Το κελί.

Κανένας δεν το περίμενε. Ούτε οι γονείς, ούτε τα αδέρφια μας, ούτε οι φίλοι, ούτε οι γνωστοί μας… Το τραγικό νέο έσκασε σαν βόμβα στον κύκλο μας. Έτσι, τουλάχιστον, ισχυρίζονται όλοι τους μπροστά στις κάμερες και στη δίκη, που καλούνται να βάλουν το χέρι τους στο Ευαγγέλιο και να καταθέσουν όσα ήξεραν για μας. Κανένας δεν το φανταζόταν πως μια ήρεμη και ήσυχη γυναίκα, όπως εγώ, θα έφτανε κάποτε στα άκρα. Κανενός δεν του περνούσε απ’ το μυαλό, πως η υπομονή έχει πάντα και τα όριά της.

 Ε, λοιπόν, εγώ πιστεύω ακράδαντα πως βαθιά μέσα τους γνώριζαν από πριν το τέλος μας ή έστω, υπέθεταν την τραγική μας κατάληξη. Και κανένας δεν μπορεί να μου αλλάξει γνώμη τώρα πια. Όλοι τους –αν εξαιρέσεις τους γονείς σου— ήρθαν εδώ για να μου συμπαρασταθούν. Είναι γελοίο, σκέφτομαι καθώς τους κοιτάζω ανέκφραστη καθισμένη στο εδώλιο. Πού βρέθηκε τόσος κόσμος; Αναρωτιέμαι. Πού ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι όταν τους είχαμε πραγματικά ανάγκη; Και τώρα εμφανίζονται εδώ μπροστά μου απροκάλυπτα και με κοιτάνε κατάματα, φορώντας αυτή τη μάσκα της λύπης και της συμπόνιας που την απεχθάνομαι.  Ούτε ένας δε βρέθηκε να καταθέσει πως με είχε ικανή για φόνο.

 Εγώ το ήξερα από καιρό πως θα καταλήγαμε εδώ. Το διαισθανόμουν. Για μας τους δυο δεν υπήρχε άλλος δρόμος, παρά μονάχα αυτός. Ή εσύ ή εγώ. Μακάρι όλες αυτές τις φορές, που σήκωνες το χέρι σου πάνω μου, να είχες καταφέρει πρώτος εκείνο το τελειωτικό χτύπημα. Μακάρι να ήμουνα εγώ σήμερα στη θέση σου. Σε ζηλεύω. Έκλεισες τα μάτια σου και τέλος. Ούτε βάσανα ούτε τίποτα. Τα δικά μου, όμως, συνεχίζονται. Και τι νόημα έχει τώρα η ζωή χωρίς τα παιδιά μου; Τι νόημα έχει να κοιμάμαι και να ξυπνάω μέσα σ’ ένα κελί; Λέγεται αυτό ζωή;

 Δεν είσαι ο μοναδικός φταίχτης. Όχι. Όλοι φταίμε. Κι εγώ που σου ‘δινα τόσες ευκαιρίες, μήπως και καταφέρεις να ξαναβρείς τον εαυτό σου, κι όλοι οι γύρω μας που αντιλαμβάνονταν πως αυτή η σχέση δε θα έχει καλή κατάληξη. Όλοι αυτοί που στάθηκαν  κάποια στιγμή μάρτυρες του ανεξέλεγκτου πάθους σου. Κι, όμως, μας άφησαν. Μας εγκατέλειψαν στο μαρτύριό μας. Ο ένας μετά τον άλλον έκλειναν εσκεμμένα τ’ αυτιά τους και σφάλιζαν τις πόρτες πίσω τους, μετά από ένα ομηρικό καβγά μας. Ο καθένας σπίτι του και ‘’βγάλτε τα πέρα μονάχοι σας’’, φώναζε η σιωπή τους. Είμαι πολύ οργισμένη με όλους. Τρέφω μέσα μου έναν παράφορο θυμό που δε μ’ αφήνει να ηρεμήσω ούτε λεπτό. Τι θ’ άλλαζε, αναρωτιέμαι αν συμπεριφέρονταν διαφορετικά; Πώς θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν; Δεν ξέρω. Δεν έχω απάντηση. Μπορεί και να τους αδικώ. Αλλά ο θυμός μου γυρεύει απεγνωσμένα μια διέξοδο.

Σήμερα στέκομαι αντιμέτωπη με τη δικαιοσύνη, που πασχίζει να βρει ελαφρυντικά για να κερδίσω λίγο περισσότερο χρόνο με τα παιδιά μου. Κι οι ίδιες ερωτήσεις να επαναλαμβάνονται συνέχεια. Αν το περίμεναν… Τι νόημα έχουν τελικά όλα αυτά; Προσπαθούν μέσα από ‘’τον πρότερο έντιμο βίο μου’’ να κερδίσω τη μάχη της δίκης. Και μετά; Τι θ’ αλλάξει μετά;  Θα με συγχωρήσουν άραγε ποτέ τα παιδιά μου;

  Κάθε μέρα λειτουργώ σαν υπνωτισμένη. Καμία νύχτα δεν καταφέρνω να κλείσω τα βλέφαρά μου. Νιώθω σαν πουλί εγκλωβισμένο στο κλουβί του. Ονειρεύομαι μ’ ανοιχτά μάτια πως έχω φτερά και τ’ ανοίγω να πετάξω μακριά, πίσω στα παιδιά μου.  Ένα κουρέλι η ψυχή μου. Δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη. Οι σκέψεις μου ορμάνε σαν όρνια να με ξεσκίσουν, να μου φάνε τα σωθικά. Εκείνες οι τελευταίες ώρες, έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου και δε λένε να μ’ εγκαταλείψουν. Κι ο θυμός θεριεύει ξανά μέσα μου, γίνεται ποτάμι ορμητικό κι ανταριασμένο που καταλήγει ξανά σ’ εσένα. Γιατί δε με σκότωσες εσύ; Από καιρό άλλωστε το είχες κάνει στην ψυχή μου.

 Οι γονείς μου ζητάνε επίμονα να μου μιλήσουν. Μου λένε να συνεργαστώ με τους δικηγόρους κι όλα θα πάνε καλά. Δε θέλω πια να βλέπω κανέναν. Ούτε ν’ ακούω. Είμαι πια νεκρή, όπως κι εσύ.

 Ακούω τα κλειδιά στην πόρτα του κελιού και τρέμω. Οι δυνάμεις μου μ’ εγκαταλείπουν.

 Οι γείτονες κι οι φίλοι μας έρχονται κάθε μέρα στη δίκη. Πιάνουν μια περίοπτη θέση και με κοιτάνε μ’ αυτό το βλέμμα που σιχαίνομαι. Με λυπούνται. Τώρα με λυπάστε; Θέλω να ουρλιάξω με όλη μου τη δύναμη.Τώρα; Που τέλειωσαν όλα; Πού ήσασταν όταν σας χρειαζόμουνα εγώ και τα παιδιά μου; Όταν ζητούσα  βοήθεια και κανείς δεν άκουγε; Όταν ούρλιαζα από τον πόνο του μαρτυρίου; Όταν γύρευα να σώσω τα παιδιά μου; Όταν εκλιπαρούσα να χτυπήσει η πόρτα, ν’ ακουστεί ένας ήχος, μήπως και τον τρομάξει κάποιος;  Κανείς σας δε φάνηκε. Κανένας.

 Η ίδια μου η μάνα, μου ‘λεγε τότε, να κάνω υπομονή.  Και τώρα με παρακαλάει να μιλήσω. Να βοηθήσω, λέει,τον εαυτό μου και τα παιδιά μου να μην απομείνουν τελείως ορφανά. Τι λένε; Δε θέλω να γυρίσω σπίτι. Πώς να υποκριθώ πως τίποτα δεν άλλαξε; Πώς να συνεχίσω; Πώς ξεκινάει ένας άνθρωπος νεκρός απ’ την αρχή τη ζωή του;

 Σήμερα είναι η τελευταία μέρα. Ούτε που με νοιάζει τι απόφαση θα πάρουνε. Είναι γελοία για μένα όλα αυτά που λέγονται κι ακούγονται κάθε μέρα απ’ τους μάρτυρες κι απ’ τους δικηγόρους. Σαν μια παρωδία θεάτρου φαντάζουν όλα τούτα. Έστησαν μια σκηνή, μ’ έχρισαν πρωταγωνίστρια κι άρχισαν να παίζουν ο καθένας τον ρόλο του με περίσσια θέρμη. Όλοι να προσπαθούν ν’ ανιχνεύσουν τα αίτια της καταστροφής μας. Λες και δεν τα γνώριζαν.

 Οι γονείς σου μονάχα δεν τολμάνε να με κοιτάξουνε στα μάτια. Μόνο αυτοί καταλαβαίνουν. Μόνο αυτοί ξέρουν καλά, πως τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τον κατήφορο που κατρακυλάγαμε τα τελευταία χρόνια.

 Η δίκη τέλειωσε. Η απόφαση για τη ζωή μου ανακοινώθηκε επίσημα από τους δικαστές. Όσοι βρίσκονται μέσα στην αίθουσα δεν ξεκολλάνε τα μάτια τους από πάνω μου,  σχολιάζοντας  ταυτόχρονα την απόφαση του νόμου. Κι εγώ, σκέφτομαι, πως όλοι αυτοί σε λίγο θα είναι σπίτια τους, κοντά στα παιδιά τους και θα συνεχίσουν την ήρεμη ζωή τους. Οι γονείς μου μιλάνε παράμερα με το δικηγόρο και με χαϊδεύουν με το πληγωμένο βλέμμα τους από μακριά. Οι δικοί σου γονείς εξαφανίστηκαν, πριν προλάβουν να ορμήσουν οι δημοσιογράφοι, με τις φωτογραφικές και τα μικρόφωνα στην αίθουσα. Κι εγώ, σκέφτομαι, πως ήρθε η ώρα να γυρίσω πάλι στο κελί μου. Πως τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δε θ’ αλλάξει για μένα, από εκείνη την καταραμένη ώρα που ο θάνατος παραμόνευε ν’ αρπάξει με τα νύχια του έναν απ’ τους δυο μας. Κι άρπαξε εσένα.

  Ο διάδρομος είναι μακρύς. Τα βήματά μου πνίγονται μες στη σιωπή. Νιώθω τα μάτια των γυναικών πίσω απ’ τα κάγκελα να με καρφώνουν τη στιγμή που προσπερνάμε τα κελιά τους. Η σιωπή είναι αφόρητη, μονάχα οι πνιχτές ανάσες τους τη μαχαιρώνουν.

 Δε θα έπρεπε να ήμουνα εδώ, σκέφτομαι καθώς ανοίγει γι’ άλλη μια φορά η πόρτα του κελιού. Εσύ έπρεπε να είσαι που μας βασάνιζες τόσα χρόνια. Κι εγώ στο πλάι των παιδιών μου που απόμειναν ορφανά.

‘’Σκότωσα ένα τέρας και τιμωρούμε;’’ ουρλιάζει σπαράζοντας μια φωνή μέσα μου, όταν ακούω το τρίξιμο των κλειδιών που με χωρίζουν για πάντα από τα παιδιά μου.

 

Από τα διηγήματα της Νίκης Μπλούτη