“Τα φιλαράκια” της Νίκης Μπλούτης.

Κάθε δυο Τετάρτες που γίνεται η λαϊκή εδώ, σηκώνεται από τα χαράματα για να προλάβει να πιάσει τη συνηθισμένη θέση του, στο πεζούλι, δίπλα στο σούπερ-μάρκετ.

Παίζει κι αυτό τον ρόλο του, δηλαδή, σε ποια γωνιά κάθεσαι. Σ’ έχει μάθει ο κόσμος εκεί, κι ας μη σου δίνει καμιά σημασία. Μια Τετάρτη που ήταν άρρωστος και δεν κατάφερε να πάει, την επομένη, μια γιαγιά του έκανε παρατήρηση. ‘’Πού ήσουνα εσύ την περασμένη φορά, που σ’ έψαχνα να με βοηθήσεις; Δεν βρήκα κανέναν να μου πάει τα πράγματα στο σπίτι, το ξέρεις; Σβάρνα τα πήγα μόνη μου… Όποτε σου καπνίσει έρχεσαι;’’ Τον είχε μάθει η γιαγιά πού καθότανε κι όταν τέλειωνε με τα ψώνια της, πήγαινε τον έβρισκε στη θέση του κι αυτός αναλάμβανε να της πάει τις σακούλες με τα ψώνια της, καμιά δεκαριά μέτρα παρά πάνω στο σπίτι της. Εκείνη δεν μπορούσε, ήταν κι ανηφόρα. Ένα πενηντάλεπτο, το εξασφάλιζε απ’ αυτή τη γιαγιά κάθε φορά.

Σήμερα ευτυχώς, έπιασε τη θέση του νωρίς. Κάνει όμως ψοφόκρυο! Όχι πως τον κωλώνει αυτόν το κρύο ή η βροχή, αλλά οι κυρίες το σκέφτονται. Δεν βγαίνουν όλες όταν βρέχει ή όταν κρυώνουν. Για να δούμε σήμερα, θα ξεμυτίσουν; Ο ψαράς έστησε κιόλας τον πάγκο του δυο μέτρα παραπέρα. Αυτή η μυρωδιά των ψαριών, του φέρνει αναγούλα. Αλλά τι να κάνει; Πάλι καλά που είναι κι ο φούρνος δίπλα και σπάει λίγο τη βρώμα της ψαρίλας. Ορίστε, τώρα μοσχοβόλησε ο τόπος απ’ το αχνιστό ψωμί που ξεφουρνίζει! Σήμερα πεινάει πολύ. Έχει ξελιγωθεί. Χθες δεν κατάφερε να πάρει ούτε μια τυρόπιτα. Δεν το κούνησε καθόλου απ’ το κονάκι του. Έμεινε όλη μέρα κουκουλωμένος με την κουβέρτα. Πονούσαν τα κόκαλά του, μπορεί ν’ ανέβασε και πυρετό κάποια στιγμή, γιατί ένιωθε να τρέμει ολόκληρος. Σήμερα, όμως, είναι καλύτερα. Το κεφάλι του πονάει λίγο, αλλά θα του περάσει, πού θα πάει.

–Μπορείς να δώσεις ένα χεράκι ν’ ανοίξουμε τα πράγματα πάνω στους πάγκους; Τον ρώτησε ένας ψηλός που στάθηκε ξαφνικά μπροστά του.

 Πετάχτηκε σαν ελατήριο. Άρχισε να τον βοηθάει να κατεβάσουνε τα τελάρα με τα σπανάκια, τα καρότα, τα χόρτα και τα λάχανα από το φορτηγάκι του. Μετά ο ψηλός, τού είπε, να τα βάλει στη σειρά να φαίνονται όμορφα, το ένα δίπλα στο άλλο κι ύστερα άρχισε να βρίζει το παιδί που τον έστησε και δεν ήρθε για δουλειά.

–Τα χόρτα δίπλα στα σπανάκια. Τα καρότα βάλτα στην άκρη, με το σέλινο και τον μαϊντανό δίπλα. Έτσι μπράβο ρε φιλαράκι… συνέχισε να του δίνει οδηγίες ο άλλος κι αυτός να κάνει ακριβώς ότι του λέει.

–Από πού είσαι; Τον ρώτησε ξανά, μόλις κατέβασε και το τελευταίο τελάρο δίπλα του.

–Μετανάστης; Επέμεινε ο ψηλός, συνεχίζοντας να τακτοποιεί τα πράγματα μαζί του.

 Δεν του απάντησε αμέσως. Έκανε πως δεν άκουσε. Όλοι για μετανάστη τον περνάνε. Γιατί τους μπερδεύουνε τόσο τους ανθρώπους; Αυτός, τους ξεχωρίζει με τη μια τους ξένους. Λες κι έχει ταμπέλα ο καθένας πάνω του και γράφει την εθνικότητα. Αλλά τι σημασία έχει από πού είναι ο καθένας τους; Στην ίδια χώρα δεν βρίσκονται; Το ίδιο δεν κρυώνουν; Το ίδιο δεν πεινάνε; Αυτός, πάντως, δεν είναι ρατσιστής. Δεν τον πειράζει, αν δίπλα του έχει σταθεί κάποιος Πακιστανός ή Αλβανός ή Σύριος… Αυτός τους βλέπει όλους ανθρώπους σαν κι αυτόν. Όπως το παιδί που έχει καθίσει στο απέναντι πεζούλι κι είναι ακόμα κουκουλωμένο και διπλωμένο στα δυο, απ’ το κρύο που το περονιάζει. Δεν το αντέχουν όλοι το κρύο. Ούτε την πείνα. Αυτό το παιδί είναι από την Ινδία σίγουρα, είπε από μέσα του κάποια στιγμή. Τα μάτια του είναι μαύρα σαν κάρβουνα κι έχει ένα βλέμμα! Όμορφο παιδί… μα πεινασμένο. Κι όσους πεινάνε τους ξεχωρίζει αμέσως. Και πόσες μέρες έχουν να φάνε, μπορεί να σου πει αν τον ρωτήσεις. Μέσα θα πέσει σίγουρα και σ’ αυτό. Κι αυτό το παιδί, απέναντι, το μάρκαρε με την πρώτη. Έχει να φάει μέρες. Τουλάχιστον τρεις.

–Μπράβο ρε φίλε, τα καταφέραμε. Θες να σταθείς εδώ πίσω μου, μήπως σε χρειαστώ ξανά; Και μη σε νοιάζει, κάτι θα βγάλεις σήμερα… Σου έφεξε, με τον τρελό που έμπλεξα και μ’ έστησε ο τσόγλανος. Αλλά θα δεις την επόμενη φορά τι θα του φτιάξω. Θα με παρακαλάει να τον ξαναπάρω… είμαι όμως κι εγώ καλό παιδί όταν μου τη φέρνουνε. Πίσω θα τον στείλω στη μάνα του.

 Στάθηκε ακριβώς πίσω του, όπως του ζήτησε. Ο ψηλός συνέχισε να βρίζει και να στολίζει τον φίλο του, που τον έστησε και δεν ήρθε. Καλύτερα, σκέφτηκε κι αυτός. Να βάλει κάνα ευρώ στην τσέπη του, να εξασφαλίσει κάνα σουβλάκι για το μεσημέρι ή ένα μπουκάλι γάλα για το επόμενο πρωί, που δεν θα έχει τι να ρίξει στο άδειο στομάχι του. Να κι ένα ανέλπιστο καλό σήμερα. Η μυρωδιά από τις τυρόπιτες τον ξελίγωσε. Ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι  και ξεροκατάπιε το σάλιο του.

–Πάω απ’ έξω να βάλω και τις τιμές τώρα. Είμαστε εντάξει. Που ‘σαι ρε Μήτσο; Ψήσε ένα καφέ… Ελληνικό διπλό, ξέρεις… φώναξε ο ψηλός στον φούρναρη που στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του.

–Θες καφέ; Μίλα ρε φίλε… μη φοβάσαι, δε θα στον κόψω απ’ το μεροκάματο, γύρισε ο ψηλός και τον ρώτησε.

 Αυτός κατέβασε το κεφάλι από ντροπή. Κοκκίνισε κιόλας.

–Κάν’ τους δυο ρε Μήτσο. Φέρε μας και δυο τυρόπιτες. Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει… φώναξε ξανά ο ψηλός και γέλασε μονάχος του.

–Πώς σε λένε; Μίλα ρε φίλε, όλη τη μέρα στα μουγκά θα τη βγάλουμε σήμερα; Τον ρώτησε τρίβοντας τα χέρια του για να τα ζεστάνει.

–Αντρέα… του απάντησε αυτός κοφτά.

–Αντρίκο σε λένε ρε; Δικός μας είσαι; Έλληνας;

Ο Αντρέας κούνησε το κεφάλι του προς τα κάτω, αντί γι’ απάντηση. Δεν τα πάει καλά με τις κουβέντες. Έχει ξεμάθει κιόλας να μιλάει. Καμιά φορά, τα βράδια συνήθως, μουρμουρίζει μονάχος του για ν’ ακούσει τη φωνή του και να μην την ξεχνάει. Κι ύστερα, κοιτάει γύρω του ανήσυχος, μην τον άκουσε κανείς και τον περάσει για τρελό. Ποιος να τον ακούσει; Το γιαπί που διάλεξε να περάσει τον χειμώνα είναι έξω απ’ την πόλη. Μονάχα τα σκυλιά ακούγονται που γαβγίζουν καμιά φορά και τα πουλιά που πετάνε το απόγευμα για να μαζευτούνε στις φωλιές τους.

–Έλα Αντρίκο… Έλα τώρα, που δεν έχουνε βγει ακόμα οι κυρίες, να προλάβουμε να ρουφήξουμε τα καφεδάκια μας. Πάρε και την τυρόπιτα, αυτή είναι δική σου. Τρώγε ρε να δυναμώσεις, για να δουλέψουμε μετά. Δε θα μου πεις, από πού είσαι ρε λεβέντη; Τώρα που γίναμε φιλαράκια; Από δω είσαι, απ’ το Βόλο ή τα περίχωρα; Τον ρώτησε ο ψηλός μπουκωμένος με την τυρόπιτα.

–Απ’ το Χαλκερό… του είπε χαμηλόφωνα ο Αντρέας με σκυμμένο το κεφάλι.

–Το Χαλκερό; Τι ‘ναι αυτό; Πόλη και δεν την ξέρω; Τον ξαναρώτησε με περιέργεια.

–Ένα χωριό της Καβάλας… συμπλήρωσε ο Αντρέας στον ίδιο χαμηλό τόνο.

–Απ’ την Καβάλα; Και πώς κατέληξες εδώ ρε παιδί; Καλά, δεν είσαι της κουβέντας βλέπω, θα τα πούμε μόλις τελειώσουμε, να ‘χουμε χρόνο μπροστά μας… Άκου από Καβάλα, μπράβο! Και τι έχασες εδώ ρε Αντρίκο; Τι μας ζήλεψες; Μουρμούρισε χαμογελώντας και πήρε τον καφέ του για να πάει στην άλλη άκρη του πάγκου, να είναι έτοιμος.

 Δεν του απάντησε. Έσκυψε ξανά το κεφάλι, όταν πέρασε δίπλα του ο ψηλός για να πάει στη θέση του. Τι να του πει; Πως, πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να φύγει κάποιος από τον τόπο του; Πως, όταν δεν έχεις μια οικογένεια για να κουρνιάσεις στον κόρφο της, δε σε δένει τίποτα, πουθενά;

 Ορφανός από μικρός, ούτε που θυμάται τους γονιούς του. Μεγάλωσε με μια γιαγιά του, που τον ‘’άφησε’’ κι αυτή στα οχτώ του. Μετά, τον μάζεψε μια μακρινή θεία του για λίγα χρόνια. Όταν κατάλαβε τον εαυτό του, εκεί γύρω στα δεκατέσσερα, πήρε το δισάκι του κι έφυγε με ωτοστόπ για την Αθήνα. Βρήκε γι’ αρχή μια πρόχειρη δουλειά σ’ ένα μανάβικο, ύστερα τον διώξανε, επειδή ήτανε μικρός και υπήρχε πρόβλημα με την ασφάλεια. Βρήκε μια άλλη, σε μια αποθήκη ηλεκτρικών, ούτε κι εκεί στέριωσε. Κι ύστερα, άρχισε τις κραιπάλες από μια σταλιά παιδάκι. Ώσπου σιχάθηκε και την Αθήνα κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του για πάντα.

 Το Χαλκερό… Πώς του ‘ρθε και του είπε του ψηλού για το χωριό του; Πού να το ξέρει αυτός το Χαλκερό; Ένα χωριουδάκι στο πουθενά, έχει δεν έχει διακόσιους κατοίκους… Σε κανέναν δεν είχε αναφέρει ποτέ το όνομα του τόπου του. Από Καβάλα, έλεγε, σε όσους τον ρωτούσαν.  

  Συνεχίζει να στέκεται ακίνητος μπροστά στον καφέ και στην τυρόπιτα. Ντρέπεται ακόμα ν’ απλώσει το χέρι του και να την πάρει. Ο ψηλός, έπιασε τώρα κουβέντα με τον ψαρά για τους αγρότες και τους δρόμους που κλείσανε. Αυτός έμεινε αναποφάσιστος μπροστά στον καφέ και στην τυρόπιτα που τον περίμεναν. Πήρε το ζεστό κύπελλο και το ‘φερε κοντά στη μύτη του. Τον μύρισε με λαχτάρα. Πόσο καιρό είχε να πιεί καφέ; Δε θυμόταν. Ρούφηξε την πρώτη του γουλιά και γλύκανε το στόμα του. Το άφησε πάλι το κύπελλο κάτω και κοίταξε γύρω του ευχαριστημένος. Γλύκανε αμέσως  κι η ματιά του.

 Ο μικρός απέναντι, έχει κι αυτός ξεδιπλωθεί. Είναι δίπλα στον πάγκο με τα φρούτα κι ο μανάβης που τα τακτοποιούσε στον πάγκο του, του  άπλωσε το χέρι να του δώσει ένα μήλο. Το άφησε στα πόδια του μπροστά, γιατί το παιδί δεν κουνήθηκε να το πάρει. Πόσο χρονών να είναι αυτός ο μικρός; Αναρωτήθηκε όπως τον ζύγισε με τη ματιά του, για να μαντέψει την ηλικία του. Δεκαπέντε, δεκαεφτά το πολύ.

–Μου βάζεις ένα κιλό σπανάκι κι ένα κιλό χόρτα; Θα γυρίσω αμέσως… του είπε μια κυρία που κρατούσε απ’ το χέρι ένα παιδάκι με τη σχολική του τσάντα στον ώμο.

 Ο ψηλός έπιασε τη γυναίκα με τη ματιά του κι έφτασε δίπλα του να του δώσει οδηγίες. Του έδειξε, μια μικρή ζυγαριά, που την έχει στημένη ανάμεσα στα λαχανικά κι άρχισε να γεμίζει τις δυο σακούλες με το σπανάκι και τα χόρτα που του ζήτησε η κυρία. Ύστερα, τα έβαλε πάνω στα ζυγαριά και του έδειξε τι να πατάει για να τις ζυγίσει. Εύκολο είναι. Το ‘πιασε αμέσως.

–Κατάλαβες; Δεν είναι τίποτα σπουδαίο ρε Αντρίκο, θα τα καταφέρεις… Μόνο, μετά, που θα πλακώσει η πελατεία πρέπει να είμαστε γρήγοροι και να μην καθυστερούμε τις γυναίκες μ’ αυτό το ψοφόκρυο. Εντάξει; Τον ρώτησε στο τέλος και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

–Τις τιμές τις έχω μπροστά να φαίνονται στον κόσμο. Βγες απέξω και ρίξε μια ματιά. Πέντε πράγματα, μετρημένα είναι, δεν θα τα ξεχάσεις… συμπλήρωσε και του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.

 Ο Αντρέας έκανε ότι του είπε. Πήγε από την έξω μεριά και τσέκαρε τις τιμές απ’ τα λαχανικά. Έχει γερή μνήμη ευτυχώς. Δεν θα τα ξεχάσει. Η κυρία που έκανε την παραγγελία λίγο πριν, έρχεται τώρα προς το μέρος του. Αυτός σκοτώθηκε να την εξυπηρετήσει. Άρπαξε τις σακούλες και τις πήγε κοντά της, δεν πρόλαβε εκείνη να πλησιάσει ακόμα στον πάγκο τους.

–Περίμενε… Βάλε μου και λίγα καρότα με σέλινο, σε παρακαλώ… Δώσε μου κι ένα λάχανο για σαλάτα.

  Ο ψηλός τον παρατηρεί από την άλλη άκρη και χαμογελάει. Ο Αντρέας κινήθηκε γρήγορα, για να μην καθυστερήσει την κυρία. Τα κατάφερε. Μάζεψε τις σακούλες  μπροστά του και τις έβαλε μια μια πάνω στη ζυγαριά. Ύστερα, έκανε αστραπιαία την πρόσθεση στο μυαλό του κι έβγαλε το σύνολο.

–Τρισήμυσι ευρώ κάνουνε κυρία… Ορίστε, της είπε βραχνιασμένος κι άπλωσε το χέρι του να της δώσει τις σακούλες με τα πράγματα.  

 Ο ψηλός, έφτασε ξανά δίπλα του, για να δώσει τα ρέστα στη γυναίκα που περίμενε. Μόλις έφυγε εκείνη, του άφησε και του Αντρέα ψιλά σ’ ένα τενεκεδάκι του καφέ για να έχει να δίνει ρέστα.

–Τα χαρτονομίσματα να τα βάζεις στην τσέπη σου, του είπε μετά και με ένα άλμα βρέθηκε ξανά στη θέση του, να εξυπηρετήσει δυο ηλικιωμένες που στέκονταν μπροστά από τον πάγκο τους.

–Τούτες είναι οι πιο δύσκολες, όλο παζάρια κάνουν οι γιαγιάδες, αν δε σου κόψουν και το δεκάλεπτο δεν φεύγουνε… του σφύριξε ο ψηλός στ’ αυτί, όταν πλησίασε να πάρει καμιά δεκαριά σακούλες απ’ τη δική του πλευρά.  

 Οι δυο ηλικιωμένες πέρασαν από μπροστά του, μουρμουρίζοντας δυσαρεστημένες για τις τιμές. Ο ψηλός του έκλεισε το μάτι από μακριά, για να του επαληθεύσει αυτά που του έλεγε πριν για την γκρίνια τους, του έκανε και αστείες γκριμάτσες για να τον παρασύρει κι αυτόν να γελάσει μαζί του. Ο Αντρέας του χαμογέλασε ντροπαλά, ένιωσε ξανά να κοκκινίζει. Πόσο καιρό είχε ν’ ανθίσει ένα χαμόγελο στα χείλια του; Δεν θυμόταν. Καλό παιδί, του φαίνεται ο ψηλός, πολύ καλό μάλιστα. Μακάρι να τα καταφέρει και να τον βγάλει ασπροπρόσωπο σήμερα, που του έδειξε ο άνθρωπος τέτοια εμπιστοσύνη. Ως και τα χαρτονομίσματα, τον άφησε να τα χώνει στις τσέπες του, δίχως να τον ελέγχει.   

Πλάκωσε δουλειά απότομα. Πολλές γυναίκες γυρνάνε από το σχολείο, που αφήνουν τα παιδιά τους λίγα μέτρα παρακάτω και ψωνίζουν κατευθείαν. Οι ηλικιωμένες, έχουν κιόλας ξεμυτίσει σαν τα σαλιγκάρια, βαδίζουν αργά και κάνουν πρώτα μια βόλτα για να ελέγξουν τις τιμές. Οι φωνές απ’ τους πάγκους δίνουν και παίρνουν. Ο καθένας φωνάζει την πραμάτεια του και καλεί τον κόσμο να ψωνίσει. Του αρέσει, του Αντρέα, αυτή η φασαρία. Του αρέσει να βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο. Να νιώθει ζωντανός. Στην πορεία ξεθάρρεψε κιόλας, άρχισε κι αυτός να φωνάζει σαν τον ψηλό, σε πιο χαμηλό τόνο, όμως, η φωνή του. Έβηξε, δυο τρεις φορές, στην αρχή για να καθαρίσει τον λαιμό του και συνέχισε να δουλεύει και ν’ ακούει τη φωνή του ψηλού, που είχε κέφια κι είχε πια ξεχάσει τον φίλο του που τον έστησε.

–Ελάτε, ελάτε κυρίες… Φρέσκο σπανάκι για την πιτούλα σας… Σέλινο, καρότο για τη χειμωνιάτικη φασολάδα σας… Λαχανάκι για τους λιγόφαγους… Χόρτα φρέσκα για να φτιάξει το στομαχάκι σας… φωνάζει ο ψηλός και τον κοιτάει στραβά χαμογελαστός κι ευχαριστημένος με τη δουλειά τους.

–Πού είσαι συ βρε που σε ψάχνω; Έλα να μου πας τις τσάντες παραπάνω, είπα κι εγώ… πάλι δεν ήρθες σήμερα; Δε μ’ έβλεπες που σ’ έψαχνα εδώ πίσω; Δίπλα στην πόρτα δεν κάθεσαι πάντα, γιατί άλλαξες θέση και με κοψοχόλιασες;

 Άκουσε μια γιαγιά να τον ψέλνει. Είχε σταθεί ακριβώς στο πλάι του, μ’ ένα μάτσο σακούλες στα χέρια της, που του τις έδινε, για να τις πάει αυτός σπίτι της. Ο Αντρέας, εξυπηρετούσε δυο γυναίκες που στέκονταν μπροστά στον πάγκο και τον περίμεναν άλλες δυο δίπλα τους.

–Δεν μπορώ σήμερα κυρία. Έχω δουλειά, βοηθάω το παιδί, εδώ στον πάγκο… ψέλλισε  ντροπιασμένος και συνέχισε να ζυγίζει τις σακούλες με τα πράγματα.

–Τι είπες βρε; Κι εγώ τι θα κάνω; Πώς θα τα πάω που δεν έχω ποδαράκια; Πω,πω! Τι έπαθα η καψερή… συνέχισε η γιαγιά κι άρχισε να κλαίει και να τον τραβάει απ’ το μανίκι για να γυρίσει προς το μέρος της.

 Οι άλλες δυο γυναίκες, που στέκονταν μπροστά, κοίταζαν την ηλικιωμένη και χαμογελούσαν. Ο Αντρέας την αγνόησε κι έδωσε τις σακούλες που ετοίμασε στις γυναίκες.

–Εφτάμισι ευρώ κυρία… είπε στην πρώτη κι άπλωσε το χέρι του να πάρει το δεκάρικο, για να της δώσει ρέστα.

–Εδώ βρε, δεν μου δίνεις σημασία; Τόσες Τετάρτες που σε τάιζα ήτανε καλά; Πες μου ντε… Άντε μανάρι μου, βόηθα με μια στάλα την κακομοίρα. Εδώ παραπάνω θα πάμε, δε θυμάσαι πού μένω; Κρίμα είναι να μ’ αφήσεις μες στον δρόμο αβοήθητη. Να, πάρε και το πενηντάλεπτο από τώρα… συνέχισε η γιαγιά το δικό της τροπάριο κι όλοι τώρα έχουν γυρίσει προς το μέρος τους με τις φωνές της.

Ο Αντρέας έχει αλλάξει δέκα χρώματα. Συνεχίζει να τον τραβάει απ’ το μπράτσο κι αυτός προσπαθεί να συνεχίσει τη δουλειά του. Οι άλλες δυο γυναίκες, που στέκονται πίσω, έχουν έρθει μπροστά του και του ζητάνε να τις εξυπηρετήσει.

— Βάλε μου κι ένα κιλό σέλινα… του κάνει η πρώτη η κοντούλα κι ύστερα γυρνάει στη γιαγιά να της κάνει παρατήρηση που δεν τον αφήνει σε ησυχία.

–Κάτσε γιαγιά με τη σειρά σου. Δεν το βλέπεις το παιδί που έχει δουλειά τώρα; τον υποστηρίζει χαμογελαστή η γυναίκα.

–Άσε με κορίτσι μου και δεν είμαι καλά. Ορίστε, ανέβασα πίεση τώρα, ζαλίζομαι βρε… Δε με λυπάσαι; Άσε τις κοπέλες, είναι νέες, θα σε περιμένουν λίγο. Έλα να με πας παραπάνω… Πω,πω! Τι έπαθα σήμερα μωρέ; Νέοι σου λένε μετά… Να μη δείχνουν μια στάλα σεβασμό στους ηλικιωμένους!

 Ο Αντρέας, έριξε μια πλάγια ματιά στον ψηλό, να δει αν την πήρε χαμπάρι. Ευτυχώς, είχε δουλειά. Γέμιζε συνεχώς σακούλες και ζύγιζε. Μιλούσε κιόλας, με τις κυρίες που στέκονταν στον πάγκο.

–Έλα κυρά μου, μας ζάλισες… Άστο παιδί στην ησυχία του. Έλα, έλα κάνε παραπέρα έχουμε και δουλειές… της κάνει ένας κύριος, εκνευρισμένος από τις φωνές της.

Είναι από τον διπλανό πάγκο που πουλάει αβγά κι άκουσε όλη την γκρίνια της.

–Εσύ τι ανακατεύεσαι χριστιανέ μου; Σου μίλησε κανένας; Άσε μας από κει και κοίτα τη δουλειά σου… Αυγουλά, ε αυγουλά… άρχισε να στολίζει η γιαγιά τον άλλον, που την ενόχλησε με τις παρατηρήσεις του.

–Δώσε μου ένα λάχανο κι ένα κιλό χόρτα… του ζητάει ένας ηλικιωμένος κύριος, που στέκεται στον πάγκο δίπλα στη γιαγιά και χαζεύει τον καβγά τους.

–Kαι ‘’κυρά μου’’ να πεις τη μάνα σου βρε… Φτου σου, ολόκληρος άντρας και δεν ντρέπεσαι να λες τέτοια λόγια σε μια γριά γυναίκα. Πω,πω,πω… Νάτο το εγκεφαλικό, δεν το γλιτώνω… φωνάζει η γιαγιά ταραγμένη και στηρίζει όλο το βάρος της, στο σώμα του άλλου ηλικιωμένου, που περιμένει τον Αντρέα να του δώσει το λάχανο και τα χόρτα.

 Ο άντρας ταράχτηκε. Προσπάθησε να την κρατήσει. Ο Αντρέας, κοκκίνισε ξανά και παράτησε τις σακούλες πάνω στον πάγκο, για να πάει δυο βήματα πιο κει να τους βοηθήσει. Ο μικρός Ινδός, απέναντι, έχει σηκωθεί όρθιος και παρακολουθεί τη σκηνή με αγωνία. Ο Αντρέας πρόλαβε και του έριξε μια γρήγορη ματιά, που του ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια. Σ’ ένα δευτερόλεπτο, ήρθε κι αυτός και στάθηκε δίπλα στη γιαγιά που παλεύουν να τη συνεφέρουν.

–Ελάτε κυρία, ελάτε… θα σας πάει το παιδί σπίτι. Μην κάνετε έτσι, την παρακαλάει σιγανά ο Αντρέας, ρίχνοντας κλεφτές ματιές γύρω του, μην δώσει δικαίωμα στον ψηλό, που του έδειξε σήμερα τόση εμπιστοσύνη ο άνθρωπος.

 Ο μικρός, με τα μάτια σαν το κάρβουνο να γυαλίζουνε, έπιασε τη γιαγιά απ’ το χέρι, για να της δείξει πως είναι αυτός, που θα τη συνοδέψει.

–Ποιος είσαι συ; Από πού ξεφύτρωσες; Τον ρώτησε, αμέσως, μόλις τον αντιλήφθηκε.

–Ο αδερφός μου είναι, την ησύχασε ο Αντρέας. Θα σε πάει σπίτι σου… ελάτε, προχωρήστε πιο δω γιατί εμποδίζουμε τον κόσμο, της είπε πάλι σιγανά και την τράβηξε δίπλα στον πάγκο.

–Ποιος αδερφός σου βρε… Δε μοιάζετε. Τούτος είναι ξένος, πώς θα συνεννοηθώ; Πω, πω, τι ‘ναι τούτο το κακό σήμερα! Ποιος με μούντζωσε μωρέ; συνεχίζει η γιαγιά τη μουρμούρα.

 Ο Αντρέας, μάζεψε στα γρήγορα τα πράγματά της από κάτω, που τα είχε παρατήσει και τα έδωσε στα χέρια του μικρού. Εκείνος τα πήρε, έπιασε και τη γιαγιά καλά απ’ το μπράτσο και γύρισε να φύγουνε. Ο ψηλός τον ρώτησε, με την ανήσυχη ματιά του, αν τρέχει κάτι κι αν χρειάζεται βοήθεια. Ο Αντρέας ξεφύσησε ανακουφισμένος, όταν τους είδε να απομακρύνονται και τον βεβαίωσε, πως όλα δουλεύουν ρολόι. Συνέχισε αμέσως τη δουλειά του, έδωσε τα πράγματα στον ηλικιωμένο, που περίμενε με υπομονή κι αυτός να φύγει η γιαγιά.

–Τι ‘ταν αυτό βρε παιδί μου; Αφού δεν μπορούν να πάρουν τα ποδάρια τους, μου θέλουν και λαϊκή… σχολίασε ο παππούς, σκουπίζοντας το μέτωπό του μ’ ένα μαντήλι.

–Συγχύστηκα κι εγώ τώρα… μουρμούρισε ξανά, καθώς τον πλήρωνε κι ο Αντρέας, του έδωσε μαζί με τα ρέστα του και το μπουκαλάκι με το νερό, που του είχαν φέρει με τον καφέ.

Τον λυπήθηκε τον φουκαρά. Ήταν αδύνατος κι αυτός. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρατήσει τη γιαγιά όρθια, όταν έπεσε στα χέρια του μισολιπόθυμη.

 

 Η δουλειά, έσπασε μετά από καμιά ώρα. Είχανε, ευτυχώς, αδειάσει κι οι δυο οι πάγκοι. Δυο τρία λάχανα τους έμειναν και μερικά καρότα. Ο ψηλός γελούσε ευχαριστημένος κι αστειευόταν με τον ψαρά, που του ζητούσε ν’ ανταλλάξουν την πραμάτειά τους. Ο Αντρέας, άρχισε να τακτοποιεί από μόνος του τον πάγκο και να συμμαζεύει τα άδεια τελάρα πίσω του. Σκυμμένος, όπως είναι, το μάτι του σκαλώνει στην κελεμπία του μικρού Ινδού, που στέκεται ακριβώς μπροστά του. Σηκώνει το σώμα του όρθιο και του χαμογελάει. Ο μικρός άπλωσε το χέρι του και του έβαλε στη χούφτα του ένα πενηντάλεπτο. Κάτι μουρμούρισε σοβαρός, μέσα απ’ τα δόντια του κι εξαφανίστηκε στο λεπτό, πριν προλάβει ο Αντρέας να του φέρει αντίρρηση.

 Τον ακολούθησε με τα μάτια του. Πήγε και στρώθηκε πάλι, απέναντι, πίσω από τον πάγκο με τα φρούτα. Μάλλον, δεν ξέρει ελληνικά, συμπέρανε ο Αντρέας. Σίγουρα πάντως, του είπε, πως το πενηντάλεπτο είναι δικό του, γι’ αυτό και του το έφερε πίσω. Αυτός το είχε βάλει στη χούφτα του μικρού, όταν έφυγε με τη γιαγιά. Να του έδωσε άραγε άλλο αυτή, γι’ αυτό του το γύρισε; Ποιος ξέρει; Όπως και να ‘χει, όμως, ο Αντρέας δε σκοπεύει να το κρατήσει. Ο μικρός τον έσωσε την κατάλληλη στιγμή απ’ την επίμονη γιαγιά. Το δικαιούται και με το παραπάνω. Το μάτι του, έπεσε στην τυρόπιτα, που έχει μείνει στην άκρη του πάγκου, να τον περιμένει παγωμένη. Δεν πρόλαβε να τη φάει. Μονάχα τον καφέ του ρούφηξε κάποια στιγμή, μονορούφι, την ώρα που έφυγε επιτέλους η γιαγιά, που τον είχε τόσο αναστατώσει με τις φωνές της.

 Μισή ώρα μετά, όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Ως και το πεζοδρόμιο σκούπισε ο Αντρέας, με μια σκούπα που βρήκε δίπλα στον πάγκο του ψαρά, που μαζευόταν κι αυτός να φύγει. Ο ψηλός πάρκαρε σε μια άκρη το φορτηγάκι του, που το ξαναφόρτωσαν με τα άδεια τελάρα και μόλις κατέβηκε, του φώναξε, απ’ την απέναντι μεριά.

–Αντρίκο, μόλις τελειώσεις έλα από δω. Έχουμε και συνέχεια, δεν τελειώσαμε… Εγώ αν δεν πιω τα ουζάκια μου, μετά τη δουλειά, δε μαζεύομαι σπίτι.

 

 Μόλις τέλειωσε με το σκούπισμα, πέρασε αμέσως απέναντι, να προλάβει τον μικρό Ινδό, που έδινε ένα χεράκι κι αυτός στον μανάβη να μαζέψει τον πάγκο του. Οι φωνές κι η φασαρία συνεχίζονταν μέχρι να τακτοποιηθούνε όλοι για να φύγουνε. Ο Αντρέας, πλησίασε στο σημείο που είχε αφήσει ο μικρός το μπουφάν του, ένα μπουκάλι μικρό με νερό και το μήλο που του είχε δώσει ο μανάβης το πρωί. Άφησε τη σακούλα με την τυρόπιτα πάνω στο μπουφάν κι έχωσε στην τσέπη του το πενηντάλεπτο. Ευχήθηκε, μονάχα, να μην είναι τρύπια και του πέσει πουθενά πριν το πάρει χαμπάρι.

  Ο ψηλός ήρθε δίπλα του κι έβγαλε γελαστός από την τσέπη του τα χαρτονομίσματα, που του είχε παραδώσει, λίγο πριν, ο Αντρέας.

–Έλα, πάρε το μεροκάματο που σου έταξα… του κάνει και του μετράει δυο χαρτονομίσματα στο χέρι του.

 Ο Αντρέας έκανε ένα βήμα πίσω. Κοκκίνισε πάλι, από ντροπή. Ένιωθε υποχρεωμένος  στον ψηλό. Ήθελε να τον ευχαριστήσει με όλη του την καρδιά κι η φωνή του δεν έβγαινε απ’ τη συγκίνηση. Ξερόβηξε, μήπως και τα καταφέρει.

–Τι ντρέπεσαι ρε Αντρίκο; Τα κέρδισες, δεν στα χαρίζω. Έλα, πάρε και το φιλαράκι σου και πάμε εδώ δίπλα, να πιούμε από ένα ουζάκι, του είπε, και τον χτύπησε ξανά φιλικά στην πλάτη.

–Είναι πολλά… κατάφερε να ψελλίσει και του έδωσε το ένα πίσω.

–Καλά είναι, έλα.. πάρτα σε παρακαλώ και την παραπάνω Τετάρτη, αν δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις, να με περιμένεις εκεί, στην ίδια θέση, να στήσουμε τον πάγκο μας όπως σήμερα… Εντάξει;

 Ο Αντρέας κούνησε το κεφάλι του για να συμφωνήσει, πάλι δεν του ‘βγαινε η φωνή. Ένιωσε και τα μάτια του να τον τσούζουν, απ’ τα δάκρυα της συγκίνησης.

 Ο μικρός Ινδός, μάζεψε τα πράγματά του από κάτω και γύρισε να χαμογελάσει στον Αντρέα, μόλις είδε το σακουλάκι με την τυρόπιτα. Τι ωραίο χαμόγελο που είχε! Τα δόντια του ήταν κάτασπρα, όπως εκείνων, που διαφημίζουν τις οδοντόκρεμες στην τηλεόραση. Έχωσε την τυρόπιτα στην τσέπη του και το μήλο στην άλλη. Του χαμογέλασε κι ο Αντρέας και τον τράβηξε απ’ το μπράτσο, για να μπούνε μαζί στο μικρό καφενείο που τους περίμενε ο ψηλός. Ο μικρός δεν έφερε αντίρρηση. Πέρασε, μάλιστα, το χέρι του γύρω από την πλάτη του Αντρέα και χαμογέλασε ξανά, ευχαριστημένος.

 Κάθισαν κι οι τρεις τους σ’ ένα τραπεζάκι στρόγγυλο μπροστά στην τζαμαρία. Ήταν  ζεστά και όμορφα. Πόσο καιρό είχε να πατήσει σε καφενείο; Αναρωτήθηκε, ο Αντρέας, πίνοντας την πρώτη του γουλιά απ’ το ουζάκι του. Δε θυμόταν. Αλλά, τι σημασία είχε; Για μια στιγμή, ο μικρός πετάχτηκε στην τουαλέτα να πλύνει τα χέρια του, κι αυτός, πρόλαβε να ξεχωρίσει ένα από τα πεντάευρα που του ‘δωσε ο ψηλός και να το χώσει διακριτικά στην τσέπη απ’ το μπουφάν του παιδιού, που κρεμόταν στην καρέκλα δίπλα του. Ο μικρός ξαναγύρισε και τα χείλη του στόλιζε ένα λαμπερό χαμόγελο ευχαρίστησης. Τα μάτια, του Αντρέα, κρεμάστηκαν στο όμορφο βλέμμα του παιδιού, που κάθισε πλάι του ξανά κι άρχισε να τσιμπάει με λαχτάρα τα μεζεδάκια απ’ το πιατάκι.

–Άντε, στην υγειά μας ρε φιλαράκια! Σήκωσε το ποτήρι του ο ψηλός για να τους χαιρετήσει.

–Γεια σου φίλε… είπε κι ο Αντρέας σηκώνοντας το δικό του ποτηράκι κι ένιωσε το στόμα του να γλυκαίνει απ’ αυτές τις δυο λέξεις που συλλάβισε.

 Ο μικρός Ινδός έκανε την ίδια κίνηση, χαρίζοντας και στους δυο τους ένα χαμόγελο.

 Όμορφα ήταν, ζεστά. ‘’Αν έχεις φίλους στη ζωή, είσαι τυχερός…’’ σκέφτηκε ο Αντρέας, ευχαριστημένος. Ρούφηξε άλλη μια γερή γουλιά απ’ του ουζάκι του κι αφέθηκε ν’ ακούει τη ζεστή φωνή του ψηλού δίπλα του, να συνοδεύει, τη μελωδική μουσική που ξεχυνόταν από το ραδιόφωνο. ‘’Στα ίδια μέρη θα συναντηθούμε… τα χέρια θα περάσουμε στους ώμους… παλιά τραγούδια για να θυμηθούμε…’’

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. Νικολίτσα Μπλούτη Καράτζαλη.

 

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο, Λιβαδειάς. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ζει μόνιμα με την οικογένειά της στη Λιβαδειά και ασχολείται με τη συγγραφή. Έχει εκδώσει δυο μυθιστορήματα. Το πρώτο με τίτλο “Όταν η σιωπή… μιλάει στα όνειρα”, από τις πρότυπες εκδόσεις Πηγή και το ‘’Κάποτε… στον Παράδεισο’’, από τις εκδόσεις Όστρια. Διηγήματά της δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες, –Λόγω Γραφής– καθώς επίσης και στην τοπική εφημερίδα Βοιωτική ώρα. Τα διηγήματα με τίτλο ‘’Μονάχα ο Θεός’’ και ‘’Το διάλειμμα’’ έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κι έχουν συμπεριληφθεί σε Aνθολογίες. ‘’Το κίτρινο δάνειο’’ απέσπασε το Α Βραβείο στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της ΕΤΕΠΚ το 2016 και το διήγημα με τίτλο ‘’Τα φιλαράκια’’ διακρίθηκε με έπαινο το 2017. Το ‘’Το κίτρινο δάνειο’’ είναι η πρώτη της συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Όστρια και το τρίτο της κατά σειρά βιβλίο.

 

e-mail. nikimplouti@hotmail.gr