Τι ήταν οι Κλέφτες και τι ήταν οι Αρματολοί το 1821 ;

Στο μεγάλο έργο των Ελλήνων για την Επανάσταση και την αντίσταση στην οθωμανική κυριαρχία, συνέβαλαν οι Κλέφτες και οι Αρματολοί. Αν και στα μαθητικά χρόνια, μας είχαν διδάξει για την προσφορά αλλά και για τις διαφορές τους, παρακάτω φρεσκάρουμε τις γνώσεις μας:

Κλέφτες: Ήταν ένοπλοι Έλληνες, που κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ζούσαν στην ύπαιθρο και είχαν τα λημέρια τους σε δύσβατα μέρη. Οργανώνονταν σε μικρές ομάδες, η καθεμιά με τον καπετάνιο της και το δικό της μπαϊράκι. Οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν σκληρές, καθώς αναγκάζονταν να μετακινούνται και να βρίσκονται σε επιφυλακή συνεχώς. Η πολεμική τους τακτική ήταν εξαίρετη, χάρη στην έντονη εξάσκησή τους κάθε φορά που δε πολεμούσαν σε κάποια μάχη. Μισούσαν τους Τούρκους και γενικά την εξουσία και έγιναν γρήγορα σύμβολο της αντίστασης των υπόδουλων Ελλήνων ενάντια στους κατακτητές. Οι Κλέφτες λατρεύτηκαν από το λαό και έδωσαν το όνομά τους στα φημισμένα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια.

Αρματολοί: Οι Οθωμανοί Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τους κλέφτες, χρησιμοποιούσαν ένοπλους Έλληνες, πρώην κλέφτες, που καθιερώθηκαν με το όνομα των Αρματολών (αρματολίκι: τήρηση της τάξης σε μια περιοχή / armato ή martoloso =οπλοφόρος στα ιταλικά). Αν και οι Αρματολοί διορίζονταν από τους Τούρκους, συχνά βοηθούσαν τους κλέφτες, με αποτέλεσμα πολλοί Αρματολοί να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να εντάσσονται στις ομάδες των Κλεφτών. Αρματολοί ήταν και ο Γεώργιος Ανδρίτζος, ο Νικοτσάρας στον Όλυμπο, οι Σουλιώτες Γεώργιος Μπότσαρης και Λάμπρος Τζαβέλλας κ.α..

Ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του (Καταγραφή Γ. Τερτσέτη, επιμέλεια Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1983, σ. 64.) είχε γράψει:

«Το “κλέφτης” ήτον καύχημα. Έλεγε “είμαι κλέφτης” και η ευχή των πατέρων ενός παιδιού ήτον να γίνη κλέφτης. Το “κλέφτης” εβγήκε από την εξουσία. Εις του πατρός μου τον καιρό, ήτον ιερό πράγμα να πειράξουν Έλληνα. Και όταν οι κλέπται ήρχοντο εις συμπλοκή με τους Τούρκους, όλοι οι γεωργοί άφηναν το ζευγάρι, και επάγαιναν να βοηθήσουν τους κλέπτας. Εις τας ημέρας μου επειράζοντο και Έλληνες ομοφρονούντες με τους Τούρκους. Όταν ήλθε ο Ανδρούτσος, ο πατέρας του Οδυσσέως, εγνωρίσθηκα εις την Μάνη, και τον εσυντρόφευσα έως εις την Κόρινθο. Εις τον κατατρεγμό μας, διά δεκαπέντε ημέραις ούτε εκοιμώμεθα ούτε ετρώγαμε, εσώσαμε τα φουσέκια, καθημέρα πόλεμο».