Η  συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου συνάντησε το Greekaffair.gr και τον Κυριάκο Τσικορδάνο και μιλήσανε για το νέο της  συγγραφικό παιδί της που φέρει το τίτλο (Στο τέλος νικάω εγώ)

  1. Στο πίσω μέρος του εξωφύλλου του βιβλίου σας γράφετε «Ιστορία δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων». Σήμερα θα ήθελα να μιλήσουμε για τη δική σας προσωπική ζωή και τις ξεχωριστές στιγμές που έχετε ζήσει μέχρι και σήμερα. Ποιο πράγμα ήταν αυτό που σας γοήτευε πιο πολύ από παιδί και σας άρεσε να κάνετε;

Όπως όλα τα παιδιά: μού άρεσε να ακούω παραμύθια. Να διαβάζω τα ίδια και τα ίδια και να μην τα χορταίνω (για παράδειγμα, Τα επτά κατσικάκια). Θυμάμαι τη μαμά μου να αφηγείται ιστορίες στο τραπέζι. Παραμύθια που έφτιαχνε, υποθέτω, όπως όλες οι μαμάδες: με απώτερο και δόλιο στόχο να φάμε το φαΐ μας.

 

Η γραφή και η ανάγνωση ήταν ένα μικρόβιο που καλλιεργούνταν από μικρή μέσα σας ή εξελίχθηκε με την πορεία των χρόνων;

Το ένα δεν αποκλείει το άλλο: ξεκινάς με κάτι που νιώθεις ότι σε ενδιαφέρει. Με κάτι που βάζει φωτιά στο μυαλό. Του δίνεις χρόνο, αφιερώνεις κόπο. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς προσήλωση. Ξέρετε, οι συγγραφείς δεν λένε, συνήθως, πολλά. Κανείς τους ξεχωρίζει από τη σιωπή. Κι από τον τρόπο που παρατηρούν τους άλλους. Από τον χώρο που αφήνουν στους γύρω τους και στις ιστορίες που έχουν αυτοί να πουν.

 

Το επάγγελμα που εξασκείτε είναι φιλόλογος. Θεωρείτε ότι αυτό είναι ένα συν ώστε να μπορείτε να συγγράφετε ακόμα πιο εύκολα; 

Η συγγραφή δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προϋποθέτει κόπο, γνώση, εργατοώρες γραφής και πολλά σβησίματα. Η φιλολογία προσφέρει αναγνωστική σκευή και πιο επεξεργασμένο (ίσως) γλωσσικό εργαλείο. Αυτό δεν είναι πάντα καλό ή, έστω, χρήσιμο. Νιώθω βέβαια πως η φιλολογία μού έφτιαξε μυαλό. Μου έμαθε τα μεγάλα κείμενα. Χρειάστηκε όμως να την αφήσω πίσω μου, όταν ήρθε η ώρα να γράψω. Δεν μου αρέσουν τα γραπτά που μυρίζουν φιλολογία. Είναι άλλο η μελέτη και άλλο η σπαρταριστή ζωή. Η τέχνη θρέφεται από το δεύτερο. Και αναπνέει σε συνθήκες βρασμού.

 

Πώς συλλάβατε την ιδέα για το τελευταίο σας βιβλίο «Στο τέλος νικάω εγώ»;

Η έμπνευση, ξέρετε, κρύβεται στα μικρά πράγματα. Αυτά ανάβουν τα φώτα του μυαλού. Μια φράση στον δρόμο, μια αναπάντεχη εικόνα στη βόλτα, κάτι ασήμαντο, που ξαφνικά γίνεται σημαντικό. Όταν επιμένει, όταν δεν χρειάζεται να την καταγράψει κανείς για να τη θυμάται, τότε ξέρει ότι τον επισκέφθηκε το θέμα για το επόμενο βιβλίο του .

 

Ποια είναι οι σχέση των ηρώων που περιγράφετε στο βιβλίο; Πώς συνδέονται μεταξύ τους;

Όπως στη ζωή: με έρωτες, με φιλίες, με οικογενειακούς δεσμούς. Αλλά και με απέχθειες, αντιπάθειες. Με μικροσυμφέροντα. Σχέσεις στοργής αλλά και οργής. Η λογοτεχνία μαθαίνει από τη ζωή (και η ζωή από τη λογοτεχνία, νομίζω).

 

Σε ποια χρονολογία μάς μεταφέρουν τα περιστατικά που περιγράφετε μέσα στο βιβλίο και σε ποιες πόλεις εξελίσσονται τα γεγονότα;

Ένας αιώνας (1916-2017). Μια εποχή. Θεσσαλονίκη, Αθήνα. Ελλάδα, Γαλλία, Σερβία. Είναι ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται σε δύο αφηγηματικά νήματα: ένα τότε (την εποχή του Εθνικού Διχασμού, το 1916, τότε που η Θεσσαλονίκη ήταν αυτόνομο κράτος) και ένα τώρα (την εποχή του brain drain και των κάπιταλ κοντρόλς). Τα δύο αυτά αφηγηματικά νήματα συμπλέκονται. Οι ήρωες του μυθιστορήματος ζουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία επελαύνει: ένας κουτσός ζαχαροπλάστης που φτιάχνει την καλύτερη κρέμα στην πόλη, ένας βενιζελικός χωροφύλακας, ένας απότακτος με σχέδια κρυφά, μια αρτίστα που κεντάει γιασεμιά στον ποδόγυρο: η Ιστορία γύρω τους βράζει. Μαζί μ’ αυτούς, μπλέκονται και οι ιστορίες των φοιτητών της πόλης, αλλά και των δασκάλων τους. Νέοι που, παρά τις ορατές δυσκολίες, αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα. Ίσως, γιατί αυτό το εκθαμβωτικό πράγμα είναι τα νιάτα: Όλα τα ενδεχόμενα είναι, ακόμη, ανοιχτά. Περνούν από τις συμπληγάδες του Πανεπιστημίου, τις αρπαχτές των ΕΣΠΑ και αντιμετωπίζουν όλη την παθογένεια του κράτους με την επινοητικότητα της ηλικίας τους.

 

Το βιβλίο «Στο τέλος νικάω εγώ»  αναφέρεται σε γεγονότα μυθοπλασίας ή σε αληθινά περιστατικά που έχουν συμβεί κατά καιρούς;

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα Ιστορία και μυθοπλασία αντικρίζονται και συνομιλούν. Υπάρχουν πραγματικά ιστορικά γεγονότα (ας πούμε ο Εθνικός Διχασμός ή ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος και το Μέτωπο της Μακεδονίας, αλλά και το δημοψήφισμα, τα κάπιταλ κοντρόλς) που δίνουν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα δούμε να εκτυλίσσονται οι ζωές των ανθρώπων.

 

Αν αποκρυπτογραφήσουμε τον τίτλο του βιβλίου «Στο τέλος νικάω εγώ», ποιες είναι οι λέξεις που θα διαβάσουμε; 

Δεν χρειάζεται, νομίζω, αποκρυπτογράφηση (γέλια). Ο τίτλος μιλάει μόνος του. Είναι μια φράση που λέει ένας ήρωας του βιβλίου και διατρέχει όλο το κείμενο, τόσο στο αφηγηματικό τότε (το 1916) όσο και στο αφηγηματικό τώρα (το 2016). Είναι μια φράση που χαρακτηρίζει κυρίως τις ζόρικες στιγμές που περνούν οι ήρωες.

 

Ύστερα από τόσα χρόνια εμπειρίας στη συγγραφή μυθιστορημάτων και διηγημάτων και όχι μόνο, θα ήθελα να μου πείτε ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να έχει ένας αναγνώστης για να διαλέξει ένα καλό βιβλίο;

Νομίζω ότι ο κάθε αναγνώστης αναπτύσσει με τον καιρό τα δικά του κριτήρια. Αυτά συνδέονται με τα βιώματά του, τα διαβάσματά του, την ηλικιακή φάση στην οποία βρίσκεται και χίλια δυο άλλα πράγματα. Συναντιόμαστε με βιβλία, όπως συναντιόμαστε με ανθρώπους: όταν είμαστε έτοιμοι. Δεν πιστεύω στα πρέπει της ανάγνωσης. Η τέχνη είναι χώρος χαράς και ελευθερίας.

 

Με ποιο τρόπο θεωρείτε ότι σας έχει επηρεάσει η συγγραφική σας εμπειρία;

Κάποιος ζει μία μόνο ζωή: όσο ταραχώδης, περιπετειώδης και ενδιαφέρουσα και να είναι αυτή, γρήγορα τελειώνει. Ο συγγραφέας (και ο αναγνώστης βέβαια) ζουν εκατό, διακόσιες, πεντακόσιες ζωές. Η συγγραφή, όπως και η ανάγνωση, είναι ένα παράθυρο στον καθαρό αέρα.

Θα ήθελα να μου περιγράψετε με λίγες λέξεις τη φιλόλογο-συγγραφέα Σοφία Νικολαΐδου.

Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Κέφι. Όρεξη για ζωή. Δουλειά, ξανά. Και χαμόγελο.

 

Στην προσωπική σας ζωή στο τέλος νικάτε εσείς πάντα όλες τις μάχες;

Χάνω πάρα πολλές. Δεν έχει σημασία. Αυτό νομίζω ότι το καταλαβαίνει κανείς με τα χρόνια. Οι ήττες και τα λάθη μάς μαθαίνουν περισσότερα πράγματα. Οι νίκες συνήθως ξεχνιούνται. Οι ήττες, καμιά φορά, μένουν ανεξίτηλες. Όμως σας είπα: το «Στο τέλος νικάω εγώ» είναι μια φράση του βιβλίου που οι ήρωες τη λένε στα δύσκολα. Τη λένε, για να πάρουν τη φόρα τους και να τα βγάλουν πέρα.

 

Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση από το βιβλίο σας;

Αύριο μπορεί να σας πω άλλη (γέλια): «Δυνατός είναι αυτός που αντέχει». Το λέει μια μάνα, όταν έρχεται το κουτσό παιδί της δαρμένο, με σπασμένο κεφάλι από τους άκαρδους συνομήλικους. «Μην τους συνερίζεσαι. Δυνατός είναι αυτός που αντέχει».

 

Έχετε σκεφτεί ποιο θα είναι το επόμενό σας βιβλίο και ποιο το περιεχόμενό του; Σε ποια κατηγορία θα ανήκει;

Ναι, έχω σκεφτεί. Είμαι στη φάση της επώασης. Οπότε, δεν συζητώ τίποτα μέχρι να το γράψω .

 

Σήμερα σε αυτό τον κόσμο που ζούμε υπάρχουν πράγματα που σε κάνουν να ελπίζεις για ένα καλύτερο αύριο;

Ο ήλιος το πρωί. Η θέα της θάλασσας. Ένας άνθρωπος που κάνει καλά τη δουλειά του. Ένα παιδί που ονειρεύεται. Ναι, υπάρχουν πολλά. Αρκεί να έχεις μάτια να τα δεις.

 

Κυρία Νικολαΐδου, ευχαριστώ για την όμορφη κουβέντα που είχαμε.

 

Κι εγώ.