Τα απωθημένα δεν ξεκουμπίζονται αν δεν κλείσουν οι πόρτες οριστικά.

 

Είναι κι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν μπορούμε να είμαστε μαζί τους για τον οποιονδήποτε καταραμένο λόγο. Αυτοί που δε θα δραπετεύσουν απ’ την κατηγορία του απωθημένου, όσες καινούργιες γνωριμίες κι αν κάνουμε. Που μαζί τους υπήρξαν στιγμές που έμειναν στη μέση, συναισθήματα που δεν ολοκληρώθηκαν, κρεβάτια που δε χόρτασαν.

 Πονάει το τέλος σε κάθε περίπτωση αλλά είναι πιο λυτρωτικό από τη δειλία ή τη σιωπή. Φτάνει κάποιος να το βάλει, να το πει, να το δείξει. Φτάνει κάποιος να σβήσει όλα τα «μισά» και τα «περίπου» που δεν έφτασαν τέρμα και να δώσει λόγους φυγής χωρίς ελπίδες.

Τα απωθημένα γεννιούνται όταν οι πόρτες δεν κλείσουν οριστικά. Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος δεν έκλεισε τους λογαριασμούς ή δεν ξεκαθάρισε τις προθέσεις του, αφήνει περιθώρια επανασύνδεσης. Πώς να ξηλώσεις από μέσα σου όσα σε δένουν μαζί του όταν ο ίδιος δείχνει αδύναμος να το τερματίσει;

Μα να κολλάς σε ανθρώπους που στο ξέκοψαν, χωρίς ελπίδα επιστροφής, δεν έχει καμία λογική. Δεν είσαι ερωτευμένος έτσι. Κολλημένος είσαι. Μαζοχιστής κι εγωιστής. Μ’ εξάρτηση στο παρελθόν κι άρνηση να καθορίσεις το παρόν σου. Ο έρωτας είναι το ομορφότερο συναίσθημα. Σε παρασύρει. Αλλά θες να σε παρασύρει. Σε μαγεύει από τη μια, σε οδηγεί σε μια νιρβάνα κι από την άλλη σε παθιάζει και κτυπά η αδρεναλίνη νούμερα ρεκόρ. Τι σχέση έχει αυτό με την εμμονή σ’ ένα απωθημένο που σε τέλειωσε;

Σε ποιο ακριβώς σημείο ξενερώνεις δηλαδή; Πού απογοητεύεσαι; Και πώς προβλέπεις το μέλλον σου μ’ έναν άνθρωπο που δε σε θέλει στο δικό του; Ναι, δε σε θέλει. Στο ξεκαθάρισε, θυμάσαι; Κι εσύ επιλέγεις να αναμασάς τη μοναδική ερώτηση που ταλαιπωρεί τα αδύναμα ανθρώπινα όντα μετά το χωρισμό. «Τι θα γινόταν αν». Παραμένεις μόνιμα διαθέσιμος για έναν άνθρωπο που είναι μόνιμα μη διαθέσιμος στη ζωή σου.

Ψυχάκιας είσαι; Εμ αφού δεν είσαι, τι χαραμίζεις τις σκέψεις σου στα σκουπίδια του παρελθόντος; Την αξία και τη σημασία που δίνεις στ’ ανεκπλήρωτα, τη στερείς από τη δύναμή σου. Είναι λες και ζητάς από ένα αγύριστο παρελθόν να δώσει ζωή στο παρόν σου. Και μεμψιμοιρείς και τρώγεσαι και αναλώνεσαι. «Κολλάς». Στα λόγια μου έρχεσαι! «Κολλάς» σε χαμόγελα που σου προκάλεσε, σε σεντόνια που ίδρωσαν, σε αγκαλιές που άνοιξαν. Και βλέπεις πως αυτό το κόλλημα είναι λάθος. Αξιώνεις το λάθος ονομάζοντάς το πάθος. Μα δεν ξεβολεύεσαι να δεις πως τα χαμόγελα που σου προκάλεσε έγιναν δάκρυ, πως τα σεντόνια δεν είναι πια μουσκεμένα από έρωτα, πως οι αγκαλιές έγιναν πλάτες.

Οι τελειωμένες καταστάσεις είναι απ’ όσους δεν έχουν άλλο να δώσουν. Δε σ’ αγαπούν πια, ανεπιστρεπτί πήγαν εκεί που πήγαν. Ίσως, αν καταφέρεις να βγάλεις απ’ το παιχνίδι του μυαλού εμμονές σε συναισθήματα και εικόνες, κάτι να καταφέρεις. Ίσως αν σηκώσεις και λίγο το χαλάκι να μπορέσεις να δεις την αλήθεια που έκρυβες τόσο καιρό. Ίσως αν βγεις από το φαύλο κύκλο να συνειδητοποιήσεις ότι δεν είσαι καν ερωτευμένος.

Μήπως τελικά τ’ ότι βλέπεις το λάθος και βουτάς να το ‘χεις τελικά ανάγκη; Ίσως να κόλλησες λόγω εγκατάλειψης ή εγωισμού.Ο πληγωμένος εγωισμός και η χαμένη αξιοπρέπεια καμιά φορά μας ξεγελάνε και τα λέμε όλα έρωτα. Μα αν ήταν έρωτας θα ήταν αλλιώς. Και κατά βάθος το γνωρίζεις. Μήπως τελικά να σε φοβίζει ένας καινούργιος έρωτας που θα ‘ναι άγνωστος από το γνώριμο απωθημένο; Ή περιμένεις μια επιστροφή που θα ολοκληρώσει όλα τα μισά; Είναι όμως η επιστροφή αγάπη;

Αυτός που μετανιώνει είναι που επιστρέφει. Όποιος αγαπάει πουθενά δεν πάει. Αν ο άλλος ενδιαφέρεται και θέλει πραγματικά δε φεύγει. Ρούπι δεν το κουνάει. Ούτε χρόνο χρειάζεται, ούτε σκέφτεται τη ζωή του χωρίς εσένα. Αυτός που αγαπάει μένει.

Τ’ απωθημένα δεν ξεθυμαίνουν, δεν ξεκουμπίζονται, δε σταματούν να σε στοιχειώνουν αν δεν κλείσουν οι πόρτες οριστικά. Γι’ αυτό άνοιξε το παράθυρο και πήδα. Μα αν οι πόρτες κλείσουν μην κολλάς, τράβα ν’ ανοίξεις καμιά άλλη. Μια που θα μείνει ανοιχτή για πάντα. Μια που θα σε κρατά ερωτευμένο, όχι κολλημένο.

 

Γράφει η Μαρία Παναγιώτου