Η Συγγραφέας – ψυχολόγος  Μαριαλένα Σπυροπούλου   μίλησε στο greekaffair.gr και στον Κυριάκο Τσικορδάνο για την πρώτη της συγγραφική νουβέλα με τίτλο «Ρου».

Η Μαριαλένα Σπυροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Εργάζεται ως ψυχολόγος στην ιδιωτική εκπαίδευση και ιδιωτικά ως ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια. Είναι σταθερή συνεργάτης της «Καθημερινής».

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Μια έφηβη, λίγο πριν τελειώσει η σχολική χρονιά, μετακομίζει από το νησί της ξαφνικά στην Αθήνα μόνη. Έχοντας ελάχιστα συνειδητοποιήσει γιατί φεύγει και πού πηγαίνει, παλεύει να σταθεί στα πόδια της. Όχι μόνον πρακτικά αλλά κυρίως συναισθηματικά, ψυχολογικά. Αφήνεται, λοιπόν, στη ζωή και σε όσα αυτή της φέρνει, με την ελπίδα ότι τα όμορφα πράγματα θα διασωθούν στο τέλος και θα ανθίσουν.

Η Ρου είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, όχι μόνο για τη δύσκολη εφηβεία ενός κοριτσιού, αλλά για όλους τους ανθρώπους που δυσκολεύονται παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους να αντέξουν το βάρος της ύπαρξής τους και όσα αυτή κουβαλά.
Μια ανοιχτή επιστολή αγάπης ότι «η ομορφιά μπορεί να σώσει τον κόσμο», αρκεί να μην τη φοβηθούμε.

Κα Σπυροπούλου είστε ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια στο επάγγελμα. Πού γεννηθήκατε και πού μεγαλώσατε;

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1977, στα Άνω Πατήσια· εκεί μεγάλωσα. Τελείωσα το Κλασικό Λύκειο Αναβρύτων, έκανα σπουδές κυρίως στην Αθήνα, και εδώ και δέκα χρόνια μένω στο Χαλάνδρι.

Από μικρή σας άρεσε η ιδέα της ψυχολογίας-ψυχοθεραπείας ή παρουσιάστηκε αργότερα η επιθυμία να ασχοληθείτε με τον κόσμο της ψυχολογίας;

Από μικρή μου άρεσαν πολλά πράγματα. Και η αλήθεια είναι ότι είχα και αρκετές κλίσεις ως παιδί. Αυτό μπορεί να ακούγεται ωραίο, αλλά για μένα ήταν μαρτύριο, διότι επειδή ήμουν καλή σε διάφορα πράγματα δεν μπορούσα να κατασταλλάξω. Ήθελα να γίνω μπαλαρίνα, ηθοποιός, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Στην παιδική μου ηλικία δεν υπήρχε ως προσλαμβάνουσα η ιδιότητα του ψυχαναλυτή ή του ψυχολόγου. Τελικά συνειδητοποίησα μεγαλώνοντας ότι ήμουν καλή στις ιστορίες, να ακούω τους ανθρώπους και πάντα ήθελα να τους βοηθάω. Με ενδιέφερε η έννοια της θεραπείας με διάφορους τρόπους, η βελτίωση και η αυτοβελτίωση. Αυτό συνειδητοποίησα ότι αναζητούσα και στο θέατρο -τελικά δεν έγινα ηθοποιός- και στον χορό. Οπότε στο πανεπιστήμιο όταν ήρθα σε επαφή με την ψυχολογία, συνειδητοποίησα ότι κάτω και πίσω από όλες μου τις επιλογές ήταν η αναζήτηση του ψυχικού οργάνου. Αυτό νομίζω αναζητώ είτε δουλεύοντας ως ψυχοθεραπεύτρια, είτε ως αρθρογράφος στην Καθημερινή είτε τελικά ως συγγραφέας πλέον.

Η ανάγνωση βιβλίων και η συγγραφή σάς άρεσαν από μικρή; Θεωρείτε τον εαυτό σας βιβλιοφάγο;

Είμαι ένας βιωματικός άνθρωπος. Με ενδιαφέρει περισσότερο η εμπλοκή στη ζωή παρά η παρατήρηση, και όσο ήμουν μικρότερη είχα ανάγκη από πραγματικά βιώματα και βουτούσα σε αυτά. Έτσι κατέφευγα στα βιβλία, όχι από ανάγκη για θεωρητική επένδυση -παρόλο που τελικά απέκτησα και αρκετή θεωρητική σκέψη- αλλά από την αναζήτηση συγκινήσεων, ανθρώπων, σχέσεων. Η συγγραφή με απασχολούσε από τα έξι μου χρόνια, αλλά επειδή οι συγγραφείς ήταν κάποιοι μεγάλοι, σοβαροί και αγέλαστοι κύριοι, που ζούσαν αποτραβηγμένοι και μονήρεις στη δική μου φαντασίωση, όπως ο Ντοστογέφσκι, ο Τολστόι και ο Παπαδιαμάντης που διάβαζε ο πατέρας μου, εγώ δεν μπορούσα να συνδεθώ με αυτή την εικόνα. Θεωρούσα και θεωρώ τη συγγραφή ενός βιβλίου κάτι πολύ σημαντικό και ότι μόνο σοφοί άνθρωποι μπορούσαν να γράψουν, οπότε εγώ πάντα ένιωθα μικρή και ασήμαντη για να αφηγηθώ μερικές από τις ιστορίες που είχα στο κεφάλι μου. Μεγαλώνοντας και διαβάζοντας και άλλους συγγραφείς εκτός από αυτούς, και σε διάφορα είδη, και διαφόρων ηλικιών και εθνικοτήτων, είδα ότι συγγραφέας δεν είναι απαραίτητα ένας υπερήλικας και σοφός, αλλά ένας τολμηρός, ταλαντούχος και ανήσυχος γραφιάς που εμπνέει και εμπνέεται. Τότε άρχισα να ξανασκέφτομαι την πιθανότητα να τολμήσω να γράψω κάτι ολοκληρωμένο και να επιτρέψω στο σαράκι που με έτρωγε να ησυχάσει. Η «Ρου» δεν είναι η πρώτη μου συγγραφική προσπάθεια, είναι το πρώτο μου βιβλίο. Γράφω πολλά χρόνια διηγήματα, παραμύθια και ποιήματα. Λίγα έχουν δει το φως της δημοσιότητας.

Πότε ήταν η πρώτη φορά  που αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφική δραστηριότητα;

Νομίζω απάντησα κάπως στην παραπάνω ερώτηση. Γράφω από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, με μεγάλη συστολή όμως και ανασφάλεια. Επειδή όπως σας είπα ήμουν ένα παιδί με πολλές κλίσεις και αναγκαζόμουν με τα χρόνια να εγκαταλείπω αρκετές ενασχολήσεις γιατί «μπούκωνα», φοβόμουν μήπως και η γραφή ήταν σαν καπρίτσιο. Και την έκρυβα. Ευτυχώς, που η εσωτερική μου φωνή όσο μεγάλωνα αντί να ησυχάζει θέριευε, μέχρι του σημείου πλέον να νιώθω ελλιπής τις περιόδους που δεν γράφω, για αυτό εκτονώνομαι με την εφημερίδα και άλλα σύντομα κείμενα.

Πώς συλλάβατε την ιδέα να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Η ιδέα σχετίζεται με την τρίχα. Το πώς αυτό το μικρό ανθρώπινο στοιχείο έχει την ικανότητα να μπαίνει στο σώμα κάποιου και μερικές φορές να δημιουργεί και βλάβη. Όπως συμβαίνει και στις κομμώτριες που μπαίνουν τρίχες στα πέλματά τους και μπορεί να τους δυσκολέψει μέχρι και στη βάδιση. Με αφορμή αυτό ήθελα να μιλήσω για το σώμα της γυναίκας ως μια κοιλότητα να υποδεχθεί ανθρώπους, να τους αφήσει χώρο να υπάρξουν, να τους περιέξει ακόμα και αν τη βλάπτουν. Ήθελα να μιλήσω για το πώς δομείται η γυναικεία σεξουαλικότητα και πόση δύναμη μπορεί να κρύβει η γυναικεία παθητικότητα ως κατάκτηση περίεξης και όχι αδράνειας.

Η  ηρωίδα του βιβλίου σας είναι η «Ρου» που «επιφανειακά» δείχνει ότι είναι μια έφηβη που διώκεται από το σπίτι της και βρίσκεται μόνη στην Αθήνα. Ενώ συγχρόνως έρχεται αντιμέτωπη με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους και καταστάσεις προκειμένου να μάθει να επιβιώνει. Κατά βάθος όμως τι προσπαθεί να μας πει η ηρωίδα;

Σας ευχαριστώ πολύ για το επίρρημα «επιφανειακά» που χρησιμοποιείτε στην ερώτησή σας. Χαίρομαι πολύ για αυτό, γιατί δεν ήθελα να μιλήσω ούτε για τους εφήβους, ούτε για την κακοποίηση στο σπίτι ούτε για τίποτα από όλα αυτά. Αυτά είναι το πρώτο επίπεδο του βιβλίου μου. Κάθε βιβλίο πρέπει να έχει ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, μερικά όμως προσδοκούν να έχουν και ένα δεύτερο και ένα τρίτο. Η «Ρου» είναι ένα συμβολικό παραμύθι. Θα μπορούσε να είναι και μια σύγχρονη βιβλική παραβολή. Είναι μια ηρωίδα που επεξεργάζεται μέσω των προσώπων που συναντά διάφορα ψυχικά στάδια. Είναι ένας άνθρωπος που αναζητά την ολοκλήρωση, την εξέλιξη, κυρίως την ψυχική και συναισθηματική. Την εξέλιξη του φύλου της. Όλοι οι ήρωες στο βιβλίο δεν είναι τυχαία επιλεγμένοι. Είναι στάδια και σύμβολα του ασυνειδήτου μας. Και εάν δεν έχουμε φτάσει στην ολοκλήρωση, κάπου εκεί ανάμεσα σκαλώσαμε.

Όταν αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο, συζητήσατε την ιδέα σας με κάποιον; Ποιες ήταν οι αντιδράσεις;

Άρχισα να συζητώ για το βιβλίο όταν ήδη το έγραφα, μπορεί και μετά τη μέση του, προς την ολοκλήρωση. Μπορεί κάποια στιγμή να είπα σε κανα-δυο φίλους την υπόθεση, αλλά η υπόθεση στην αρχή ήταν όπως σας προανέφερα «η τρίχα», οπότε με κοιτούσαν με ενδιαφέρον μεν, αλλά και απορία δε. Άλλωστε, πώς θα γινόταν αυτό ιστορία; Μετά γεννήθηκε η Ρου, το κορίτσι δηλαδή, είπα να μιλήσω για ένα κορίτσι που βρίσκεται μόνο στο πουθενά και αντί να καταρρεύσει ταξιδεύει προς το φως. Και έτσι βήμα βήμα γεννιόταν η υπόθεση. Αυτό που θυμάμαι προς το τέλος του βιβλίου, γιατί δεν είχα επίγνωση του τι έκανα, εάν δηλαδή είναι για έκδοση ή εάν είναι καλό, είναι ότι εγώ είχα εξ αρχής παθιαστεί και άρχιζα να ζω μαζί της, ήθελα να υπάρχει στη ζωή μια τέτοια κοπέλα. Και το δεύτερο είναι η φράση ενός πολύ δικού μου ανθρώπου που όταν το διάβασε, μου είπε: «έχεις βιβλίο». Μέχρι τότε δεν ήξερα καν ότι προορίζεται για βιβλίο… Όταν ολοκληρώθηκε το έδωσα σε δυο τρεις συγγραφείς φίλους, και φυσικά στον άνδρα μου, που μου επιβεβαίωσαν ότι μπορώ να σκεφτώ την έκδοση.

Το βιβλίο σας περιέχει και αληθινά στοιχεία ή έχετε αναμείξει στο τσουκάλι της συγγραφής και μυθοπλαστικά στοιχεία;

Το βιβλίο θέλω να μείνει αληθινό στη συνείδηση του αναγνώστη και να το κουβαλά στο ασυνείδητό του σαν κάτι που υπήρξε σε αυτήν τη ζωή. Έχει κυρίως μυθοπλαστικά στοιχεία και διάσπαρτα μεμονωμένα αληθινά, διασκορπισμένα εδώ και εκεί σε όλους τους ήρωες και στις ζωές τους, έτσι όπως από μια οπτική γωνία μοιάζουν σε έναν βαθμό όλες οι ζωές των ανθρώπων και δεν μοιάζουν τελικά. Όλοι κάποτε γνωρίσαμε μια έφηβη ή κάποιους που ξέδιναν με τον χορό, ή γνωρίσαμε ανθρώπους που είχαν γιαγιά και παππού σε νησί, που είχαν φίλες καρδιακές, που βίωσαν την καλοσύνη των ξένων και που κυρίως παρά την αγάπη των γονιών τους αισθάνθηκαν κάποια στιγμή πολύ μεγάλο πόνο από αυτούς. Άλλωστε, όλες οι γυναίκες, άλλη λιγότερο άλλη περισσότερο, έχουν δώσει μερικές σιωπηλές ή εκκωφαντικές μάχες για πράγματα που μπορεί να μοιάζουν αυτονόητα.

Οι ήρωες που περιγράφετε στο βιβλίο σας πώς συνδέονται μεταξύ τους; Ποιες είναι οι επιρροές που έχει ο κάθε ήρωας στον άλλον;

Οι ήρωες όλοι είναι στάδια μετάβασης. Είναι όλοι ανθρωπότυποι σε μια κοινωνία όπου δεν υπάρχει άσπρο-μαύρο. Όλοι οι ήρωες έχουν κάτι συμπαθητικό ή κάτι καλό να δώσουν και όλοι έχουν ελλείψεις. Δεν υπάρχει κάποιος κακός, ακόμα και εάν κάποιος κάνει κακό σε έναν άλλο. Όλο το σύστημα αλληλεπιδρά, η Ρου επηρεάζει αυτούς τους ανθρώπους που έρχεται σε επαφή και αφήνεται να επηρεαστεί από τους άλλους. Όσο πιο πολύ κάποιος την εμπνέει τόσο πιο πολύ αφήνεται, ενώ δεν παύει εκείνη να δίνει ενστικτωδώς στους άλλους γύρω της. Όπως μια τρίχα εισβάλλει στο σώμα μας, έτσι τελικά είμαστε εκτεθειμένοι εκεί που δεν το περιμένουμε.

Στο λογοτεχνικό σας βιβλίο θίγετε το θέμα της κακοποίησης της κόρης από τον πατέρα. Σήμερα πόσο συχνά συναντάτε τέτοια φαινόμενα στη δουλειά σας;

Κοιτάξτε, ο πατέρας στη νουβέλα μου κακοποιεί την ηρωίδα, τη χτυπά όντως αλλά και αυτό δεν με αφορά ως πραγματικό συμβάν. Τοποθετήθηκε έντονα για να είναι και έντονη η αποκόλληση από το περιβάλλον και η ανάγκη αναζήτησης εαυτού. Ήταν μια συνθήκη που εξυπηρετούσε την ιστορία. Για να μπορεί να γίνει πιο επιτακτικό το «ξύπνημα της άνοιξης». Άλλωστε θεωρώ ότι ακόμα συμβαίνουν διάφορα στην ελληνική κοινωνία. Πολλοί πατεράδες ίσως πλέον δεν χτυπούν τις κόρες τους, αλλά δεν είναι επίσης συμφιλιωμένοι με τη σεξουαλικότητα της κόρης τους όταν αυτή αναδύεται χωρίς προειδοποίηση. Από την άλλη, το φαινόμενο μερικών πατεράδων που είναι πολύ άνετοι και θέλουν να μαθαίνουν τα ερωτικά της κόρης τους, και αυτό ενέχει βία, μη νομίζετε. Γιατί κατά βάθος κανένας πατέρας δεν πρέπει να μαθαίνει αυτά τα πράγματα, υπάρχει εκεί ένα ταμπού που δεν πρέπει να σπάμε. Η κόρη από την άλλη πρέπει να νιώθει ως έναν βαθμό λίγη συστολή ή ντροπή για την αρχή της σεξουαλικής της ζωής. Η ενοχή υπάρχει. Μπορώ να πω ότι υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη ενοχή τελικά σε μερικές έφηβες που υποδύονται ή νομίζουν ότι είναι τελείως άνετες και απενοχοποιημένες, με αποτέλεσμα να μοιράζονται ωμές λεπτομέρειες για την ερωτική τους ζωή. Όχι, σήμερα εγώ προσωπικά δεν συναντώ κακοποιητικά φαινόμενα στη δουλειά μου. Θεωρώ όμως πολύ κακοποιητικό το φαινόμενο της υπερβολικής άνεσης ανάμεσα στους γονείς και στα παιδιά, σε σημείο που το όριο δεν υπάρχει.

Η ηρωίδα σας η «Ρου» ήταν μια έφηβη που αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα… όπως ενοχοποίηση, φόβο, έλλειψη τόλμης και εγκατάλειψη. Σήμερα μέσα από τη δουλειά σας, έχετε συναντήσει μια παρόμοια ηρωίδα όπως η «Ρου» και πώς την αντιμετωπίζετε;

Όχι, δεν έχω συναντήσει καμία Ρου σήμερα στη δουλειά μου. Στοιχεία από τη Ρου ευελπιστώ να έχουμε όλοι μέσα μας.

Η συγγραφή ενός βιβλίου πόσο επηρεάζει την προσωπική ζωή αλλά και τη δουλειά σας; Σας κουράζει; Σας βγάζει εκτός προγράμματος;

Η συγγραφή έρχεται για να με ξεκουράσει. Έχω πολύ μεγάλη ανάγκη να σπάω σε κομμάτια την καθημερινότητά μου και να μην κάνω το ίδιο πράγμα συνέχεια. Για αυτό και έχω παράλληλες δραστηριότητες, λειτουργώ καλύτερα μέσα από αυτές. Επίσης, δεν τα καταφέρνω να γράφω καθημερινά, περνάω περιόδους, όπως συνήθως είναι ο χειμώνας, που δεν γράφω παρά ελάχιστα. Γράφω όμως συνέχεια μικρά πράγματα και εξελίσσω σκέψεις στο μυαλό μου. Το πρόγραμμά μου επιβάλλεται να βγαίνει εκτός προγράμματος, τουλάχιστον σε ένα φαντασιακό επίπεδο, διότι η καθημερινότητά μου είναι πολύ πειθαρχημένη. Εγώ ζω και μια ζωή μέσα μου, παράλληλα με την άλλη. Οπότε μάλλον εκεί έρχεται και τέμνεται η γραφή.

Κα Σπυροπούλου, η «Ρου» είναι το πρώτο λογοτεχνικό παιδί σας. Υπήρξαν στοιχεία του χαρακτήρα σας που σας δυσκόλεψαν στη συγγραφή του βιβλίου;

Η Μαίρη ήταν ένας χαρακτήρας που έπρεπε να φανταστώ από την αρχή. Δεν είχα στοιχεία για αυτή, δεν είχα κανέναν στο δικό μου περιβάλλον σαν αυτή. Όπως και ο θείος μού βγήκε από ένα βάθος που δεν το περίμενα. Είναι πολύ περίεργη περίπτωση ο θείος, δεν περίμενα και εγώ ότι θα γράψω για έναν τέτοιον τύπο. Ο θείος όμως δεν με δυσκόλεψε. Μάλλον έχω ένα πολύ σκοτεινό κομμάτι μέσα μου, που ζει σε κάτι τέτοια νεοκλασικά σπίτια…

Γιατί γράψατε ένα τέτοιου είδους λογοτεχνικό βιβλίο και δεν γράψατε ένα μυθιστόρημα ή μια ερωτική ιστορία π.χ.;

Να σας πω την αλήθεια, θα ήθελα να έγραφα μόνον ερωτικές ιστορίες. Μου αρέσουν, με ξεκουράζουν, θεωρώ ότι μια ωραία ερωτική ιστορία μπορεί να γίνει βάλσαμο για τη ζωή πολλών ανθρώπων. Και είναι ένα αίτημα διαχρονικό. Μπορεί στο μέλλον να γράψω μια ερωτική ιστορία, ποιος ξέρει…

Τώρα σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα, η Ρου έχει χαρακτηριστικά μυθιστορήματος, αλλά εγώ από ανασφάλεια τη μάζεψα. Θα χρησιμοποιήσω χαριτολογώντας αυτή τη φράση που έλεγε ο κωμικός Χατζηχρήστος σε μια ελληνική ταινία: «να είμαστε και λογικοί, μην είμαστε και πλεονέκτες»…

Ξέρετε, όμως κάτι, πολύ φοβάμαι ότι σε όλες τις ιστορίες που γράφω ή θα γράψω, το σκοτάδι θα εναλλάσσεται με το φως. Οπότε και ο έρωτας θα είναι καταδικασμένος. Ίσως η αγάπη να έχει καλύτερη τύχη…

Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση και ποια η αγαπημένη σας φιγούρα από το βιβλίο σας;

Δύσκολη ερώτηση. Αγαπώ όλους τους ήρωες του βιβλίου. Σίγουρα αγαπώ πολύ τη Ρου και τη Βέρα, αλλά έχω πονέσει πολύ για εκείνη τη δόλια τη μάνα ή ακόμα και για τον πατέρα της. Δεν μπορώ να διαλέξω, στα αλήθεια, γιατί όλοι οι χαρακτήρες έχουν κάτι που με συγκινεί βαθιά. Και το να διαλέξω φράση είναι αδύνατον. Πώς μπορώ να το κάνω, όλες οι φράσεις γεννήθηκαν μέσα μου. Μπορώ ίσως να σας πω μια μικρή που έρχεται τώρα στο μυαλό μου «σε αγαπώ όπως αγαπώ το σώμα μου».

Υπάρχουν πράγματα για τα οποία έχετε μετανιώσει στη ζωή σας; Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω, θα αλλάζατε κάτι;

Σας είπα ότι είμαι βιωματικός άνθρωπος. Όταν ήμουν μικρή και σκεφτόμουν να κάνω κάτι απονενοημένο ή απαγορευμένο, έλεγα στον εαυτό μου, «καλύτερα να μετανιώσω για κάτι που έκανα παρά για κάτι που δεν έκανα». Και έτσι έδινα άφεση αμαρτιών στον εαυτό μου και βούταγα. Ναι, σίγουρα έχω μετανιώσει για πράγματα, αν και είμαι άνθρωπος που σκέφτομαι πολύ τους άλλους και εάν τους έχω πληγώσει άθελά μου, έχω γυρίσει πίσω και έχω ζητήσει συγγνώμη. Θεωρώ κιόλας ότι δεν έχω χάσει και σημαντικά τρένα στη ζωή μου. Νομίζω ότι πάλευα να είμαι στην ώρα μου τη στιγμή της αναχώρησης. Τώρα σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα, καριέρες, σπουδές, ταξίδια κ.λπ. Δεν έχω μετανιώσει για όσα δεν έκανα ή για δρόμους που δεν διάλεξα ή δεν με διάλεξαν. Μάλλον όλα έγιναν καλώς καμωμένα. Θα μετάνιωνα μάλλον οδυνηρά εάν δεν έγραφα.

Από τους συγγραφείς που κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία έχετε διαβάσει κάποιο ελληνικό βιβλίο που σας εντυπωσίασε πάρα πολύ τώρα τελευταία;

Ναι, διαβάζω ελληνική λογοτεχνία, και μου αρέσει πολύ να την παρακολουθώ. Μου άρεσε πάρα πολύ η ποιητική συλλογή «Προπαγάνδα» του Αλ. Λούντζη, ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα και θαύμασα την «Πρωινή Γαλήνη» του Ηλ. Μαγκλίνη, εκτίμησα την ιδιαιτερότητα της γραφής του Κ. Χατζηνικολάου με τον «Ιάκωβο» και του Π. Κεχαγιά με την «Τελευταία Προειδοποίηση», όπως με συγκίνησε πολύ το ομώνυμο διήγημα «Νυχτερινό ρεύμα» του Κ. Κατσουλάρη. Είναι και άλλα, όπως ο «Καρυότυπος» του Α. Παπαντώνη ή «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γ. Τσίρμπα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες γραφές, μεγάλη κινητικότητα και γνώση, θέλω όμως περισσότερο μυθιστόρημα, θέλω ολοκληρωμένες ιστορίες με συγκίνηση και όχι μόνον πειραματισμό. Μιλάω ως αναγνώστης φυσικά.

Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σας συγγραφικού παιδιού υπάρχει κάποιο άλλο εκκολαπτόμενο σύγγραμμά σας στα σκαριά;

Υπάρχει η ιδέα, υπάρχει ο τίτλος και μερικές σελίδες που έχουν γραφτεί. Πέραν τούτου υπάρχει η αναζήτηση του ποιοτικού χρόνου αλλά και του ποσοτικού για να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί. Θα δούμε…

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

Και εγώ σας ευχαριστώ πολύ Μαριαλένα Σπυροπούλου

 

Συνέντευξη Κυριάκος Τσικορδάνος