι στην Ελλάδα έχουμε καλούς σεναριογράφους  με (καλή πένα);

Γενικά πιστεύω ότι έχουμε καλούς σεναριογράφους. Αλλά αν μιλάμε για τηλεόραση δυστυχώς τα φορμάτ είναι τέτοια που δεν γίνεται να φτιάξεις καλή κωμωδία όσο καλός σεναριογράφος και να είσαι. Όλα τα σήριαλ στην Ελλάδα είναι 40 λεπτά και αυτό είναι κωμική αυτοκτονία.

Για να γράψεις σήμερα κάποιος ένα καλό εμπορικό σενάριο για την τηλεόραση, το θέατρο ή το σινεμά ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει να διαθέτει έκτος από μια καλή πένα;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια συνταγή. Μόνο αφού κάνει κάτι επιτυχία μπορείς να το κοιτάξεις και να αναλύσεις γιατί έκανε επιτυχία.

Αυτό το καιρό είσαι στην προετοιμασία μια διαφορετικής επιθεώρησης – για τα ελληνικά δεδομένα – που θα ανέβει στο θέατρο Βέμπο 31 Οκτωβρίου. Θα ήθελες να μιλήσεις λίγο για αυτό το νέο σου εγχείρημα;

Είναι μια παράσταση κωμωδίας όπου συνδυάζει τη φόρμα της παλιάς επιθεώρησης με τις νέες μορφές κωμωδίας. Μια σάτιρα της ζωής μας μέσα από απλούς, κανονικούς ήρωες. Έχουμε εστιάσει στις καθημερινές καταστάσεις και έχουμε αφαιρέσει τελείως την πολιτική σάτιρα. Στόχος μας είναι ο κόσμος να γελάσει και να ψυχαγωγηθεί και να ξανά αγαπήσει αυτό το είδος κωμωδίας.

Πως προέκυψε σαν ιδέα;

Η αρχική ιδέα μιας επιθεώρησης από νέους ανθρώπους ξεκίνησε από τον παραγωγό μας κ. Μάριο Τάγαρη. Είναι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε δίπλα σε όλους τους μεγάλους δημιουργούς των επιθεωρήσεων και πάντα είχε όνειρο να κάνει μια δική του επιθεώρηση. Και εμείς πάντα είχαμε όνειρο να κάνουμε μια παράσταση κωμωδίας σε ένα θέατρο σαν το Βέμπο.

Το casting των ηθοποιών βάσει ποιών χαρακτηριστικών στοιχείων επιλέχτηκε για την επιθεώρηση;

Με βάση το πόσο καλοί κωμικοί είναι και το πόσο διαφορετικοί κωμικοί είναι μεταξύ τους. Είναι σημαντικό σε ένα ensemble ο καθένας να φέρνει κάτι διαφορετικό.

Στην επιθεώρηση που ετοιμάζεις υπάρχει κάποιος ρόλος που αγαπάς ή ξεχωρίζεις;

Είναι ένας πολύ μικρός ρόλος και λέγεται Φώτης. Ο Φώτης είναι ένας άνθρωπος που όλα του πάνε στραβά. Νομίζω ότι μας εκφράζει όλους μας ανά φάσεις.

Γιατί επέλεξες αυτό το τίτλο «Τι ζούμε;» και τι το διαφορετικό έχει αυτή η επιθεώρηση από αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα ελληνικά θέατρα;

Το «Τι ζούμε;» είναι το βασικό ερώτημα και ο συνδετικός ιστός της παράστασης. Η παράσταση είναι ένα ταξίδι που κάνουμε μαζί με το κοινό μέσα από ιστορίες της καθημερινότητας στην προσπάθειά μας να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα. Οι διαφορές από τις άλλες επιθεωρήσεις είναι πολλές. Δεν έχουμε πολιτική σάτιρα, δεν έχουμε μπαλέτα, δεν έχουμε τεράστιους μονολόγους, δεν έχουμε πλαστικές καρέκλες κ.ά.  

Η συνεργασία με το κ. ΤΑΓΑΡΗ πώς προέκυψε ώστε να φιλοξενηθεί η επιθεώρηση σου σε αυτό το ιστορικό θέατρο;

Με προσέγγισε ο Μάριος Τάγαρης μετά από μια παράστασή μου πέρσι και μου πρότεινε να κάνω το stand up comedy show μου στο θέατρο Ακροπόλ. Η επιθεώρηση ήρθε μετά.

Αν σου ζητούσα να γυρίσεις το χρόνο πίσω, υπάρχει κάτι που θα άλλαζες στη ζωή σου και αν ναι, τι;

Χιλιάδες πράγματα. Όχι κάτι πολύ βασικό αλλά λεπτομέρειες. Όπως ας πούμε να μην ανέβω με σαγιονάρες ένα βράχο όταν ήμουν 10. Αν το άλλαζα αυτό θα είχε 10 λιγότερα ράμματα.

Ο Λάμπρος Φισφής έχει ωριμάσει στα 34 του ή παραμένει παιδί;

Και τα δύο. Ανάλογα με την περίσταση.

Ποια είναι τα επόμενα σου σχέδια εκτός από την επιθεώρηση; Τι άλλο να περιμένουμε;

Προς το παρόν το μεγάλο σχέδιο είναι η επιθεώρηση. Είναι ένα μεγάλο στοίχημα και όλες οι δυνάμεις έχουν πέσει σε αυτό. Ταυτόχρονα συνεχίζω βέβαια και τις παραστάσεις stand up comedy στην επαρχία και τα βίντεό μου στο κανάλι μου στο youtube.

Τέλος θα ήθελα να μας πεις τη γνώμη σου για το greekaffair.gr

Σας δίνω συγχαρητήρια που σε δύσκολους καιρούς εσείς, οι δημοσιογράφοι, καταφέρνετε να δουλεύετε τόσο σκληρά!

Λάμπρο σε ευχαριστούμε για την ωραία συζήτηση που είχαμε. Σου εύχομαι καλή επιτυχία σε ό,τι και αν κάνεις.

Σας ευχαριστώ και εγώ για τις πολύ ωραίες ερωτήσεις!

Συνέντευξη Κυριάκος Τσικορδάνος