Η Συγγραφέας Αναστασία Καλλιοντζή μίλησε στο greekaffair.gr και στον Κυριάκο Τσικορδάνο για το συγγραφικό παιδί της με τίτλο  «Μη μου λες αντίο».

Το 

«Μη μου λες αντίο» είναι ένα βιβλίο για μια πόλη που δεν υπάρχουν λόγια να την περιγράψεις, κι έναν έρωτα που είναι γραφτό να ζήσει για πάντα. Να μείνει ανέγγιχτος από δικαστήρια και τυπικές πράξεις. Να περάσει στην Ιστορία.

  1. Αναστασία Καλλιοντζή, γεννηθήκατε στην Αθήνα, τότε που η Ελλάδα άλλαζε σελίδα στην ιστορία της. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια, τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια;

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ ευτυχισμένα! Ήμουν μοναχοπαίδι, πολύ δεμένη με τους γονείς μου και ειδικά με τον  αείμνηστο πατέρα μου, ο οποίος ήταν και ο άνθρωπος που μου έμαθε τη ζωή. Του χρωστώ με απέραντη ευγνωμοσύνη το γεγονός ότι δεν με προφύλαξε ποτέ από τίποτα, ούτε από τον πόνο ούτε από το άσχημο πρόσωπο της ζωής, και μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι αυτό το έκανε για να με προετοιμάσει για την οδυνηρή εμπειρία που βιώνει ένα μοναχοπαίδι όταν χάνει τους γονείς του και μένει μονάχο του… Εκείνα τα χρόνια που ήμουν παιδί υπήρχε αθωότητα, και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα παιχνίδια στις αλάνες της γειτονιάς ως αργά, τους παιδικούς φίλους, τη μυρωδιά από γιασεμί και αγιόκλημα μιας και μεγάλωσα στην Αργυρούπολη που τότε ήταν σχεδόν χωριό, το τηγάνι της μανούλας μου μεσημέρια καλοκαιριού ενώ απ’ έξω τα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο, το τρανζίστορ που έπαιζε παλιά λαϊκά και, πάνω απ’ όλα, τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν φύγει πια από τη ζωή αλλά θα ζουν για πάντα μέσα στην καρδιά μου και στα όνειρά μου τις νύχτες.

Η ανάγνωση βιβλίων και η συγγραφή σάς άρεσε από μικρή; Θεωρείτε τον εαυτό σας βιβλιοφάγο;

Μου άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα. Το παράπονο της μακαρίτισσας της μάνας μου, θυμάμαι, ήταν ότι, όταν πηγαίναμε επισκέψεις σε σπίτια, εξαφανιζόμουν στη βιβλιοθήκη του σπιτιού και δεν ξετρυπωνόμουν από εκεί παρά μόνο όταν θα φεύγαμε. Η μόνη σχέση που είχα με τη συγγραφή, όταν ήμουν παιδί, ήταν το ημερολόγιο το οποίο τηρώ ιεροβλαβικά από τότε που έμαθα να γράφω. Ανατρέχω συχνά πυκνά στα γραπτά μου από τα παλιά χρόνια και μαγεύομαι από το ταξίδι της ζωής! Φυσικά είμαι βιβλιοφάγος, λατρεύω τα βιβλία! Είναι ένα από τα πράγματα χωρίς τα οποία δεν μπορώ να φανταστώ ούτε τον κόσμο ούτε τη ζωή μου.

Υπήρξατε μοναχοπαίδι στο μονοπάτι που λέγεται ζωή. Είχε αυτό θετική ή αρνητική επιρροή στον χαρακτήρα σας;

Τρομερή ερώτηση, στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά! Φυσικά είχε και θετική και αρνητική επιρροή. Στα θετικά: αφού δεν είχα κατά σάρκα αδέρφια, έμαθα από μικρή να θεωρώ όλο τον κόσμο αδερφό. Στα αρνητικά: όταν φύγουν απ’ τη ζωή οι γονείς, το μοναχοπαίδι νιώθει σαν δέντρο χωρίς ρίζες. Καμιά φορά αυτή η μοναξιά είναι πολύ βαριά…

Ποια ήταν η σχέση σας με τους γονείς σας; Μεγαλώσατε μέσα σε ένα ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον;

Με τους γονείς μου είχα μεγάλη διαφορά ηλικίας: όταν με απέκτησαν, η μητέρα μου ήταν 37 και ο πατέρας μου 46. Ο πατέρας μου ήταν ο επί γης θεός μου. Τον αγαπούσα με πάθος από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, ήταν ο άνθρωπος που μου έμαθε τον κόσμο, τη ζωή, τους ανθρώπους, με δίδαξε ό,τι ήξερε. Υπήρξε αυστηρός, δεν με άφηνε να βγαίνω από το σπίτι όταν ήμουν έφηβη, δεν ήξερα τι θα πει μπαρ, καφετέρια, πάρτι και τα τοιαύτα, αλλά ό,τι δεν μπορούσα να μάθω τριγυρνώντας από δω κι από εκεί μόνη μου μου το έμαθε ο ίδιος. Μαζί του πήγα παντού: σε νοσοκομεία, σε φυλακές, σε μπουζούκια, σε καπηλειά, σε απεργιακές πορείες…, μου είχε δώσει το λόγο του ότι όταν θα ενηλικιωνόμουν, θα ήμουν ελεύθερη να κάνω ό,τι ήθελα. Τον κράτησε αυτόν τον λόγο μέχρι κεραίας… Με τη μανούλα μου η σχέση μου ήταν πάντα λιγάκι τεταμένη, και δεν μπορούσα να καταλάβω το λόγο, μέχρι που μεγάλωσα και κατάλαβα: έτσι γίνεται πάντα στις οικογένειες με μοναχοπαίδια κορίτσια! Φυσικά όταν ενηλικιώθηκα και πήρα τη ζωή μου στα χέρια μου, όλα αυτά δεν είχαν πια καμία σημασία – μας έμεινε μονάχα η λατρεία, ώσπου έφυγε από τη ζωή, πρώτα εκείνη, ύστερα ο πατέρας μου που δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτήν και ράγισε η καρδιά του. Όσο για το ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον… ήρεμο ναι, υπέροχα ήρεμο, αλλά γαλήνιο ποτέ. Είναι αδύνατον στους Καλλιοντζήδες να επικρατήσει ποτέ γαλήνη. Είμαστε μεγάλη οικογένεια, με πολλούς νοματαίους. Οι πρόγονοί μας φέραν από τη Μικρασία τη φλόγα τους, είναι αδιανόητο να ζήσει γαλήνια άνθρωπος που κατάγεται από το γένος Καλλιοντζή. Για να εξηγήσω τι εννοώ, θα χρειαστώ μια εγκυκλοπαίδεια.

Επαγγελματικά, πριν ασχοληθείτε με τη μάχιμη δικηγορία και τη συγγραφή βιβλίων, μήπως σπουδάσατε κάτι άλλο; Είχατε σκεφτεί αλλιώς το μέλλον στο πίσω μέρος του μυαλού σας;

Πριν περάσω στη Νομική, που ήταν και το μεγάλο μου όνειρο, έτυχε να περάσω στη Θεολογική που ήταν η αμέσως επόμενή μου επιλογή, ως σχολή με χαμηλότερη βάση από τη Νομική. Πήγα φυσικά να γραφτώ, αλλά τότε το έκανα απλά για να το κάνω. Έλα όμως που η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε μου φαντασία! Η Θεολογική Σχολή, ως το ΑΕΙ με τη χαμηλότερη βάση εκείνα τα χρόνια, εκτός από αυτούς που ενσυνείδητα την επέλεγαν, συγκέντρωνε και όλους τους αποτυχόντες από άλλες σχολές, για τους οποίους η εν λόγω σχολή ήταν ένα πέρασμα ως τις επόμενες Πανελλήνιες. Εγώ μέσα στη Θεολογική Σχολή των Αθηνών έπαθα την πλάκα μου. Ήταν ένα αληθινό καλειδοσκόπιο όπου συναντούσες όλες τις φυλές του Ισραήλ, κάθε καρυδιάς καρύδι: αναρχικούς, αριστερούς, αριστεριστές, παπάδες, μοναχούς, δεξιούς, θρησκεύοντες, άθεους…, όλο αυτό το ολοζώντανο φυτώριο και σταυροδρόμι ιδεών, ανθρώπων, προσώπων, πραγμάτων με σημάδεψε καθοριστικά. Βλέπετε, συνέτρεχε μια αναγκαία και ικανή συνθήκη: σεβόμασταν ο ένας τον άλλο! Ήταν μια μαγική χρονιά για μένα εκείνη στη Θεολογική Σχολή! Όσο για το μέλλον που λέτε…, όταν είσαι νέος, δεν πολυσκέφτεσαι το μέλλον. Για κάποιον λόγο στρεβλό κι ακατανόητο, που δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω, αρχίζεις να σκέφτεσαι το μέλλον ανάποδα, όταν έχεις πια μεγαλώσει και ωριμάσει. Αν ξαναγύριζε ο χρόνος πίσω, θα είχα γίνει γιατρός και θα τριγύριζα στον κόσμο, όπου υπάρχει ανάγκη. Τίποτ’ άλλο.

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά (αν υπάρχουν τέτοια) που πρέπει να έχει κάποιος για να γράψει ένα βιβλίο;

Πάθος, και όρεξη να πάρει το τρένο για να πάει εκεί όπου τα τρένα δεν πάνε. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο.

Πώς συλλάβατε την ιδέα να γράψετε αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο;

Εκείνη την εποχή, ούσα μάχιμη δικηγόρος και με τον μεγαλύτερο όγκο της δουλειάς μου να αφορά Οικογενειακό δίκαιο, γάμους με άδοξη κατάληξη και τα τοιαύτα, που οδηγούνταν στις αίθουσες των δικαστηρίων και για την τυπική πλέον λύση τους, και μαζί με το γεγονός ότι κουβαλούσα μέσα μου τη μαγική πόλη της Κομοτηνής και όλα όσα είδα κι έζησα εκεί και ήθελα με κάποιον τρόπο να τα αποδώσω ως φόρο τιμής γι’ αυτήν τη μυστηριώδη, συναρπαστική πόλη και τους ανθρώπους της…, κάπως έτσι, ανεξήγητα, δυνατά, καταλυτικά, γεννήθηκε το «Μη μου λες αντίο». Ένα βιβλίο για μια πόλη που δεν υπάρχουν λόγια να την περιγράψεις, κι έναν έρωτα που είναι γραφτό να ζήσει για πάντα. Να μείνει ανέγγιχτος από δικαστήρια και τυπικές πράξεις. Να περάσει στην Ιστορία.

Το συγκεκριμένο βιβλίο περιέχει στοιχεία από τον έρωτα, τον θάνατο, τη θρησκεία, τα έθιμα μιας πόλης και τη μοίρα του ανθρώπου. Πώς συνδέονται όλα αυτά μαζί;

Δεν ξέρω ακριβώς. Δεν μπορώ να απαντήσω με ασφάλεια, γιατί όταν γράφω αφήνομαι και όπου πάει, και έχει ο Θεός. Όμως μπορώ να επισημάνω το εξής: αν ένα βιβλίο που μιλάει για έναν έρωτα αφήσει απέξω τον κοινωνικό περίγυρο και τα κοινωνικά στοιχεία της εποχής του, τότε ελλοχεύει ορατότατος ο κίνδυνος να διολισθήσει είτε στο μελό είτε στο πορνό. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό. Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, αποκωδικοποιώντας τα στοιχεία και τις παραμέτρους, νομίζω πως δεν θα μπορούσε κιόλας να συμβεί.

Οι ήρωες που περιγράφετε στο βιβλίο σας πώς συνδέονται μεταξύ τους; Είναι πραγματικά πρόσωπα ή μυθοπλαστικά;

Κανονικά δεν θα συναντιούνταν ποτέ, αλλά η μοίρα αλλιώς όρισε – κι έτσι συναντήθηκαν. Τους συνδέει η πόλη της Κομοτηνής: ο Μουράτ είναι μουσουλμάνος δάσκαλος, γέννημα-θρέμμα της πόλης, και η Χριστίνα μεταβαίνει στην Κομοτηνή για σπουδές στη Νομική Σχολή. Τα πρόσωπα είναι απολύτως φανταστικά.

To «Μη μου λες αντίο» χωρίζεται σε διάφορα ξεχωριστά κεφάλαια ή είναι μια ιστορία όλο το βιβλίο;

Φυσικά το βιβλίο χωρίζεται σε κεφάλαια ως νενόμισται και είθισται, αλλά πρόκειται για μία, ενιαία ιστορία.

Το βιβλίο σας με τίτλο «Μη μου λες αντίο» αναφέρεται σε γεγονότα μυθοπλασίας ή σε αληθινά περιστατικά που έχουν συμβεί κατά καιρούς;

Όπως είπα και παραπάνω, πρόκειται για προϊόν μυθοπλασίας. Ωστόσο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και κυρίως μετά την τηλεοπτική του μεταφορά, άρχισαν να βγαίνουν στο φως διάφορες παρόμοιες ιστορίες που ως τότε ζούσαν στο σκοτάδι και δεν τις ήξερε κανείς.

Σε ποια χρονολογία μας μεταφέρουν τα περιστατικά και σε ποιες πόλεις εξελίσσονται τα γεγονότα;

Μεταφερόμαστε στο 1990. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης εκτυλίσσεται στην Κομοτηνή. Πολύ μικρότερο στην Αθήνα.

Στο βιβλίο σας η θρησκεία και η εκκλησία παίζουν βασικό ρόλο. Στη ζωή σας έχουν;

Βέβαια. Απόλυτο και καταλυτικό. Είμαι Χριστιανή Ορθόδοξη από του Βαπτίσματός μου, αλλά χρειάστηκε να περάσουν τριάντα ολόκληρα χρόνια για να αντιληφθώ και να συνειδητοποιήσω πόσο υπέροχο πράγμα μού συνέβη. Εκκλησιάζομαι με κάθε ευκαιρία, μετέχω των Μυστηρίων, είμαι πανευτυχής, ευλογημένη και ευγνώμων. Έχω αποκρυσταλλώσει πλέον το νόημα της ζωής (μου) και δεν υπάρχει ούτε ένα σκοτεινό σημείο σ’ αυτό. Το μόνο σκοτεινό στην όλη υπόθεση είμαι εγώ, ο καθένας που θρησκεύει θα έλεγα, αλλά πάλι, αυτή είναι η ζωή του χριστιανού: το «πίπτε-έγειρε».

Όταν ξεκινάτε να γράψετε ένα βιβλίο σχεδιάζετε και τον σκελετό του;

Όχι, αλλά πάντα κρατώ σημειώσεις σε ένα σημειωματάριο για το εκάστοτε επόμενο κεφάλαιο. Τα βιβλία μου έχουν μια ιδιότητα να πηγαίνουν όπου θέλουν εκείνα. Μου είναι πολύ δύσκολο, αδύνατον έως τώρα, να επηρεάσω τις εξελίξεις. Αλήθεια λέω.

Η συγγραφή ενός βιβλίου πόσο επηρεάζει την προσωπική ζωή αλλά και τη δουλειά σας; Σας κουράζει; Σας βγάζει εκτός προγράμματος;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, όταν γράφω, δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο. Κλείνομαι σ’ εκείνον τον κόσμο και δεν ξαναβγαίνω από εκεί παρά μόνο όταν μπει η τελεία και η παύλα. Με κουράζει αφόρητα όλο αυτό, γιατί ψυχικά γίνομαι ράκος, αλλά πρόκειται για μια βάσανο λυτρωτική και αναγεννητική. Ναι, με βγάζει εκτός προγράμματος και προκύπτουν διάφορα χάη (λέξη δανεισμένη από τον Καρυωτάκη, πολύ μου αρέσει), αλλά σφραγίζω τη μοίρα μου με ευγνωμοσύνη και πορεύομαι αναλόγως.

Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση και ποια η αγαπημένη σας φιγούρα από το βιβλίο σας;

Αγαπημένη φράση… είχε πει μια κουβέντα ο Μουράτ, που την αγαπώ πολύ: «κάτι έμεινε από το παρελθόν». Αγαπημένη μου φιγούρα… πάλι ο Μουράτ. Θα σας πω ένα μυστικό: όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, ήμουν πιο συνδεδεμένη μαζί του από τον οποιονδήποτε άλλο ήρωα. Χαριτολογώντας, όταν οι αναγνώστες με ρωτούν ποιος είναι ο Μουράτ, αν είναι υπαρκτό πρόσωπο κ.λπ., απαντώ με πάσα σοβαρότητα… «εγώ».

Όταν τελειώσατε τη συγγραφή του εν λόγω βιβλίου σας σε ποιον εμπιστευτήκατε να το διαβάσει για πρώτη φορά και να σας πει τη γνώμη του; Γιατί;

Σε κανέναν. Όπως ήταν, πρωτόλειο, με την ορμή της νιότης του, το πήγα στον εκδότη κι ο Θεός βοηθός. Από τότε μου έμεινε συνήθεια. Δεν δίνω κανένα μου πόνημα σε κανέναν παρά μόνο στον εκδότη. Μη φανταστείτε πως είμαι καμιά επηρμένη βλάκαινα που δεν εμπιστεύεται τη γνώμη των άλλων. Απλά, ξέρω ότι δεν πρόκειται να αλλάξω τίποτα, για τον απλούστατο λόγο ότι κάθε λέξη είναι βασανισμένη, κόποις τε και βασάνοις, και κάτι θέλει να πει.

Από τους συγγραφείς που κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία έχετε διαβάσει κάποιο ελληνικό βιβλίο που σας εντυπωσίασε πάρα πολύ τώρα τελευταία;

Έπειτα από πολλά χρόνια από την ημέρα της πρώτης κυκλοφορίας του, που ήταν το 2007, διάβασα το «IMPERIUM» του Μιχάλη Σπέγγου (Εκδόσεις Λιβάνη). Με τον Μιχάλη είμαστε φίλοι καρδιακοί, και κάπου χάθηκα μέσα στις μέριμνές μου και στα τρεχάματά μου, και παραδόξως είχα χάσει αυτό το αριστούργημα. Γιατί περί αυτού πρόκειται: ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ. Ό,τι και να πω είναι λίγο. Η άνοδος, η πτώση και πάλι η άνοδος και πάλι η πτώση, ένα αέναο «πίπτε-έγειρε» ενός ανθρώπου δίχως όνομα, σε κάποιο επίσης ακατονόμαστο βασίλειο της Ανατολής, που αλληγορικά με συνέδεσε με το κοπιαστικό, οδυνηρό ενίοτε, ταξίδι του καθενός μας ώσπου να βρει τον τελικό του, ασφαλή προορισμό – κάποιοι από μας δεν τον βρίσκουμε ποτέ.

Αν σας ρωτούσε κάποιος να περιγράψετε τη δικηγόρο-συγγραφέα Αναστασία Καλλιοντζή με πέντε λέξεις, τι θα απαντούσατε;

Με πέντε, φοβάμαι ότι θα τα κάνω σαλάτα. Ας προσπαθήσω, κι ο Θεός βοηθός: Αγάπη. Συγγνώμη. Αγώνας. Εγωισμός. Προσευχή. Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Κι όσο για τις αντιφάσεις… ακόμα το ψάχνω.

Έχετε σκεφτεί ποιο θα είναι το επόμενό σας βιβλίο και ποιο το περιεχόμενό του; Σε ποια κατηγορία θα ανήκει;

Θα είναι ένα κοινωνικό θρίλερ. Καταγραφή του σήμερα… και μια αποκοτιά, να τολμήσω να προβλέψω το μέλλον. Ίσως γι’ αυτό δεν τολμώ να το αποτελειώσω.

Κα Καλλιοντζή, σας ευχαριστώ πολύ που δεχθήκατε να σας φιλοξενήσουμε στο greekaffair.gr. Οι αναγνώστες μας και εγώ σας ευχόμαστε πάντα συγγραφικές επιτυχίες!

Εγώ ευχαριστώ!!!

Συνέντευξη Κυριάκος Τσικορδάνος

greekaffair.gr