»Τα πρώτα χρόνια» Νίκη Μπλούτη

 

Τα πρώτα χρόνια με τη Σοφία ήτανε όλα ρόδινα. Αυτά θυμάται έντονα κι αυτά νοσταλγεί όταν τον παίρνει από κάτω.

Λες και πέρασε ένας αιώνας του φαίνεται από τότε. Από τότε που ξαπλώνανε μαζί στο κρεβάτι και κοιτούσανε για ώρα το ταβάνι και σχεδίαζαν την αυριανή μέρα. Ρόδινη και δροσερή τη σχεδίαζαν με το νου τους και συνέχιζαν να κοιτάνε το ταβάνι και να μιλάνε και να γελάνε και να συμπληρώνει ο ένας τον άλλο. Ζωγράφιζαν στο ταβάνι με λόγια εικόνες με χρώματα και όμορφες στιγμές που θα μοιράζονταν την επόμενη μέρα. Η Σοφία έβαζε τα χρώματα με το γέλιο της. Γαλάζιους κι ανέφελους ουρανούς, ανοιξιάτικα λιβάδια με παπαρούνες, σπιτάκια με ολάνθιστους κήπους και παιδιά. Πολλά παιδιά. Να φωνάζουν, να τσιρίζουν, να γελάνε, να παίζουν. Ένα βράδυ που αυτός της μιλούσε για τα ταξίδια που θα κάνουν, εκείνη τον έκοψε απότομα για να του πει για τα παιδιά. Κοιτούσε το ταβάνι χαμογελαστή και χάιδευε με το ένα χέρι τη κοιλιά της και του είπε πως θέλει να κάνει μαζί του πολλά παιδιά. Να γεμίσει το σπίτι τους κι ο κήπος τους με παιδιά. Με γέλια, φωνές και τσακωμούς και κλάματα. Κι είχε κάτι μαγικό η βραχνή φωνή της έτσι όπως του μιλούσε σιγανά. Κάτι μαγικό σα να κρατούσε ραβδάκι και με κάθε λέξη εμφανιζόταν στο ταβάνι κι ένα παιδί χαρούμενο που έτρεχε στο κήπο τους και γελούσε. Κι αυτός σώπαινε, κρατούσε κιόλας την ανάσα του για να μη χαλάσει τη μαγεία της στιγμής. Τα πρώτα χρόνια θυμάται πως ήτανε όλα ρόδινα κι αυτό τον πονάει ακόμα πιο πολύ.

 Ακούει την ανάσα της Σοφίας δίπλα του και ησυχάζει. Η ανάσα της τον ηρεμεί. Τα τελευταία χρόνια η Σοφία κοιμάται συνέχεια. Όλο να κοιμάται θέλει. Να μη σκέφτεται λέει την επόμενη μέρα. Να ξεχνάει τους λογαριασμούς που τους περιμένουν, τις δόσεις και τα χρέη τους. Κι αυτός τσατίζεται χειρότερα. Είναι παράξενο σκέφτεται, το πως λειτουργεί η ψυχολογία του καθένα. Είναι παράξενος ο τρόπος που διαλέγει ο καθένας για να αποφορτιστεί. Να τινάξει από πάνω του το άγχος και να παραμείνει για λίγο χαλαρός και ήρεμος. Η Σοφία διαλέγει τον ύπνο. Πρωί μεσημέρι βράδυ θέλει να κοιμάται λέει, να μη σκέφτεται τίποτα. Κι εκείνος δαιμονίζεται γιατί δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Γιατί καταλήγει να τον παίρνει ο ύπνος ξημερώματα και να βασανίζει το μυαλό του με μαύρες σκέψεις για το αύριο που θα ‘ρθει και ξέρει πως δε θα ‘ναι  ρόδινο. Και δε θα ‘ναι ρόδινο γιατί κόπηκε απότομα το γέλιο της Σοφίας που το ζωγράφιζε στο ταβάνι. Απότομα λες και το ‘κοψε κάποιος με το ψαλίδι. Από τη μέρα που τη σχόλασαν απ’ τη δουλειά και γύρισε σπίτι τρέμοντας και κλαίγοντας απ’ το φόβο για το αύριο. Κι αυτός στεκόταν και την κοίταζε άλαλος σαν άγαλμα και δεν έβρισκε μια καλή κουβέντα να της πει για να την παρηγορήσει. Μόλις του το ανακοίνωσε σκέφτηκε κι αυτός αμέσως το αύριο που δε θα ‘ταν πια ρόδινο. Το γαμημένο αύριο που σκέφτονται όλοι οι άνθρωποι σαν ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους τα βράδια, όλοι αυτοί που τους σχόλασαν μια ωραία πρωία απ’ τη δουλειά τους κι όλοι αυτοί που λήγουν την επομένη οι δόσεις για τα δάνεια και τις κάρτες και τα τηλέφωνα και τα ενοίκια.

 Ακούει την ανάσα της Σοφίας δίπλα του και ησυχάζει. Σηκώνεται σιγά για να μην την ενοχλήσει και πάει στη κουζίνα. Κι οι μαύρες σκέψεις τον ακολουθούν. Σαν πουλιά φτερουγίζουν γύρω του και δεν τον αφήνουν να ηρεμήσει. Ανάβει τσιγάρο κι ανοίγει την πόρτα. Το σκοτάδι ορμάει με φόρα πάνω του κι ο αέρας που τον τυλίγει μυρίζει τσίκνα απ’ τη ταβέρνα στη γωνία. Από μακριά ακούγεται ένα γέλιο και χαϊδεύει ευχάριστα τα αυτιά του. Ξέχασε πώς είναι οι άνθρωποι που γελάνε. Ξέχασε πώς είναι να μην έχεις έγνοιες και να γελάς. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δεν έχουν έγνοιες, σκέφτεται ρουφώντας με λαχτάρα το τσιγάρο του. Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι και πώς τα καταφέρνουν; Σκέφτεται πως θέλει στ’ αλήθεια να πετύχει κι αυτός κάποιον στο δρόμο του και να τον σταματήσει έτσι στη ψύχρα και να τον ρωτήσει να του πει πώς τα καταφέρνει ακόμα και γελάει. Πώς τα βγάζει πέρα με τις δόσεις με την εφορία με τις κάρτες με τα ένφια. Πώς τα συνδυάζει όλα αυτά με το γέλιο να τον ρωτήσει. Μήπως υπάρχει καμιά μαγική συνταγή κάνας τρόπος μαγικός που τα σβήνει όλα αυτά απ’ το μυαλό κι αφήνει χώρο στο γέλιο να περάσει. Έχει καιρό όμως να συναντήσει τέτοιον άνθρωπο. Δε θυμάται από πότε. Στη δουλειά του όλοι σκυθρωποί με το κεφάλι κάτω κυκλοφορούνε. Όπου και να πάει θυμωμένους ανθρώπους συναντάει και σκυθρωπούς. Στη δουλειά, στο μάρκετ, στο φούρνο, στο φανάρι, στο περίπτερο όλο θυμωμένους ανθρώπους σκέφτεται πως συναντάει.

 Πετάει το τσιγάρο στον ακάλυπτο και ρίχνει μια ματιά σ’ ένα κομματάκι ουρανού που τους αναλογεί σαν θέα απ’ το μπαλκονάκι της κουζίνας τους. Έχει φεγγάρι απόψε σκέφτεται. Κάπου το έπιασε τ’ αυτί του το πρωί στο ραδιόφωνο καθώς πήγαινε στη δουλειά κι είχε μπλέξει στη κίνηση κι αναθεμάτιζε για άλλη μια φορά τη τύχη του που θα καθυστερούσε κι ο μαλάκας ο διευθυντής θα του ‘κανε πάλι παρατήρηση. Άκουγε τη φωνή της Χαρούλας να τραγουδάει για την ωραία πανσέληνο και τη μοναξιά της κι έβριζε μέσα απ’ τα δόντια του που έμπλεξε ξανά στη κίνηση κι αντί για καλημέρα θα του σφύριζε ο μαλάκας ο διευθυντής από μακριά μια παρατήρηση για να τον ρεζιλέψει στους συναδέλφους του και θα του τσίτωνε ακόμα περισσότερο τα νεύρα. Έχει πανσέληνο κι αυτός δεν καταφέρνει να δει ούτε ένα ελάχιστο κομμάτι απ’ το φεγγάρι που δεσπόζει στον ουρανό. Ένα ελάχιστο κομματάκι σκέφτεται πως ο καθένας το δικαιούται, στον καθένα ανήκει. Αλλά απ’ το δικό τους βεραντάκι δυστυχώς δεν έχουν τη πολυτέλεια ούτε το φεγγάρι να απολαύσουν. Δεν είναι κήπος όπως λογάριαζαν κάποτε. Εκείνα τα πρώτα χρόνια που μιλάγανε με τη Σοφία με τις ώρες προτού τους πάρει ο ύπνος και με το γέλιο της ζωγράφιζε στο ταβάνι ουρανούς και φεγγάρια και κήπους ολάνθιστους και παιδιά να τρέχουν και να παίζουν και να γελάνε και να φωνάζουν.

Τώρα μονάχα την ανάσα της ακούει δίπλα του και ησυχάζει. Το γέλιο της κόπηκε από τη μέρα που τη σχόλασαν απ’ τη δουλειά. Κι αφού κόπηκε το μαγικό της γέλιο έσβησαν κι όλα τα άλλα που λογάριαζαν και ζωγράφιζαν στο ταβάνι τα πρώτα χρόνια. Αναστενάζει βαθιά και συνεχίζει να σκέφτεται τα όνειρα που έσβησαν. Το σπίτι με τον κήπο που δεν κατάφεραν ν’ αγοράσουν, τα ταξίδια που της έταζε πως θα την πάει, τα παιδιά που λογάριαζαν ν’ αποκτήσουν. Σκέφτεται, κι ένας κόμπος τον σφίγγει στο στήθος, πως η Σοφία του του χρόνου θα κλείσει τα σαράντα κι ακόμα δεν έγινε μάνα. Και αν θα γίνει και πότε θα γίνει. Σκέφτεται πως τώρα και να θέλουνε δε μπορούν να αποκτήσουν πολλά παιδιά. Πως δεν τα χωράει το βεραντάκι τους κι αφού δεν το έκαναν τα πρώτα χρόνια που ήταν όλα ρόδινα, τώρα που τους μάραναν το γέλιο είναι αδύνατο να τα αποκτήσουν. Κι αφού μαράθηκε το γέλιο μαράθηκαν και τα όνειρα και οι ελπίδες που ζωγράφιζαν με τη φαντασία τους στο ταβάνι.

Κλείνει τα μάτια και σκέφτεται πως ακόμα και το φεγγάρι που λάμπει απόψε στον ουρανό δεν το κάνει για χάρη τους, γιατί το δικό τους βεραντάκι είναι μικρό και σκοτεινό. Ένα γέλιο συνεχίζει να σχίζει τη σιωπή και να φτάνει στ’ αυτιά του από μακριά. Ποιος να γελάει αναρωτιέται για άλλη μια φορά ακούγοντας την ανάσα της Σοφίας δίπλα του. Κλείνει τα μάτια και σκέφτεται πόσο στ’ αλήθεια έχει επιθυμήσει το δικό της μαγικό γέλιο και η νοσταλγία φουντώνει μέσα του για εκείνα τα πρώτα όμορφα χρόνια τους και του κεντάει το στήθος σαν βελόνα.