Συνέντευξη με την συγγραφέα Μαίρη Κόντζογλου

Η Μαίρη Κόντζογλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε σε μεγάλες ελληνικές εταιρείες σε τομείς που αντικείμενό τους έχουν την επικοινωνία (μάρκετινγκ, δημόσιες σχέσεις, οργάνωση εκδηλώσεων/συνεδρίων, εκδόσεις). Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά.

Κα Μαίρη Κόντζογλου, γεννηθήκατε και μεγαλώσατε σε μια από τις πιο όμορφες πόλεις της Ελλάδας, τη Θεσσαλονίκη, όμως σε μια διαφορετική εποχή από τη σημερινή της ψηφιακής επανάστασης. Πόσο τυχερή θεωρείτε ότι ήσασταν που μεγαλώσατε σε μια άλλη εποχή, την εποχή της αλάνας, των αρωμάτων και των λουλουδιών;

Κάθε εποχή έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Ναι, έχω παίξει στις αλάνες και μάλιστα σε μια γειτονιά που είχε πολλές αυλές και λουλούδια –στην οδό Ανθέων, συγκεκριμένα, το λέει και το όνομα… – και δίπλα ήταν η θάλασσα.

Αλλά ήταν πολύ αυστηρά, γενικά, τα πράγματα τότε, ήταν και η χούντα, τα κορίτσια είμαστε καταπιεσμένα από πολλές οικογενειακές και κοινωνικές νόρμες, δεν είχαμε τόση πρόσβαση σε περαιτέρω σπουδές – πέραν του πανεπιστημιακού πτυχίου.

Οπότε θεωρώ πως δεν ήμουν ιδιαίτερα τυχερή, σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήμουν και άτυχη.

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια, τι θυμάστε από τότε; Τι θυμάστε από τη Θεσσαλονίκη του τότε;

Θυμάμαι τις μεγάλες «γιορτές» της πόλης. Τον Αϊ-Δημήτρη και την παρέλαση, τη Διεθνή Έκθεση και το μοναδικό λούνα παρκ που στηνόταν εκεί μέσα, λίγο αργότερα το φεστιβάλ τραγουδιού και το φεστιβάλ κινηματογράφου.

Τα παρακολουθούσαμε όλα με μεγάλο ενδιαφέρον.

Από πότε ξεκινά η σχέση σας με τη συγγραφή;

Εδώ και 15 χρόνια. Όταν είχε κλείσει ο πρώτος κύκλος της ζωής μου, τα παιδιά μου είχαν μεγαλώσει και είχα «χορτάσει» επαγγελματικές προσπάθειες και «επιτυχίες».

Με ποιο τρόπο θεωρείτε ότι σας έχει επηρεάσει η συγγραφική σας εμπειρία;

Γνώρισα καλύτερα τη Μαίρη. Μίλησα ειλικρινά μαζί της, ανακάλυψα πράγματα μέσα μου, θεράπευσα κάποια άλλα, άνοιξα νέους ορίζοντες.  Πάντα ήμουν δημιουργική, απλά δεν το ήξερα, ή καλύτερα δεν με ονόμαζα έτσι.

Τώρα επεκτείνω τα προσωπικά μου όρια, μαθαίνω πάρα πολλά πράγματα και αυτό μου αρέσει.

Επαγγελματικά, πριν ασχοληθείτε με τη συγγραφή βιβλίων, μήπως αλλιώς σχεδιάζατε το επαγγελματικό σας μέλλον;

Πριν αρχίσω να γράφω είχα ήδη μια πολυετή και επιτυχημένη καριέρα στον χώρο της Επικοινωνίας. Απλά, δεν μου έλεγε τίποτα πια και έτσι άρχισα να γράφω…

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ασχοληθείτε με την ιστορία των «Μαγεμένων», να αποτυπώσετε στο χαρτί μια ιστορία γεμάτη θρύλους, που μιλά για τη «Στοά των Ειδώλων», τα βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης, τις συναγωγές στα παζάρια και τα χαμάμ της;

Το ίδιο το ιστορικό γεγονός της απαγωγής του μνημείου το οποίο, όταν το πληροφορήθηκα πριν από 6-7 χρόνια, διαπίστωσα πως ήταν ελάχιστα, έως καθόλου, γνωστό.

Στο νέο σας βιβλίο ποια κατά τη γνώμη σας είναι τα κλειδιά που ξεκλειδώνουν την ιστορία του νέου σας συγγραφικού παιδιού;

Οι ίδιες οι Μαγεμένες, τα επαναστατικά κινήματα που δρούσαν στη Μακεδονία για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό και η Σαλονίκη με τη μαγική της ατμόσφαιρα.

Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση στο μυθιστόρημα «Οι Μαγεμένες»;

Η αγαπημένη φράση του βιβλίου δεν είναι δική μου. Είναι του μεγάλου μας Γιώργου Σεφέρη με την οποία ξεκινώ την αφήγηση: «Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον».

Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θέλετε να περάσετε στο κοινό σας μέσα από αυτό το βιβλίο; Ποιο είναι αυτό;

Να μην ξεχάσουμε. Αυτό. Τίποτα άλλο.

Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις «Μαγεμένες» πώς συνδέονται μεταξύ τους; Κυρίως πώς συνδέονται με εσάς;

Μεταξύ τους συνδέονται με έντονα, παθιασμένα συναισθήματα. Είτε θετικά είτε αρνητικά. Με τον ίδιο τρόπο συνδέονται και μαζί μου, έντονα, εξίσου παθιασμένα. Μόνο που εγώ δεν έχω αρνητικά συναισθήματα για τους «κακούς» ήρωες. Επιτελούσαν κι αυτοί έναν σκοπό σε τούτο το βιβλίο.

Πόσο χρόνο σάς πήρε για να συλλέξετε όλα αυτά τα στοιχεία και να τα αποτυπώσετε αργότερα στο βιβλίο σας;

18 μήνες. Να σημειώσω πως σ’ αυτό το βιβλίο η ιστορική έρευνα δεν ήταν μεγάλη γιατί υπάρχει μόνο μία πηγή, ο ιστορικός Α. Βακαλόπουλος, στην οποία είναι καταγραμμένη η απαγωγή του μνημείου.

Σε ποια χρονολογία εξελίσσεται η ιστορία και σε ποιες πόλεις διαδραματίζονται τα γεγονότα;

Η ιστορία εξελίσσεται κατεξοχήν στη Σαλονίκη στα μέσα του 19ου αιώνα. Στο 1864, συγκεκριμένα.

Υπάρχει ένα «πέρασμα» από τη Θάσο, λίγες αναφορές στην Αθήνα και το Παρίσι, αλλά το βιβλίο εξελίσσεται σχεδόν εξολοκλήρου στη Σαλονίκη.

Πόση δουλειά πραγματικά χρειάζεται για να καταφέρει ένας συγγραφέας να αποτυπώσει τόσο ρεαλιστικά και τόσο γλαφυρά, όπως το κάνατε εσείς, την καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης μιας άλλης εποχής που ποτέ ο ίδιος δεν έζησε;

Δεν χρειάζεται μόνο πολλή δουλειά, απαιτούνται γνώσεις, μελέτη, οργάνωση, έμπνευση, φαντασία, αφοσίωση στον σκοπό, ειλικρίνεια απέναντι στον αναγνώστη, ειλικρίνεια και τιμιότητα, να βάζεις τον πήχη κάθε φορά και πιο ψηλά. Για προσωπική σου ικανοποίηση, καταρχήν.

Έπειτα από τόσες συγγραφικές επιτυχίες, ποια είναι η σχέση που έχετε με το κοινό σας; Πιστεύετε πως επωμίζεστε περισσότερες ευθύνες απέναντι στους αναγνώστες σας;

Η αγάπη που παίρνω από το αναγνωστικό κοινό είναι πηγή ανατροφοδότησης.

Δεν το νιώθω σαν ευθύνη. Εξάλλου, ποτέ δεν θα εξέδιδα κάτι που δεν θα με εξέφραζε – σε επίπεδο λογοτεχνικότητας. Άρα ποτέ δεν θα υποτιμούσα, ούτε εμένα ούτε τους αναγνώστες μου.

Υπάρχει κάποιο βιβλίο από τα τόσα που έχετε συγγράψει το οποίο ξεχωρίζετε και έχει για εσάς μοναδική αξία;

Καθένα έχει μοναδική αξία για μένα, για διαφορετικό λόγο. Όλα τα βιβλία μου, πριν τα γράψω, ήταν και ένας διακαής πόθος, άλλοτε συγγραφικός, άλλοτε προσωπικός.

Εννοείται πως όσο περνάνε τα χρόνια ωριμάζει, μεστώνει η γραφή μου.

Ναι, από αυτή την άποψη, θεωρώ πως ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ είναι το καλύτερό μου βιβλίο.

Έχετε σκεφτεί ποιο θα είναι το επόμενό σας βιβλίο; Τι περίπου θα αφορά;

Έχω αρχίσει να γράφω. Αλλά δεν ξέρω τι αφορά. Το αφήνω στην τύχη. Κάποια στιγμή, το ξέρω πια πολύ καλά, θα μου φανερωθεί το ακριβές του θέμα. Προς το παρόν αδειάζω από μέσα μου κάτι που υπήρχε και δεν το ήξερα. Και πάλι…

Κα Μαίρη Κόντζογλου, σας ευχαριστώ πολύ που δεχθήκατε να σας φιλοξενήσουμε στο greekaffair.gr. Οι αναγνώστες μας και εγώ σας ευχόμαστε πάντα συγγραφικές επιτυχίες!

Και εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

Συνέντευξη Κυριάκος Τσικορδάνος